Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία δημοσιοποίησε σήμερα τις εαρινές προβλέψεις για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας φέτος και του χρόνου, εκτιμά ότι η οικονομία της Ευρωζώνης θα γνωρίσει το 2012 μια υποχώρηση του ΑΕΠ της τάξης του 0,3%, ενώ στο σύνολο της ΕΕ η αύξηση θα είναι μηδενική.

Ωστόσο, η κατάσταση παραμένει άνιση μεταξύ των χωρών μελών, με τον κοινοτικό νότο (Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία) να βρίσκεται σε ύφεση, ενώ ο βορράς με εξαίρεση την Ολλανδία εξακολουθεί να κινείται σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ανιση είναι η κατάσταση μεταξύ των χωρών και σε σχέση με την ανεργία.

Οπως επισήμανε ο αρμόδιος Αντιπρόεδρος για τις οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις Ολι Ρεν, η ευρωπαϊκή οικονομία θα βελτιωθεί σταδιακά από το δεύτερο εξάμηνο του έτους και θα συνεχίσει να βελτιώνεται με αργό ρυθμό και του χρόνου, όπου εκτιμάται ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί στην Ευρωζώνη κατά 1,0% και στην ΕΕ 1,3%.

Σημείωσε ότι η κατάσταση παραμένει ρευστή και υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τις οικονομικές και χρηματοοικονομικές προοπτικές. Για το λόγο αυτό κάλεσε σε αποφασιστικές δράσεις στην άσκηση πολιτικής, ζητώντας ένα συνδυασμό συνέχισης της δημοσιονομικής εξυγίανσης και μέτρων προώθησης της ανάπτυξης. Προειδοποίησε δε ότι εάν δεν αναληφθούν περαιτέρω αποφασιστικές ενέργειες, μπορεί να παραμείνει ο βραδύς ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης στην ΕΕ

Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι αναγκαίες προσπάθειες των τραπεζών να βελτιώσουν περαιτέρω τους ισολογισμούς τους θα διατηρήσουν σφικτές συνθήκες χορήγησης πιστώσεων, αν και η ζήτηση δανείων συνολικά παραμένει μέχρι στιγμής επίσης αδύναμη.

Η ιδιωτική κατανάλωση θα συμπιεστεί λόγω υψηλής ανεργίας, βραδείας αύξησης των μισθών και πληθωρισμού, καθώς και λόγω υψηλού χρέους των νοικοκυριών σε ορισμένα κράτη μέλη.

Οι επενδύσεις εξακολουθούν τώρα να συρρικνώνονται, στον ορίζοντα όμως των προβλέψεων αναμένεται να επωφεληθούν από την αναμενόμενη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, τα χαμηλά επιτόκια και τη δυναμική ανάπτυξη της παγκόσμιας παραγωγής. Η θετική συμβολή των καθαρών εξαγωγών αποτελεί την κυριότερη αναμενόμενη κινητήρια δύναμη αύξησης του ΑΕΠ το 2012. Η σταδιακά διογκούμενη εσωτερική ζήτηση αναμένεται ωστόσο να πάρει τη σκυτάλη το 2013. Οι προβολές αυτές βασίζονται σε παραδοχή ενίσχυσης της εμπιστοσύνης με την πάροδο του χρόνου, καθώς αντιμετωπίζονται επιτυχώς οι προκλήσεις που δημιουργήθηκαν από την κρίση, συμπεριλαμβανομένης της αυστηρής υλοποίησης των συμφωνημένων αποφασιστικών δράσεων άσκησης πολιτικής.

Ευθυγραμμιζόμενη με την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, η απασχόληση προβλέπεται ότι θα συρρικνωθεί κατά 0,2% στην ΕΕ (0,5% στην ευρωζώνη) το 2012. Η αναμενόμενη αποκατάσταση της οικονομικής μεγέθυνσης προβλέπεται να οδηγήσει σε σταδιακή βελτίωση των αγορών εργασίας το 2013, πράγμα που με τη σειρά του θα συμβάλει σε πλέον βιώσιμη ανάκαμψη. Αναμένεται ότι η ανεργία θα παραμείνει στο επίπεδο του 10,3% στην ΕΕ στο χρονικό ορίζοντα των προβλέψεων και στο επίπεδο του 11% το 2013 στην ευρωζώνη.

Στο δημοσιονομικό τομέα, παρά την επιβράδυνση της παραγωγής στη διάρκεια του 2011, στην ΕΕ βελτιώθηκαν σημαντικά τα δημόσια οικονομικά το έτος 2011. Αναμένεται ότι τα ελλείμματα των προϋπολογισμών θα εξακολουθήσουν να υποχωρούν από 4,5% του ΑΕΠ στην ΕΕ (4,1% στην ευρωζώνη) το 2011 σε 3,6% στην ΕΕ (3,2% στην ευρωζώνη) το 2012 και περαιτέρω σε 3,3% (2,9%) το 2013, με ευρείες διαφορές μεταξύ κρατών μελών. Η αύξηση των συντελεστών χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να επιβραδυνθεί και να φθάσει σε ποσοστό 87,2% του ΑΕΠ στην ΕΕ (92,6% στην ευρωζώνη) το 2013.

Σχετικά με την πληθωρισμό, οι τιμές της ενέργειας και οι αυξήσεις των έμμεσων φόρων ήσαν οι κυριότερες αιτίες της αύξησής του κατά τα τελευταία τρίμηνα. Στο χρονικό ορίζοντα των προβλέψεων, αναμένεται ότι θα μετριαστεί σταδιακά ο πληθωρισμός, και το 2013 θα επανέλθει σε επίπεδα κάτω από 1,8%.

Καταλήγοντας, η Κομισιόν αναφέρει ότι, όπως τόνιζε και το Φεβρουάριο στην ενδιάμεση έκθεση, εξακολουθούν να υφίστανται αρνητικά ενδεχόμενα για τις προβλέψεις του ΑΕΠ. Κυριότερος κίνδυνος παραμένει η επιδείνωση της κρίσης λόγω χρέους των κρατών και η μετάδοση των οικονομικών επιπτώσεων με απότομη πτώση της διαθεσιμότητας πιστώσεων.

Ένα άλλο προεξέχον αρνητικό ενδεχόμενο πηγάζει από τη γεωπολιτική αβεβαιότητα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών πετρελαίου. Από την αισιόδοξη πλευρά, η ταχύτερη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης θα μπορούσε να οδηγήσει νωρίτερα και σε λιγότερο αναιμική ανάκαμψη. Επιπλέον, η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να αποδειχθεί δυναμικότερη απ' όσο προβλέπεται σήμερα.