Το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διαψεύδει δημοσιεύματα σε σχέση με τα Σχέδια τοποθέτησης άνεργων νέων για απόκτηση εργασιακής πείρας σε επιχειρήσεις/οργανισμούς, δηλώνει “κατηγορηματικά ότι τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν και η ερμηνεία που τους δόθηκε, δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα” και αναφέρεται σε θετικά αποτελέσματα των Σχεδίων.
Σε γραπτή ανακοίνωση, το Υπουργείο επισημαίνει ότι πρωταρχικός στόχος των Σχεδίων τοποθέτησης ανέργων είναι η παροχή ευκαιριών σε άνεργους νέους για απόκτηση εργασιακής πείρας, μέσω της τοποθέτησης και κατάρτισής τους σε επιχειρήσεις/οργανισμούς για περίοδο 6 μηνών, που θα τους βοηθήσει στη συνέχεια να ενταχθούν ομαλά σε κανονική απασχόληση.
Υπενθυμίζεται ότι το ΥΕΠΚΑ, σε συνεργασία με την ΑνΑΔ, εφάρμοσε για πρώτη φορά το 2013 το Σχέδιο τοποθέτησης άνεργων νέων πτυχιούχων. Το 2014 εφαρμόστηκε το Σχέδιο άνεργων νέων αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και επαναλήφθηκε το Σχέδιο τοποθέτησης άνεργων νέων πτυχιούχων.
Όπως αναφέρεται, για την περίοδο τοποθέτησής τους οι άνεργοι νέοι λαμβάνουν επίδομα κατάρτισης ύψους €500 τον μήνα, το οποίο με κανένα τρόπο δεν αποτελεί μισθό. “Οι άνεργοι νέοι φιλοξενούνται από τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς όπου τοποθετούνται ως καταρτιζόμενοι για απόκτηση εργασιακής πείρας και δεν είναι εργοδοτούμενοί τους. Οι πιέσεις στους μισθούς οφείλονται στις αντίξοες συνθήκες στην αγορά εργασίας που δημιούργησε η οικονομική κρίση, και δεν σχετίζονται με κανένα τρόπο με το επίδομα κατάρτισης” σημειώνει το Υπουργείο.
Σύμφωνα με το Υπουργείο, μέσα από το Σχέδιο τοποθέτησης άνεργων νέων πτυχιούχων που εφαρμόστηκε το 2013 έγιναν 1.775 τοποθετήσεις άνεργων νέων, από τους οποίους ολοκλήρωσαν με επιτυχία το πρόγραμμα οι 1.498. Στο Σχέδιο τοποθέτησης άνεργων νέων πτυχιούχων του 2014, τοποθετήθηκαν 2.043 άτομα.
Αναφορικά με το Σχέδιο τοποθέτησης άνεργων νέων πτυχιούχων που εφαρμόστηκε το 2013, το Υπουργείο αναφέρει ότι με βάση τα αποτελέσματα μελέτης αξιολόγησης, η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο 2015, διαπιστώνεται ότι βελτιώνεται σημαντικά η απασχολησιμότητά τους αφού οι μισοί συμμετέχοντες (49,8%), περίπου 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της συμμετοχής τους, δήλωσαν ότι εργάζονται. Το θετικό αυτό αποτέλεσμα αφορά τόσο όσους τοποθετήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα, όσο και αυτούς που τοποθετήθηκαν στον δημόσιο τομέα, παρά την ισχύουσα αναστολή πλήρωσης κενών θέσεων, σημειώνει το Υπουργείο και προσθέτει πως αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι περίπου 1 στους 4 (23,9%) από αυτούς που εργάζονται εξακολουθούν να βρίσκονται στην επιχείρηση/οργανισμό όπου τοποθετήθηκαν.
Σημειώνεται, επίσης, ότι προγραμματίζεται να γίνουν μελέτες αξιολόγησης και για τα 2 Σχέδια τοποθετήσεων που άρχισαν μέσα στο 2014, μετά την ολοκλήρωσή τους και την παρέλευση 6 μηνών, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον τα άτομα που έχουν τοποθετηθεί βρίσκονται σε απασχόληση.
Ακόμα αναφέρεται ότι στα Σχέδια τοποθετήσεων άνεργων νέων για απόκτηση εργασιακής πείρας γίνεται τουλάχιστον ένας επιτόπιος έλεγχος σε κάθε επιχείρηση/οργανισμό και μέχρι τώρα έχουν γίνει πάνω από 4.000 έλεγχοι. Σε περιπτώσεις που διαπιστωθούν παρατυπίες γίνονται οι ανάλογες διορθωτικές ενέργειες, όπως διακοπή του προγράμματος ή αποκλεισμός της επιχείρησης από νέα τοποθέτηση και βοηθούνται οι άνεργοι με νέα κατάλληλη τοποθέτηση. Μέσα από τους ελέγχους που έχουν διενεργηθεί έχει διαπιστωθεί ότι πολύ περιορισμένος αριθμός τοποθετήσεων διακόπηκε, λόγω μη τήρησης των προνοιών του Σχεδίου από κάποιο από τα δύο μέρη, αναφέρει το Υπουργείο.
Σε σχέση με το Σχέδιο τοποθέτησης άνεργων νέων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προσφέρθηκε τοποθέτηση σε 1.988 άτομα, ενώ τοποθετήθηκαν τελικά 1.150 άνεργοι νέοι. Η μη τοποθέτηση των υπολοίπων οφείλεται, σύμφωνα με το Υπουργείο, κυρίως σε μη αποδοχή της τοποθέτησης λόγω απόστασης από τον τόπο κατοικίας του ανέργου ή λόγω εξεύρεσης απασχόλησης ή συνέχισης σπουδών.
Τέλος, επισημαίνεται ότι τα Σχέδια τοποθέτησης, με βάση και τα αποτελέσματα αξιολόγησης, είχαν και έχουν θετική συμβολή στην προσπάθεια του Υπουργείου και της ΑνΑΔ, για βελτίωση της απασχολησιμότητας των άνεργων νέων μας για ομαλή ένταξή τους στην αγορά εργασίας μέσα στις σημερινές συνθήκες που επικρατούν στον τόπο μας.