Η συζήτηση για το νερό στην Κύπρο επανέρχεται κάθε φορά που οι βροχοπτώσεις μειώνονται ή τα αποθέματα των φραγμάτων βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα. Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσο νερό διαθέτουμε, αλλά κατά πόσο διαχειριζόμαστε αποτελεσματικά τους διαθέσιμους υδατικούς πόρους της χώρας.
Το νερό αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους φυσικούς πόρους της Κύπρου. Η επάρκειά του επηρεάζει την ποιότητα ζωής των πολιτών, τη γεωργική παραγωγή, τον τουρισμό, την οικονομία και συνολικά τις αναπτυξιακές προοπτικές του τόπου.
Παρά τις σημαντικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες σε φράγματα, μονάδες αφαλάτωσης, δίκτυα ύδρευσης και εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, το υφιστάμενο μοντέλο διαχείρισης εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων και περιορισμένο συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.
Η πραγματικότητα αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για έναν πιο ολοκληρωμένο και στρατηγικό τρόπο διακυβέρνησης του υδατικού τομέα. Η λήψη αποφάσεων οφείλει να βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα και να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε επαρχίας, τόσο ως προς τις πηγές υδροδότησης όσο και ως προς τις ανάγκες κατανάλωσης και τις υφιστάμενες υποδομές.
Πρόσφατες συζητήσεις για οριζόντιες μειώσεις στην παροχή νερού ανέδειξαν ακριβώς αυτή την ανάγκη. Η εξάρτηση από το κρατικό δίκτυο, η διαθεσιμότητα εναλλακτικών πηγών και το ποσοστό ατιμολόγητου νερού διαφοροποιούνται σημαντικά μεταξύ των επαρχιών. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή ενιαίων μέτρων δεν διασφαλίζει πάντοτε ισότιμα και αναλογικά αποτελέσματα.
Η Επαρχία Λευκωσίας, για παράδειγμα, παρουσιάζει ατιμολόγητο νερό της τάξης του 20%, ενώ δεν διαθέτει ουσιαστικές εναλλακτικές πηγές υδροδότησης πέραν του κρατικού δικτύου. Κατά συνέπεια, μια μείωση 10% στην παροχή από το κρατικό δίκτυο μεταφράζεται σχεδόν αυτούσια σε πραγματική μείωση της διαθέσιμης ποσότητας νερού. Αντίθετα, σε άλλες επαρχίες όπου η υδροδότηση ενισχύεται από πρόσθετες πηγές, όπως γεωτρήσεις ή υδατοφράγματα, η πραγματική επίδραση ενός αντίστοιχου μέτρου είναι σαφώς μικρότερη.
Η ανάγκη στρατηγικού σχεδιασμού δεν περιορίζεται μόνο στη διαχείριση της κατανάλωσης, αλλά επεκτείνεται και στον προγραμματισμό των αναγκαίων έργων υποδομής. Σε αρκετές περιπτώσεις οι μελλοντικές ανάγκες είναι ήδη γνωστές, ωστόσο οι απαιτούμενες επενδύσεις προχωρούν με αργούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα η διαχείριση να μετατρέπεται από προληπτική σε διαχείριση κρίσεων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ευρύτερη περιοχή Λακατάμειας και Δυτικής Λευκωσίας, όπου η έντονη οικιστική ανάπτυξη αυξάνει διαρκώς τη ζήτηση νερού. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια προστέθηκαν περισσότερες από 1.000 νέες συνδέσεις στο σύστημα που εξυπηρετείται από τις Δεξαμενές Γλυφού, με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περίπου 5%. Σήμερα τα αντλιοστάσια και ο αγωγός του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων που τροφοδοτούν την περιοχή έχουν δυνατότητα παροχής περίπου 12.000 κυβικών μέτρων νερού ημερησίως, ενώ κατά τους θερινούς μήνες η ζήτηση προσεγγίζει ήδη το όριο αυτό. Εφόσον οι υφιστάμενοι ρυθμοί ανάπτυξης συνεχιστούν, οι ανάγκες εκτιμάται ότι θα φθάσουν τα 14.000 κυβικά μέτρα ημερησίως μέσα στην επόμενη πενταετία, υπερβαίνοντας τις δυνατότητες του υφιστάμενου συστήματος.
Πολύτιμοι εναλλακτικοί υδατικοί πόροι
Την ίδια στιγμή, σημαντικοί υδατικοί πόροι παραμένουν αναξιοποίητοι. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία έχουν ληφθεί αποφάσεις για μείωση κατά 33% των διαθέσιμων ποσοτήτων νερού άρδευσης προς τον γεωργικό τομέα. Δημιουργείται λανθασμένα η εντύπωση ότι δεν υπάρχει επαρκής ποσότητα νερού για άρδευση. Στην πραγματικότητα, νερό υπάρχει και πιο συγκεκριμένα παράγεται.
