Σύμφωνα με το εν λόγω πόρισμα, οι Τράπεζες Κύπρου και Λαϊκή είχε κριθεί ότι παραβίασαν τη νομοθεσία στο θέμα των αξιογράφων.
Στην απόφαση του, ημερομηνίας 9 Ιουνίου 2020, και επτά χρόνια μετά, το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε τα βασικά επιχειρήματα του τότε Διοικητή, επισημαίνοντας πως «δεν διαφάνηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου, εμπλεκόταν, κατά την έκδοση των αξιογράφων το 2009, σε πρακτικές, προώθησης της διάθεσης των αξιογράφων, η οποία να εμπίπτει στην έννοια της "επενδυτικής υπηρεσίας" παροχής επενδυτικών συμβουλών».
Στην απόφαση, γίνεται αναφορά και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση του πορίσματος.
Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι «δεν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, με προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο την Αρχή της δίκαιης δίκης και ο Διοικητής (Πανίκος Δημητριάδης), δεν μπορούσε να λειτουργήσει και δεν λειτούργησε ως ανεξάρτητος και ουδέτερος κριτής, και δεν μπορούσε να κρίνει αμερόληπτα την ευθύνη της Τράπεζας καθώς ήταν προϊστάμενος των ερευνώντων λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας».
Το Διοικητικό Δικαστήριο δικαίωσε παράλληλα και τη θέση της Τράπεζας Κύπρου, πως η κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά, τονίζοντας εμμέσως πλην σαφώς πως η Κεντρική έβγαλε γενικά συμπεράσματα στο πόρισμα της.