Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
fgd

Μία κοινωνία που επιβεβαιώνει τις σταθερές της ή που αναζητά νέα πολιτική έκφραση; Οι Βουλευτικές Εκλογές του 2026 επιβεβαίωσαν πως το κυπριακό πολιτικό σκηνικό βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης. Τα παραδοσιακά κόμματα διατηρούν τις δυνάμεις τους, βλέπουμε άνοδο κάποιων σχετικά νέων σχηματισμών αλλά και είσοδο στη Βουλή κομμάτων του «αντισυστημικού» αφηγήματος.

Σχετικό άρθρο >> Η καταμέτρηση ολοκληρώθηκε - Ποιοι εκλέγηκαν στη νέα Βουλή

Τη σταθερή του παρουσία και τον διαχρονικό του ρόλο επιβεβαιώνει με τη θέση που κατέλαβε το ΔΗΚΟ. Αν αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολιτική επιτυχία με δυναμική προοπτικής είναι ένα ερώτημα. Ωστόσο το γεγονός είναι ότι παραμένει μία υπολογίσιμη κοινοβουλευτική δύναμη. Το κόμμα που διαχρονικά διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή θα έλεγε κανείς ότι με τη θέση που έλαβε διατηρεί μεν τις ισορροπίες αλλά δεν διασφαλίζει ότι αυτή μπορεί να εξαργυρωθεί πολιτικά σε πραγματική επέκταση στο μέλλον. Ίσως γιατί εξακολουθεί να μοιάζει εγκλωβισμένο, επιχειρώντας από τη μία να διατηρήσει τον παραδοσιακό του χαρακτήρα και από την άλλη να προσαρμοστεί στο νέο πολιτικό περιβάλλον της έντονης πόλωσης και της αποδυνάμωσης των κομματικών ταυτίσεων. Όπως και να έχει, θα ήταν λάθος να μην αναγνωρίσει κανείς ότι διαθέτει ισχυρό οργανωτικό μηχανισμό και εμπειρία, πράγμα που του επιτρέπει να διατηρεί τις αντοχές του ακόμη και σε αυτές τις πολιτικές συγκυρίες.

Η αυτόνομη πολιτική επιβίωση ενός νέου κόμματος είναι ιδιαίτερα δύσκολη όταν απευθύνεται ουσιαστικά στην ίδια εκλογική δεξαμενή με το κόμμα από το οποίο προήλθε

Όσον αφορά στη ΔΗΠΑ, το αποτέλεσμα της χθεσινής κάλπης προκαλεί αναπόφευκτα ερωτήματα γύρω από το μέλλον της και τη σχέση της με το ΔΗΚΟ, αφού η δημιουργία της, που σημαδεύτηκε από μία σημαντική εσωτερική ρήξη στο Δημοκρατικό Κόμμα, δεν φάνηκε να πείθει. Η ανάγκη για δημιουργία ενός πιο μετριοπαθούς και κυβερνητικά συνεργάσιμου πολιτικού χώρου έδειξε με τα χρόνια το δύσκολο της υπόθεσης, δηλαδή ότι η αυτόνομη πολιτική επιβίωση ενός νέου κόμματος είναι ιδιαίτερα δύσκολη όταν απευθύνεται ουσιαστικά στην ίδια εκλογική δεξαμενή με το κόμμα από το οποίο προήλθε, σε συγγενές ακροατήριο και με παρόμοιες πολιτικές προσεγγίσεις. Το κατά πόσο υπάρχει πλέον πραγματικός λόγος πολιτικής αυτονομίας της ΔΗΠΑ ή αν έχει φτάσει η στιγμή για επαναπροσέγγιση με το ΔΗΚΟ είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να λυθεί εσωτερικά, αλλά μοιάζει εξαιρετικά δύσκολο.

Διάβασε εδώ: 

Η προσπάθεια πολιτικού εξωραϊσμού δεν μπορεί να διαγράψει ούτε ιδεολογικές αναφορές ούτε ρητορικές που συχνά καλλιεργούν κοινωνικό φόβο και πόλωση

Ως κάτι φυσιολογικό δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται η ενίσχυση του ΕΛΑΜ, το ίδιο και η σταδιακή, εξ όσων φαίνεται, κανονικοποίηση της παρουσίας του στο πολιτικό σκηνικό τα τελευταία χρόνια. Όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και διεθνώς, η οικονομική ανασφάλεια, η κρίση εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά κόμματα, το μεταναστευτικό και η γενικευμένη απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση ακραίων πολιτικών αφηγημάτων. Και είναι αισθητή η προσπάθεια του ΕΛΑΜ για πολιτική εξομάλυνση της εικόνας του και σίγουρα έχει οδηγήσει μέρος της κοινωνίας να αντιμετωπίζει την άνοδό του ως κάτι περίπου αναμενόμενο. Προβληματισμό όμως προκαλεί η εδραίωση ενός πολιτικού λόγου που βασίζεται στον φόβο, στην ένταση και στον διχασμό. 

