Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

H υποτονική ανάπτυξη σε κάποιες αναδυόμενες αγορές και οι χαμηλές τιμές βασικών αγαθών έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον γύρω από τη σύνδεση των κυβερνήσεων με το χρηματοοικονομικό κλάδο, αναφέρει ο ελεγκτικός οίκος PwC, στην έκθεσή του Global Economy Watch, του Απριλίου 2016.

Η έκθεση σημειώνει ότι οι χώρες που ανήκουν στην ομάδα G7 έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο σε ό,τι αφορά τη θωράκιση των δημόσιων οικονομικών από τις μελλοντικές τραπεζικές καταρρεύσεις.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, σήμερα η ρύθμιση διασφαλίζει ότι οι μέτοχοι και οι πιστωτές των τραπεζών θα επωμιστούν το δικό τους μερίδιο στο κόστος μιας τραπεζικής κατάρρευσης μέσω ενός μηχανισμού διάσωσης με τα ίδια μέσα, αναφέρει, προσθέτοντας πως άλλα ρυθμιστικά εργαλεία, όπως τα τεστ αντοχής, που έχουν ως στόχο την πρόβλεψη των τραπεζικών ισολογισμών, σε περιόδους σοβαρών αλλά πιθανών συμβάντων, συμπληρώνουν το εν λόγω πλαίσιο.

Για τις χώρες που ανήκουν στην ομάδα Ε7 (οι μεγαλύτερες ανεδυόμενες οικονομίες), η έκθεση παρατηρεί πως η μεταρρύθμιση ακολουθεί βραδύτερους ρυθμούς, εν μέρει λόγω του σχετικά μικρότερου αντίκτυπου της κρίσης του 2008.

 

Σημειώνει, ωστόσο, ότι λιγότερη έμφαση έχει δοθεί στη θωράκιση των τραπεζών από τις αδυναμίες που προκύπτουν από τα δημόσια οικονομικά. Η έκθεση τραπεζικών οργανισμών στη Γερμανία, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και στην Ιταλία σε εγχώρια κρατικά ομόλογα κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα με αυτή των ελληνικών τραπεζών, κατά τη διάρκεια διάσωσης της χώρας.

 

Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί έκπληξη καθώς στην Ευρώπη το εγχώριο κυβερνητικό χρέος θεωρείται, από ρυθμιστικής άποψης, περιουσιακό στοιχείο χωρίς κίνδυνο, παρά τα συμβάντα κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη που αποδεικνύουν ότι αυτό δεν ισχύει πάντοτε.

 

Ο Richard Boxshall, Ανώτερος Οικονομολόγος της PwC, δηλώνει σχετικά: «Η επόμενη πρόκληση για τους υπεύθυνους διαμόρφωσης πολιτικής ανά το παγκόσμιο έγκειται στη λήψη μέτρων που μειώνουν την έκθεση των τραπεζών σε κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.

«Αν ο στόχος αυτός επιτευχθεί, τότε η αμφίδρομη διασύνδεση μεταξύ κυβερνήσεων και χρηματοοικονομικού τομέα θα αποδυναμωθεί ακόμη περισσότερο. Οι επιπτώσεις θα είναι θετικές για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, τόσο για κάθε ξεχωριστή οικονομία, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο», καταλήγει.