Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
«Θετικο ορίζοντα» βλέπει ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Capital Intelligence Ratings (CI Ratings) στην κυπριακή οικονομία. Χθες βράδυ, με ανακοίνωση του, αναβάθμισε τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ξένο νόμισμα στο BB από ΒΒ- και της βραχυπρόθεσμης αξιολόγησης σε ξένο νόμισμα στο Β. 

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η αναβάθμιση αυτή προέρχεται από τις συνεχιζόμενες εύρωστες οικονομικές επιδόσεις, καθώς η ανάπτυξη αυτή συγκαταλέγεται μεταξύ των ψηλότερων στην Ευρωζώνη και καλύτερα από τα προβλεπόμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα, την ικανοποιητική πρόσβαση της κυβέρνησης στις διεθνείς χρηματαγορές και τη βελτιωμένη δημοσιονομική διαχείριση, αλλά και τη σταδιακή βελτίωση των συνθηκών στον τραπεζικό τομέα.

Ο οίκος αξιολόγησης αναφέρει στην ανακοίνωση ότι αναμένει πως η οικονομία θα αναπτυχθεί σε πραγματικούς όρους φέτος κατά 4,1% και το ονομαστικό ΑΕΠ να επιστρέψει στα προ-κρίσης επίπεδα», αναφέρεται στην έκθεση του οίκου.

Συμπλήρωσε επίσης πως η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ αναμένουν να είναι κατά μέσο όρο στο 3,8% στη διετία 2018 – 2020, κάτι που θα βοηθήσει στον περαιτέρω περιορισμό των μακροοικονομικών ευπαθειών και θα τοποθετήσει το χρέος σε μια πιο βιώσιμη τροχιά.

Υποχωρούν οι κύνδινοι για τις προοπρτικές της κυπριακής οικονομίας μετά την πώληση της ΣΚΤ

Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι οι κίνδυνοι για τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας φαίνεται να υποχωρούν με τον τραπεζικό τομέα να εμφανίζει πιο σταθερές ενδείξεις βελτίωσης μετά την πώληση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Κυπριακής Συνεργατικής Τράπεζας, η οποία αντιμετώπιζε προβλήματα, στην Ελληνική Τράπεζα.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι ξένες άμεσες επενδύσεις αναμένεται επίσης να σημειώσουν ανοδική πορεία βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα δεδομένων των πρωτοβουλιών για ενθάρρυνση διεθνών ιδιωτικών επενδύσεων σε νέα καζίνο, ξενοδοχεία, μαρίνες και έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Ο ισχυρός κύκλος ανάπτυξης, λέει ο CI Ratings, εξακολουθεί να υπόκειται σε κινδύνους οι οποίοι πηγάζουν από την υπερβολική επικέντρωση της δραστηριότητας στον τομέα οικοδομών και ακινήτων και από ενδεχόμενα ευμετάβλητες ροές κεφαλαίων.

«Τα δημόσια οικονομικά έχουν ισχυροποιηθεί περαιτέρω» και αναφέρεται στα στοιχεία για το πρώτο εξάμηνο του 2018. Ο οίκος εκτιμά ότι θα σημειωθούν υγιή πλεονάσματα κατά μέσο όρο του 1,7% του ΑΕΠ κατά τη διετία 2018 – 2020, δεδομένου ότι θα διατηρηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία. Λόγω των δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων και των ευνοϊκών οικονομικών συνθηκών, το ποσοστό του χρέους της γενικής κυβέρνησης έναντι του ΑΕΠ σημείωσε πτώση στο 97,5% το 2017, ποσοστό χαμηλότερο από την προηγούμενη πρόβλεψη του οίκου η οποία ήταν 102,4% και «αναμένεται να συνεχίσει την καθοδική τάση του φτάνοντας στο 86% του ΑΕΠ το 2020, παρά την προσωρινή αύξηση το 2018 η οποία σχετίζεται στην αύξηση της ΣΚΤ» λέει συγκεκριμένα ο οίκος. 

Σύμφωνα με το CI Ratings οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης εμφανίζονται διαχειρίσιμοι και η κυβέρνηση μπορεί να έχει πρόσβαση με ευνοϊκά επιτόκια στις χρηματαγορές. Η κυβέρνηση, προστίθεται, έχει ενεργήσει για να χρηματοδοτήσει από πριν τις προγραμματισμένες αποπληρωμές χρέους και διαχειρίζεται ενεργά τον ισολογισμό της για να επωφεληθεί από τις ευνοϊκές συνθήκες των αγορών.

Ο οίκος εντοπίζει ότι παρά την προσήλωση της κυβέρνησης στις μεταρρυθμίσεις μετά το μνημόνιο, «έχουν υπάρξει καθυστερήσεις στο να τεθούν σε εφαρμογή ορισμένοι νέοι νόμοι και στην εφαρμογή συγκεκριμένων ευαίσθητων πολιτικά μεταρρυθμίσεων, κάτι που μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στις προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν νωρίτερα φέτος». Αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα, περιλαμβανομένου του μεγέθους του και του μισθολογίου, ένα νέο πλαίσιο εκποιήσεων και τις ιδιωτικοποιήσεις, προστίθεται.

Για τις τράπεζες, αναφέρει ότι έχουν βελτιωθεί περαιτέρω οι ισολογισμοί τους και ότι η βιομηχανία έχει καταφέρει «με σχετική επιτυχία» να επανακτήσει την εμπιστοσύνη των καταθετών. Οι εγχώριες τράπεζες, γράφει ο οίκος, συνέχισαν να μειώνουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τους, περιλαμβανομένης και της μερικής πώλησης πακέτου προβληματικών δανείων σε εξειδικευμένες εταιρείες.

Παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, ο CI Ratings σημειώνει ότι οι κίνδυνοι των οικονομικών προοπτικών παραμένουν σημαντικοί. Παρά μια απομόχλευση, αναφέρει ο CI Ratings, το υπερβολικό χρέος του ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί να υφίσταται αν και οι καταθέσεις είναι μεγάλες.

Στο 259% του ΑΕΠ το 2017, το ακαθάριστο χρέος του μη – χρηματοοικονομικού ιδιωτικού τομέα, που αφορά κυρίως δάνεια από εγχώριες τράπεζες, είναι υπερβολικά μεγάλο. Το ακάθαρτο χρέος των νοικοκυριών είναι στο 119% του ΑΕΠ, ενώ το μη χρηματοοικονομικό εταιρικό χρέος είναι στο 140% του ΑΕΠ.