Τα τρία εργοστάσια επεξεργασίας λυμάτων του ΕΟΑ Λευκωσίας στη Βαθειά Γωνιά, στην Ανθούπολη και στη Μια Μηλιά παράγουν καθημερινά περίπου 46.000 κυβικά μέτρα τριτοβάθμια επεξεργασμένου ανακυκλωμένου νερού, δηλαδή περίπου 17 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Παρ’ όλα αυτά, μόνο το 24% της ποσότητας αυτής αξιοποιείται για αρδευτικούς σκοπούς, ενώ το υπόλοιπο 76% καταλήγει σε φυσικούς αποδέκτες.
Αντίστοιχα, σε παγκύπρια κλίμακα παράγονται περίπου 45 εκατομμύρια κυβικά μέτρα τριτοβάθμια επεξεργασμένου νερού ετησίως. Από αυτά αξιοποιούνται περίπου 18 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, δηλαδή ποσοστό 40%, ενώ τα υπόλοιπα 27 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, ποσοστό 60%, απορρίπτονται κυρίως σε φυσικούς αποδέκτες.
Επιπρόσθετα, τα όμβρια ύδατα αποτελούν έναν από τους πιο υποεκτιμημένους και ανεκμετάλλευτους πόρους στο υδατικό σύστημα της Κύπρου. Κάθε χρόνο, σημαντικές ποσότητες βρόχινου νερού χάνονται στη θάλασσα ή στο υπέδαφος χωρίς καμία αξιοποίηση, ενώ παράλληλα επενδύουμε εκατομμύρια για την παραγωγή αφαλατωμένου νερού με υψηλό ενεργειακό κόστος.
Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν ότι η πρόκληση δεν αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα του νερού, αλλά και την αξιοποίηση των υφιστάμενων πόρων μέσω έγκαιρου σχεδιασμού και ολοκλήρωσης των απαραίτητων υποδομών μεταφοράς και διάθεσης.
Η ανάγκη για Ενιαίο Φορέα Διαχείρισης Υδάτων στην Κύπρο
Η δημιουργία ενός Ενιαίου Φορέα Διαχείρισης Υδάτων αποτελεί, κατά την άποψή μου, αναγκαία προϋπόθεση για την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής στον τομέα των υδάτων.
Ένας τέτοιος φορέας θα πρέπει να διαθέτει πραγματική διοικητική, οικονομική και λειτουργική ανεξαρτησία. Θα πρέπει να παρακολουθεί συνολικά το υδατικό ισοζύγιο της χώρας, να συντονίζει όλους τους εμπλεκόμενους οργανισμούς και να διαμορφώνει πολιτικές που να βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα και στις πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής.
Παράλληλα, θα μπορεί να εντάξει σε έναν ενιαίο σχεδιασμό τα φράγματα, τις μονάδες αφαλάτωσης, τα δίκτυα ύδρευσης, την επαναχρησιμοποίηση ανακυκλωμένου νερού, τη διαχείριση των όμβριων υδάτων, την προστασία των υπόγειων υδροφορέων και τη διαμόρφωση τιμολογιακής πολιτικής που να προστατεύει το μέσο νοικοκυριό και τις ευάλωτες ομάδες, αποθαρρύνοντας την αχρείαστη κατανάλωση. Η διάκριση μεταξύ του φορέα παραγωγής νερού και του φορέα που θα έχει την ευθύνη της συνολικής διαχείρισης του υδατικού ισοζυγίου θα ενισχύσει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αποτελεσματικότητα στη λήψη αποφάσεων.
Η Κύπρος διαθέτει ήδη την απαραίτητη τεχνογνωσία, τις υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό για να προχωρήσει σε μια τέτοια μεταρρύθμιση. Άλλωστε, δεκαπέντε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ήδη υιοθετήσει αντίστοιχους θεσμούς ρύθμισης και εποπτείας του υδατικού τομέα, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την Ελλάδα.
Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι αν θα βρέξει περισσότερο τον επόμενο χειμώνα. Το ζητούμενο είναι αν θα αποκτήσουμε ένα σύγχρονο, αποτελεσματικό και ενιαίο σύστημα διαχείρισης που θα διασφαλίζει την υδατική επάρκεια της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες και τις επόμενες γενιές.
Γιατί το νερό δεν είναι απλώς ένας φυσικός πόρος. Είναι ζήτημα περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και εθνικής ασφάλειας. Είναι θεμέλιο ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής και η διαχείρισή του απαιτεί ενιαίο σχεδιασμό, σαφείς αρμοδιότητες και μακροπρόθεσμο όραμα.