Το ΕΛΑΜ επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να εμφανιστεί με πιο θεσμικό και πολιτικά ώριμο, «σοβαρό», προφίλ. Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθεια πολιτικού εξωραϊσμού δεν μπορεί να διαγράψει ούτε τις ιδεολογικές του αναφορές ούτε ρητορικές που συχνά καλλιεργούν κοινωνικό φόβο και πόλωση. Η λογική του «εμείς εναντίον των άλλων» οδηγεί σταδιακά και τον δημόσιο διάλογο προς ακραίες θέσεις και αυτό είναι κάτι που πρέπει να απασχολήσει την κοινωνία.

Διάβασε εδώ >> ΕΛΑΜ: Αυτοί είναι οι νέοι Βουλευτές

Όταν ένα κόμμα διεκδικεί ρόλο εξουσίας και συμμετοχή, αυτομάτως εντάσσεται στους ίδιους θεσμούς που χαρακτηρίζει προβληματικούς και μάλλον καλείται να δείξει κάτι διαφορετικό

Όσον αφορά στα νεοεισερχόμενα Άλμα και Άμεση Δημοκρατία, τα οποία αυτοπαρουσιάζονταν αλλά και παρουσιάζονταν από μία σεβαστή μερίδα της κοινωνίας κατά την προεκλογική περίοδο ως φορείς «μηνυμάτων ανατροπής» και της «αντισυστημικής ψήφου», ναι, μπορεί να τα κατάφεραν, ωστόσο το ερώτημα που προκύπτει είναι αν πίσω από τη ρητορική περί σύγκρουσης με το πολιτικό κατεστημένο κρύβεται τελικά μία διαφορετική πραγματικότητα. Στην περίπτωση του Άλματος, αρκετά από τα πρόσωπα που το απαρτίζουν προέρχονται από τον χώρο της οργανωμένης πολιτικής, ενώ από την πλευρά της η Άμεση Δημοκρατία, παρόλο που μιλούμε για ένα πολιτικό «start up», επένδυσε σε έναν έντονα αντικομματικό λόγο χωρίς ωστόσο να παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο και εφαρμόσιμο πολιτικό σχέδιο ανατροπής των δομών που η ίδια καταγγέλλει. Το βασικό ερώτημα που θα απαντηθεί, σύντομα ευελπιστούμε, είναι κατά πόσο οι σχηματισμοί αυτοί αποτελούν πράγματι κάτι νέο ή αν πρόκειται για μία διαφορετική συσκευασία της ίδιας πολιτικής κουλτούρας που οι ίδιοι καταγγέλλουν. Διότι όταν ένα κόμμα διεκδικεί ρόλο εξουσίας και συμμετοχή, αυτομάτως εντάσσεται στους ίδιους θεσμούς που χαρακτηρίζει προβληματικούς και μάλλον καλείται να δείξει κάτι διαφορετικό. Και πρώτα απ’ όλα, αν είναι αρκετή η οργισμένη ρητορική για να συγκρουστεί με κατεστημένες νοοτροπίες και συμφέροντα από τη μία ή, στην περίπτωση της Άμεσης Δημοκρατίας από την άλλη, αν το απλό και εύπεπτο αφήγημα και ο αντιπολιτικός λόγος μπορούν να λειτουργήσουν πέρα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μέσα στην ίδια τη Βουλή. Σεβαστή η ψήφος «διαμαρτυρίας» και στις δύο περιπτώσεις, αλλά η αυτόματη ταύτισή της με την «αντισυστημικότητα» ίσως να αποτελεί ακόμη μία βολική πολιτική ετικέτα.

