Η προσφυγή των δικαστών αφορά σε δύο νομοθεσίες για την αποκοπή μέρους του μισθούς τους και για την έκτακτη κλιμακωτή εισφορά.
Αγορεύοντας ενώπιον της Ολομέλειας του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο εκ των δικηγόρων των αιτητών Γιώργος Τριανταφυλλίδης ανέφερε πως παραβιάζεται το άρθρο 158/3 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, μη επιτρέποντας τη δυσμενή μεταβολή της αντιμισθίας ή των όρων εργοδότησης των δικαστών.
Υποβάλλοντας, ότι δεν τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις υπό τις οποίες, με βάση διεθνείς νομολογίες, θα μπορούσαν να μειωθούν οι μισθοί των δικαστών.
Δηλαδή, να πρόκειται για φορολογία και όχι αποκοπή, και να αφορά όλους τους πολίτες και όχι μια συγκεκριμένη ομάδα, στη συγκεκριμένη περίπτωση τους δημοσίους υπαλλήλους.
Στη δική του αγόρευση, εκ μέρους και πάλι των αιτητών, ο δικηγόρος Πόλυς Πολυβίου στάθηκε στην ανάγκη διαφύλαξης της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας.
Χαρακτήρισε την υπόθεση καθαρή και υπέβαλε ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του δικαίου της ανάγκης.
Άποψη την οποία δεν συμμερίστηκε ο Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης σε δηλώσεις μετά τη διακοπή της διαδικασίας. Και αναφέρθηκε στην υπερασπιστική γραμμή που θα ακολουθήσει στη δική του αγόρευση.
Η διαδικασία διακόπηκε και θα συνεχιστεί με την αγόρευση του Γενικού Εισαγγελέα την ερχόμενη Δευτέρα στις έντεκα και τριάντα.
Τις διευκρινήσεις τους κατέθεσαν οι δικηγόροι των δικαστών κ. Πόλυς Πολυβίου και Γιώργος Τριανταφυλλίδης. Η διαδικασία θα συνεχιστεί με την αγόρευση του Γενικού Εισαγγελέα τη Δευτέρα 28 Ιανουαρίου.
Επί της ουσίας των αγορεύσεων, δεν έχει γίνει επίκληση ούτε μπορεί να γίνει επίκληση του δικαίου της ανάγκης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι δύο δικηγόροι επικαλούμενοι νομολογίες ανωτάτων δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών, υποστήριξαν ότι για να υπάρξει δυσμενής μείωση ή αλλαγή των όρων εργοδότησης τω ν δικαστών, θα πρέπει να υπάρχουν σωρευτικά και όχι διαζευκτικά δύο προϋποθέσεις:
Πρώτον να αφορά φορολογικό νομοθέτημα και δεύτερο το νομοθέτημα να αφορά το σύνολο του λαού.
Οι δύο δικηγόροι υποστήριξαν ότι σε αυτή την περίπτωση των δύο νομοθετημάτων, της περικοπής μισθού και της έκτακτης εισφοράς, δεν ισχύουν οι δύο αυτές σωρευτικές προϋποθέσεις ούτως ώστε να κριθούν ως συνταγματικά τα δύο νομοθετήματα.