Τα διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών, για τις χρεώσεις των τραπεζών που έχουν ήδη εκδοθεί και τεθεί σε εφαρμογή από τις 2 Νοεμβρίου 2020, είναι βασισμένα σε μελέτη της Κεντρικής Τράπεζας.
Αυτό αναφέρεται σε ανακοίνωση που εξέδωσε σήμερα το Υπουργείο Οικονομικών, με αφορμή τις έντονες αντιδράσεις που προκαλούν οι πρόσφατες αλλαγές των τραπεζών.
Καλεί, παράλληλα, το κοινό να επικοινωνήσει άμεσα με την τράπεζα του, έτσι ώστε να επωφεληθεί από τον καθορισμό του βασικού λογαριασμού.
«Υπενθυμίζεται ότι έκαστος καταναλωτής/πελάτης μπορεί να καθορίσει ένα βασικό λογαριασμό (ΛΠΒΧ) ανεξαρτήτου του αριθμού των πιστωτικών ιδρυμάτων που συνεργάζεται. Ο βασικός λογαριασμός μπορεί να είναι και κοινός λογαριασμός, αλλά δεν μπορεί να είναι λογαριασμός ο οποίος είναι συνδεδεμένος με οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση (π.χ. όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, πιστωτική κάρτα κλπ.)», επισημαίνει στην ανακοίνωση του.
Στο σημείο αυτό, το Υπουργείο Οικονομικών ξεκαθαρίζει, πως οι αρμοδιότητες του είναι ανύπαρκτες, στον καθορισμό των άλλων χρεώσεων και τελών.
«Σύμφωνα με το κοινοτικό κεκτημένο, εκτός των βασικών λογαριασμών (ΛΠΒΧ), οι άλλες χρεώσεις των τραπεζών εναπόκεινται στην πολιτική του κάθε πιστωτικού ιδρύματος και ο Υπουργός Οικονομικών δεν έχει δικαίωμα να παρέμβει στον καθορισμό τους», τόνισε στην ανακοίνωση.
Την ίδια στιγμή, συνεχίζονται οι αντιδράσεις.
Εκτός κάθε λογικής και πραγματικότητας θεωρεί η ΣΕΚ την απόφαση των τραπεζών να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις στις χρεώσεις.
«Η ΣΕΚ ουδέποτε δαιμονοποίησε το κέρδος, πλην όμως δεν μπορεί να αποδεχτεί ούτε τις υπερβολές, ούτε τις ακρότητες, ούτε την τιμωρία των πολιτών μέσα από μια επιθετική τιμολογιακή πολιτική», αναφέρει χαρακτηριστικά.
«Είναι παραλογισμός να επιμένουν οι Τράπεζες στις χρεώσεις που προανήγγειλαν», σημειώνει η ΣΥΠΡΟΔΑΤ.
Η Κεντρική Τράπεζα είχε ανακοινώσει χθες ότι αφού μελετήσει το θέμα των αυξήσεων σε χρεώσεις των κυπριακών τραπεζών, θα προβεί στις οποιεσδήποτε ενδεδειγμένες ενέργειες εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της.