Η Γκάντα ήταν μόλις 12 ετών όταν την πάντρεψαν. Μέσα σε έναν χρόνο, κρατούσε στην αγκαλιά της το πρώτο της παιδί. Στα 15 της, ήταν ήδη μητέρα τριών παιδιών, εγκλωβισμένη σε έναν βίαιο γάμο με έναν πολύ μεγαλύτερο άντρα – έναν άντρα που δεν επέλεξε, αλλά της «δόθηκε» από τον πατέρα της.
«Η οικογένειά μου είναι φτωχή», εξηγεί η ίδια. «Ο πατέρας μου δέχτηκε την πρώτη πρόταση γάμου, όχι μόνο για μένα, αλλά και για τις αδερφές μου. Δεν τον ένοιαζε ότι ήμασταν παιδιά». Η ανάγκη έγινε μοίρα, και η μοίρα έγινε φυλακή.
Ο γάμος ανήλικων κοριτσιών στην Υεμένη υπήρχε πριν τον πόλεμο, αλλά η αιματηρή σύρραξη που μαίνεται εδώ και χρόνια έχει επιδεινώσει δραματικά την κατάσταση. Η πείνα θερίζει τον πληθυσμό, και για φτωχές οικογένειες, τα παιδιά δεν είναι πια ευλογία – είναι βάρος.
Ο άντρας της Γκάντα ήθελε αγόρι. Όταν το πρώτο της παιδί ήταν κορίτσι, την κακοποιούσε σωματικά και ψυχολογικά, περιορίζοντάς την στο σπίτι. Της επέτρεψε να δει την οικογένειά της μόνο όταν γέννησε ένα αγόρι. Η Γκάντα ικέτευσε τον πατέρα της να τη σώσει. Εκείνος αρνήθηκε – δεν μπορούσε να ταΐσει άλλο ένα στόμα. Έγκυος ξανά, προσπάθησε να δώσει τέλος στη ζωή της πίνοντας φυτοφάρμακο. Σώθηκε την τελευταία στιγμή από την κουνιάδα της, αλλά και πάλι δεν υπήρχε διέξοδος.
Η ιστορία της, όμως, είχε μια σπάνια τροπή. Ένας γείτονας, δείχνοντας απλώς ανθρωπιά, τη βοήθησε να δραπετεύσει μαζί με τη μητέρα της και να βρει καταφύγιο σε έναν από τους 51 ασφαλείς χώρους του ΟΗΕ στην Υεμένη, που υποστηρίζονται από το UNFPA. Εκεί, βρήκε φροντίδα και νομική υποστήριξη. Κατάφερε να πάρει την επιμέλεια των παιδιών της. Ήταν ελεύθερη – τουλάχιστον τυπικά.
Η ελευθερία, όμως, δεν σημαίνει τίποτα χωρίς τα μέσα να σταθείς. Στα 16 της, η Γκάντα δεν ήξερε να διαβάζει, να γράφει, ούτε να επιβιώνει μόνη. Στον ασφαλή χώρο, έμαθε να ράβει. Έμαθε τα πρώτα της γράμματα. Ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή της και της δόθηκε μια ραπτομηχανή για να ξεκινήσει από το μηδέν. Σήμερα, ζει ξανά με τον πατέρα της, αλλά είναι αυτή που συντηρεί την οικογένεια.
«Η εκπαίδευση με βοήθησε να γίνω οικονομικά ανεξάρτητη, ώστε να έχω την ελευθερία να κάνω τις δικές μου επιλογές», λέει. «Πρέπει να μορφώσω τα παιδιά μου, για να μπορούν να αποφασίζουν μόνα τους για τη ζωή τους».
Η ιστορία της Γκάντα είναι συγκλονιστική – αλλά δεν είναι μοναδική. Σύμφωνα με τη UNICEF, περισσότερα από 650 εκατομμύρια γυναίκες στον κόσμο έχουν παντρευτεί σε παιδική ηλικία. Στην Υεμένη, πάνω από δύο στα τρία κορίτσια παντρεύονται πριν τα 18. Πριν τον πόλεμο, το ποσοστό ήταν ένα στα δύο. Η χώρα δεν έχει καν νόμιμη ηλικία γάμου. Η βίαιη ιδεολογία των Χούθι, που έχουν τον έλεγχο από το 2014, έχει εντείνει τις διακρίσεις και την καταπίεση των γυναικών.
Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στην Υεμένη. Σε πολλές περιοχές της Αφρικής, όπως ο Νίγηρας, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και το Τσαντ, τα ποσοστά παιδικών γάμων ξεπερνούν το 60%. Στην Ασία, το Μπανγκλαντές και το Νεπάλ διατηρούν υψηλά ποσοστά, ενώ στο Αφγανιστάν, μετά την απαγόρευση της εκπαίδευσης κοριτσιών, οι παιδικοί γάμοι αυξήθηκαν κατά 25%.
Ακόμη και η Ευρώπη δεν είναι άμοιρη. Στη Ρουμανία, μέλος της Ε.Ε., το 7% των κοριτσιών παντρεύεται πριν τα 18. Στην Ινδία, σχεδόν 1,5 εκατομμύριο κορίτσια κάτω των 18 παντρεύονται κάθε χρόνο – συχνά υπό το βάρος της παράδοσης και της φτώχειας, παρά την ύπαρξη νόμων.
Η UNICEF και το UNFPA υλοποιούν ένα παγκόσμιο πρόγραμμα για τον τερματισμό του φαινομένου. Όμως, όλοι αναγνωρίζουν πως δεν υπάρχει μια λύση για όλες τις χώρες. Η φτώχεια, ο πόλεμος και η πείνα δεν εξαφανίζονται με δωρεές. Χρειάζονται νόμοι, παιδεία και πολιτική βούληση.
Όπως τονίζει η οργάνωση Girls Not Brides, «η χρηματοδότηση σήμερα δεν επαρκεί για να αντιμετωπιστεί η πραγματική έκταση του παιδικού γάμου παγκοσμίως». Η ουσιαστική αλλαγή θα έρθει μόνο μέσα από την εκπαίδευση – μόνο έτσι μπορεί να σπάσει ο κύκλος της σιωπής και της καταπίεσης.
Με πληροφορίες από protothema.gr