Η άσκηση του δικαιώματος της διαμαρτυρίας έιναι αναφαίρετη. Αυτό δηλώνουν όλοι όσοι θέλουν να κατευνάσουν τα πνεύματα όσων θέλουν να διαμαρτυρηθούν. Σε αυτό άρθρο δεν θα μιλήσω όμως για αυτό το δικαίωμα της διαμαρτυρίας, που όντως είναι αναφαίρετο, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται από την κυπριακή κοινωνία.
Κάθε φορά που κάποια κοινωνική ομάδα βγαίνει στους δρόμους, εμφανίζονται οι φωνές που αντιτίθενται, όχι στη διαμαρτυρία αλλά στον τρόπο με τον οποίο διαμαρτύρεται κάποιος. Μπορεί να κλείσει δρόμους κατά τη διαμαρτυρία; Μπορεί να είναι ενοχλητικός για το ευρύ κοινό και τους περαστικούς;
Πώς τελοσπάντων θα μεταφέρουν τα μηνύματά τους οι διαμαρτυρόμενοι. Να πάνε έξω από το Προεδρικό; Το έκαναν. Να πάνε έξω από το Υπουργείο Γεωργίας; Το έκαναν. Μπήκαν μέσα και μίλησαν και με τους αρμόδιους. Τι να κάνουν; Να τα παρατήσουν;
Όταν τα αιτήματα μιας επαγγελματικής ομάδας που φαίνεται ότι καταρρέει, δεν γίνονται αποδεκτά, δεν πρέπει να προχωρήσουν σε περαιτέρω λήψη πιο δραστικών μέτρων;
Ένα είναι το δεδομένο. Μία διαμαρτυρία αν δεν ταρακουνήσει και αν δεν ενοχλήσει, δεν νοείται διαμαρτυρία. Και όταν μιλάμε για τους κτηνοτρόφους που ασχολούνται με ένα κλάδο που μας αφορά άμεσα, πρέπει να γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες και τα αιτήματα αυτών που διαμαρτύρονται και, γιατί όχι, να τους βοηθήσουμε στη διαμαρτυρία αυτή.
Καλό είναι όταν κρίνουμε κάποιους που διαμαρτύρονται ειρηνικά, να τους κρίνουμε με νηφάλιο τρόπο και να τους δίνουμε εναλλακτικές.
Ένα δικαίωμα που στην Κύπρο θα έπρεπε να εξασκείται πιο συχνά, για πολλούς λόγους, δεν θα έπρεπε να χρίζει επεξεργασίας αλλά βελτίωσης, ως προς την ελευθερία της έκφρασης.