Διαβάστε εδώ: 

Εκτός Βουλής η ΕΔΕΚ και μαζί της ένα ιστορικό κεφάλαιο της κυπριακής πολιτικής, σε ένα από τα πιο συμβολικά αποτελέσματα των φετινών εκλογών. Μετά από δεκαετίες συνεχούς κοινοβουλευτικής παρουσίας, ένα κόμμα που ταυτίστηκε με σημαντικές στιγμές της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Κύπρου μένει εκτός. Η σταδιακή φθορά του κόμματος, με συγκρούσεις κυρίως στο εσωτερικό, έδειχνε εδώ και καιρό ότι κινείται ανάμεσα στο ιστορικό του βάρος και στην αδυναμία του να πείσει. Η έξοδος της ΕΔΕΚ δεν αφορά μόνο το ίδιο το κόμμα αλλά αποτελεί και ένδειξη μίας αναδιάταξης που συντελείται στο κυπριακό πολιτικό σκηνικό.

Διάβασε εδώ >> Πρόεδρος ΕΔΕΚ: Αναλαμβάνω το μερίδιο της ευθύνης που μου αναλογεί

Εκτός Βουλής και το Κίνημα Ενεργοί Πολίτες – Κίνημα Ενωμένων Κυπρίων Κυνηγών με τη συνολική του παρουσία στην προεκλογική περίοδο να καταγράφεται ως ακόμη ένα μήνυμα δυσαρέσκειας απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα. Για ένα μέρος της κοινωνίας αντιπροσώπευσε μία μορφή αντίδρασης και μία γενικότερη αίσθηση πως συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες αισθάνονται παραμελημένες. Για το κίνημα, η αποτυχία εκλογής δεν σημαίνει απαραίτητα πολιτική εξαφάνιση, αλλά καταγράφει ίσως ένα σαφές όριο. Ότι η μετατροπή μιας κοινωνικής ή επαγγελματικής ταυτότητας σε σταθερή κοινοβουλευτική δύναμη απαιτεί πολύ περισσότερα από τη διαμαρτυρία ή τη θεματική συσπείρωση.

Μία ακόμη απώλεια από το πολιτικό σκηνικό είναι αδιαμφισβήτητα η έξοδος του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, ενός κόμματος που για χρόνια διατηρούσε κοινοβουλευτική παρουσία, με το αποτέλεσμα να μην μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως εκλογική φθορά. Ίσως να σχετίζεται και με την ανάγκη για πιο εξειδικευμένο πολιτικό λόγο χωρίς κρίση πολιτικής ταυτότητας. Και είναι πράγματι ειρωνικό πως την ώρα που διεθνώς τα ζητήματα της πράσινης μετάβασης, της βιωσιμότητας και της κλιματικής πολιτικής αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα, στην Κύπρο το κόμμα που είχε ως βασικό πυρήνα ακριβώς αυτές τις θεματικές μένει εκτός Βουλής.

Διάβασε εδώ >> Οικολόγοι: Συνεδριάζουν απόψε για τα επόμενα τους βήματα

Τώρα όσον αφορά το Βολτ, που κατά την προεκλογική περίοδο προσπάθησε να παρουσιαστεί ως μία σύγχρονη, ευρωπαϊκή και διαφορετική πολιτική πρόταση, επίσης δεν κατάφερε να πείσει. Μία εύκολη ερμηνεία θα ήταν πως επηρεάστηκε από τη δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση Σάντη, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας και δημιούργησε σοβαρούς πολιτικούς και κοινωνικούς κραδασμούς. Παράλληλα όμως είχε να αντιμετωπίσει και τα προβλήματα που συναντούν συχνά οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί, όπως η περιορισμένη οργανωτική δομή, η χαμηλή αναγνωρισιμότητα και, κυρίως, η ασαφής πολιτική ιδεολογία. Το ερώτημα πλέον είναι αν το Βολτ μπορεί να επιβιώσει πολιτικά ή αν θα καταγραφεί ως μία χαμένη ευκαιρία παρουσίας ενός ευρωπαϊκού χώρου στο κυπριακό γίγνεσθαι.

Κλείνοντας, κάτι που επιβεβαίωσαν οι φετινές εκλογές για ακόμη μία φορά είναι πως παρά τη φθορά, την απογοήτευση και τη γενικευμένη αμφισβήτηση απέναντι στο πολιτικό σύστημα, ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ εξακολουθούν να αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες του κυπριακού πολιτικού σκηνικού.

