Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
φφ

Με αφορμή ερωτήματα που έχουν δει πρόσφατα το φως της δημοσιότητας ως προς το κατά πόσον το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει τη δημοσιοποίηση στοιχείων προσώπων που είναι ύποπτα ή έχουν καταδικαστεί για αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα διευκρινίζει τα ακόλουθα:

Η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν αποτελεί κώλυμα στη δημοσιοποίηση στοιχείων υπόπτων ή καταδικασθέντων για αδικήματα σεξουαλικής φύσεως. Η δυνατότητα δημοσιοποίησης στοιχείων εξετάζεται, ωστόσο, κατά περίπτωση, ανάλογα με το στάδιο της υπόθεσης, τον σκοπό που επιδιώκεται και την αρμοδιότητα του φορέα που προβαίνει στη δημοσιοποίηση. Ιδιαίτερη σημασία έχει, σε κάθε στάδιο, η προστασία της ταυτότητας του θύματος.

Ειδικότερα:

1. Κατά τη διερεύνηση ποινικής υπόθεσης, η Αστυνομία δύναται, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, να δημοσιοποιήσει στοιχεία υπόπτου για σκοπούς εντοπισμού ή σύλληψής του ή για τη συλλογή πληροφοριών από το κοινό. Η απόφαση αυτή πρέπει να λαμβάνεται με βάση τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το ζήτημα ρυθμίζεται από Αστυνομική Διάταξη που εκδίδεται δυνάμει του περί Αστυνομίας Νόμου (Ν. 73(I)/2004).

Θα πρέπει, παράλληλα, να συνεκτιμάται κατά πόσον η δημοσιοποίηση των στοιχείων του υπόπτου ενδέχεται να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, στην ταυτοποίηση του θύματος, ιδίως όταν πρόκειται για ανήλικο.

2. Κατά τη δημοσίευση καταδικαστικής Απόφασης για αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, το αρμόδιο Δικαστήριο ενεργεί σύμφωνα με τις Εγκυκλίους Αρ. 142 και 143 που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με τη Ψευδωνυμοποίηση (Ανωνυμοποίηση) των Δικαστικών Αποφάσεων, και προβαίνει αναλόγως στις απαραίτητες ενέργειες για τον σκοπό αυτό. Οι εν λόγω Εγκύκλιοι/Οδηγίες καθορίζουν ευρύτερα τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορούν να δημοσιεύονται Αποφάσεις οι οποίες μπορούν να ταυτοποιούν φυσικά πρόσωπα, καθώς και εξαιρέσεις κατά τις οποίες θα πρέπει να γίνεται ψευδωνυμοποίηση και να απαλείφονται σχετικές αναφορές που οδηγούν στην ταυτοποίηση των φυσικών προσώπων.

3. Μετά την έκτιση της ποινής και/ή την αποφυλάκιση προσώπου που καταδικάστηκε για αδίκημα που εμπίπτει στον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο του 2014 (Ν. 91(I)/2014), το Δικαστήριο

δύναται να διατάξει, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση εργοδότησης ή τον τερματισμό της απασχόλησης του καταδικασθέντος σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά και την απαγόρευση διαμονής του καταδικασθέντος στον χώρο διαμονής του θύματος ή άλλων παιδιών ή σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει είτε με τον τόπο διαμονής του θύματος ή άλλων παιδιών είτε με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.

Παράλληλα, η Αρχή Εποπτείας που συστάθηκε δυνάμει του ίδιου Νόμου ασκεί τις αρμοδιότητές της για την εποπτεία και την αξιολόγηση της επικινδυνότητας προσώπων που παραπέμπονται σε αυτήν και του πιθανού κινδύνου επανάληψης του αδικήματος. Τα μέτρα αυτά αποτελούν μηχανισμούς προστασίας και δεν συνεπάγονται, από μόνα τους, δημόσια ανακοίνωση των στοιχείων του καταδικασθέντος.

Η δημοσίευση πληροφοριών από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτελεί διακριτό ζήτημα και αξιολογείται με συνεκτίμηση της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης και των δικαιωμάτων των επηρεαζόμενων προσώπων.

Η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απόκρυψη της ταυτότητας ενός καταδικασθέντος. Αντίστοιχα, η καταδίκη δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του. Κάθε περίπτωση οφείλει να εξετάζεται ξεχωριστά, με βάση τα ιδιαίτερα δεδομένα και χαρακτηριστικά της.

Η απόφαση ως προς το κατά πόσον συντρέχουν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις για δημοσιοποίηση στοιχείων ανήκει κάθε φορά στην αρμόδια Αρχή, στο πλαίσιο των εξουσιών που της παρέχει η νομοθεσία, με ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να μην αποκαλύπτεται, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, η ταυτότητα του θύματος.