Πρόκειται για τις διμερείς διαβουλεύσεις που έχει το ΔΝΤ με τα κράτη μέλη μια φορά το χρόνο, στο πλαίσιο των οποίων αντιπροσωπεία του επισκέπτεται τις χώρες μέλη για επιτόπια επόπτευση.
Σε ανακοίνωση που εκδόθηκε χθες και συνοψίζει τις απόψεις των μελών του ΔΣ τονίζεται ότι τα μέλη επαίνεσαν τις κυπριακές αρχές «για την εντυπωσιακή ανάκαμψη της κυπριακής οικονομίας από την τραπεζική κρίση 2012-13, (η οποία ανάκαμψη) διευκολύνθηκε από τη συνετή μακροοικονομική πολιτική και την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με την έντονη εξωτερική ζήτηση».
Υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος
Ωστόσο, τα μέλη παρατήρησαν ότι «η πρόοδος όσον αφορά τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ήταν χλιαρή και ότι το ιδιωτικό και το δημόσιο χρέος παραμένουν υψηλά". Ζήτησαν από τις αρχές να επωφεληθούν από τη σημερινή ισχυρή δυναμική ανάπτυξης για να επιλύσουν τα προβλήματα που κληρονομήθηκαν και να δημιουργήσουν μια ευρύτερη βάση για μελλοντική ανάπτυξη.
«Η αύξηση του ΑΕΠ επιταχύνθηκε επί τρεις συνεχείς χρονιές από την έντονη εξωτερική ζήτηση, φθάνοντας το 3,8% (σε ετήσια βάση) κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2017. Η αύξηση της ζήτησης εργασίας μείωσε αισθητά το ποσοστό ανεργίας στο 10,3% από τον Σεπτέμβριο. Η βοήθεια για επείγουσα ρευστότητα στις τράπεζες έχει εξοφληθεί πλήρως. Τα κέρδη από την ανταγωνιστικότητα του κόστους και η έντονη εξωτερική ζήτηση έχουν περιορίσει το υποκείμενο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (εξαιρουμένων των μεγάλων εφάπαξ εισαγωγών)», αναφέρεται.
Δεν εξαλείφθηκαν οι κίνδυνοι
Για το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο, το ΔΝΤ αναφέρει ότι μεταβλήθηκε από ένα μεγάλο έλλειμμα σε ένα πλεόνασμα 3,0% του ΑΕΠ το 2016, το οποίο υποστηρίχθηκε από τις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις και τα έσοδα από την ισχυρή ανάκαμψη και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω αυτό το έτος. «Εντούτοις", προσθέτει, "οι κληροδοτήσεις της κρίσης υπό μορφή εξαιρετικά υψηλού χρέους του ιδιωτικού τομέα και μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL), καθώς και του αυξημένου δημόσιου χρέους δεν έχουν ακόμη εξαλειφθεί».
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η σημερινή ισχυρή δυναμική ανάπτυξης αναμένεται να συνεχιστεί για τα επόμενα χρόνια, υποστηριζόμενη από τα τρέχοντα μεγάλα κατασκευαστικά έργα και από την (αν και ανεπιθύμητη) αδύναμη πειθαρχία στις πληρωμές, παράλληλα με τη βραδεία πρόοδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων που θα στηρίξουν την κατανάλωση.