Διάβασε εδώ: 

Η δημοκρατία δεν ενισχύεται όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή καταγγελία. Η κριτική είναι αναγκαία. Η συνεχής όμως καταγγελία του αόριστου «συστήματος» έχει καταντήσει κουραστική

Ο ΔΗΣΥ ήθελε και κατάφερε να αποδείξει ότι παραμένει η κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Έδειξε πως διαθέτει αντοχές, ισχυρή εκλογική βάση και δυνατότητα συσπείρωσης ακόμη και σε δύσκολες πολιτικές συγκυρίες. Από την άλλη πλευρά, το ΑΚΕΛ έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται ικανοποιημένο, αφού απέδειξε ότι διαθέτει έναν πειθαρχημένο πυρήνα ψηφοφόρων και κατάφερε να επαναφέρει μέρος ψηφοφόρων που είχαν απομακρυνθεί, διατηρώντας τη θέση του ως βασικός εκφραστής της αριστεράς στην Κύπρο.

Και τα δύο μεγάλα κόμματα πέρασαν ολόκληρη την προεκλογική περίοδο απαντώντας στην ταμπέλα του «συστήματος». Σε πολλές περιπτώσεις δεν αρκούσαν τα επιχειρήματα, αρκούσε η ταμπέλα. Γιατί η εικόνα του «αντισυστημικού» πούλησε το τελευταίο διάστημα και οικοδομήθηκε πάνω στην κοινωνική δυσαρέσκεια, στην απογοήτευση των πολιτών απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα και στη γενικευμένη απαξίωση της πολιτικής. Όμως άλλο η διαμαρτυρία και άλλο η πραγματική ρήξη με το σύστημα εξουσίας. Η κοινωνία ασφαλώς έχει λόγους να είναι θυμωμένη και να αμφισβητεί πολιτικές και πρόσωπα. Όμως η δημοκρατία δεν ενισχύεται όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή καταγγελία. Η κριτική είναι αναγκαία. Η συνεχής όμως καταγγελία του αόριστου «συστήματος» έχει καταντήσει κουραστική. Το «σύστημα» δεν χρειάζεται να ξεριζωθεί. Οι ρίζες είναι απαραίτητες. Αυτό που χρειάζεται είναι να βελτιωθεί, να επανασυστηθεί, να δώσει απαντήσεις στη νέα πολιτική εποχή και να αποτρέψει την άνοδο ακραίων πολιτικών δυνάμεων. Να εμπνέει κοινωνική αξιοπιστία, να ενισχύει τη θεσμική εμπιστοσύνη και κυρίως να αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα που τροφοδοτούν την απογοήτευση των πολιτών.

Η πραγματική δημοκρατική ωριμότητα συνήθως φαίνεται στην ικανότητα ενός πολιτικού χώρου να αντέχει τον έλεγχο, να απαντά στα δύσκολα και να συμμετέχει σε ουσιαστική αντιπαράθεση. Η νέα εξακομματική Βουλή θα αποτελέσει πλέον το πεδίο όπου η ρητορική του κάθε κόμματος θα δοκιμαστεί στην πράξη. Διότι άλλο η προεκλογική καταγγελία και άλλο η πολιτική ευθύνη. Και εκεί θα φανεί αν οι προεκλογικές υποσχέσεις θα μετατραπούν σε υπεύθυνο και σοβαρό πολιτικό λόγο. Και από την πλευρά της η κοινωνία θα κληθεί εκ νέου, σε πέντε χρόνια, να επιλέξει προς ποια κατεύθυνση θα επιθυμεί να κινηθεί τότε.


Δεν είναι δυνατόν να προσπεράσει κανείς και τις χθεσινοβραδινές αναφορές του Νίκου Χριστοδουλίδη πως ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ «άξιζαν» να βρίσκονται στη νέα Βουλή. Δηλώσεις που μπορούν να ερμηνευθούν τόσο πολιτικά όσο και ανθρώπινα, αλλά δεν παύουν να εγείρουν και ένα σαφές ζήτημα θεσμικής ουδετερότητας όσον αφορά τα όρια των δημόσιων τοποθετήσεων ενός Προέδρου της Δημοκρατίας. Τα δύο κόμματα αποτέλεσαν βασικούς συμμάχους στη διαμόρφωση της σημερινής κυβερνητικής εξίσωσης, ωστόσο τίθεται το ερώτημα κατά πόσο είναι ορθό ένας Πρόεδρος να σχολιάζει ποια κόμματα «θα έπρεπε» να έχουν εκλεγεί. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκπροσωπεί το σύνολο της κοινωνίας και των πολιτικών συσχετισμών. Ασφαλώς και έχει κάθε δικαίωμα να εκφράσει άποψη, ωστόσο είναι εύλογο το ερώτημα αν τέτοιες δηλώσεις ενισχύουν την εικόνα θεσμικής ισορροπίας. 

Σχετικό άρθρο: ΠτΔ: Μήνυμα συνεργασίας στους νέους Βουλευτές