Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, δύο εγκληματικές φατρίες έσπερναν τον τρόμο στα χωριά της βορειοδυτικής υπαίθρου της επαρχίας Λεμεσού. Η συμμορία των Ζαχαρίων, με επίκεντρο τη Λόφου και τον Ύψωνα, και οι αντίπαλοί τους, οι Κολοσσιάτες από το Κολόσσι και την Πάχνα, συγκρούστηκαν σε έναν ανελέητο κύκλο αίματος, με φόνους και άλλες ειδεχθείς πράξεις εκδίκησης, μιας βεντέτας που δεν είχε τέλος.
Πώς ξεκίνησε η βεντέτα.
Η πρώτη σπίθα του αιματοκυλίσματος ανάβει το 1936. Ο Ζαχαρίας Αντωνίου, γαιοκτήμονας από τη Λόφου, διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με την Ερμιόνη -τη σύζυγο του Κυριάκου Θεοδούλου, που ήταν μισταρκός (βοηθός) του. Όταν ο Θεοδούλου αποφυλακίστηκε και πληροφορήθηκε την παράνομη σχέση της γυναίκας του με το αφεντικό του, έκανε το «λάθος» να ανοίξει το στόμα του και να πει ότι δεν του άρεσε καθόλου αυτό που έμαθε.
Λίγο αργότερα βρέθηκε δολοφονημένος με φρικτό τρόπο. Ο φόνος αυτός, με το στίγμα του έρωτα και της προδοσίας, ήταν το σημείο μηδέν της μεγάλης βεντέτας. Ο Θέουλος συγγένευε με τη σύζυγο του Χαμπή Ονησιφόρου, γαιοκτήμονα και επικεφαλής της αντίπαλης πλέον φατρίας των Κολοσσιατών. Από τότε και έπειτα η μία δολοφονία έφερνε την άλλη. Οι νυχτερινές ενέδρες και οι εν ψυχρώ εκτελέσεις έγιναν φόβος και τρόμος.
Τα βράδια, οι κάτοικοι χωριών της περιοχής και κυρίως στο Κολόσσι, τον Ύψωνα, τη Λόφου και την Πάχνα κλείνονταν στα σπίτια τους νωρίς, σαν να επιβαλλόταν άτυπη απαγόρευση κυκλοφορίας. Οι δρόμοι άδειαζαν, και στα σκοτεινά σοκάκια κυκλοφορούσε μόνο ο τρόμος. Πτώματα βρίσκονταν σε ξεροπήγαδα, σε μισοκαμένα αλώνια ή κάτω από μουριές. Οι δολοφόνοι δεν κρύβονταν. Ήταν σαν να είχαν ισχυρές πλάτες.
Σχολή εγκλήματος το σπίτι του Ζαχαρία
Ο Ζαχαρίας Αντωνίου προετοίμασε και τους γιους του να συνεχίσουν την «δουλειά». Ο Αντώνης και ο Παμπής Ζαχαρία μεγάλωσαν μέσα στην ωμότητα και τη βία. Ο πατέρας τους όχι μόνο δεν απέτρεψε, αλλά ενθάρρυνε τη συμμετοχή τους σε φονικές ενέργειες. Μάλιστα, λέγεται ότι η πρώτη δολοφονική τους πράξη, σε μικρή κιόλας ηλικία, έγινε δεκτή με υπερηφάνεια από τον κύρη τους. Ο Αντώνης αποπειράθηκε να σκοτώσει με την περίφημη «κουνιά» (πέλεκυ) τον Χρυσόστομο Νικολάου, ενώ ο Παμπής σκότωσε τη φιλενάδα του πατέρα τους, την Ερμιόνη. Ο πατέρας τους καθόλου δε στενοχωρήθηκε για την Ερμιόνη. Αντίθετα για ό,τι έκαναν τους επαινούσε. Τους μύησε στον νόμο του αίματος από την εφηβεία.
Λέγεται πως όταν ο Αντώνης επέστρεψε στο σπίτι, μετά το πρώτο του «κατόρθωμα», ο πατέρας του τον υποδέχτηκε με βλέμμα περηφάνιας και του είπε: «τώρα είσαι άντρας». Ήταν μια φράση που θα επαναλαμβανόταν κάθε φορά που ο Αντώνης διέπραττε νέο έγκλημα, σαν τελετουργική επιβεβαίωση ότι βάδιζε στα βήματά του. Το σπίτι τους δεν ήταν μόνο καταφύγιο, ήταν και άτυπο αρχηγείο, όπου το τραπέζι της κουζίνας γινόταν χώρος συνεννοήσεων και σχεδιασμών.
Οι φόνοι των πατεράδων και η κορύφωση της βεντέτας
Η βεντέτα κορυφώθηκε με τις δολοφονίες των αρχηγών της καθεμιάς από τις φατρίες. Ο Χαμπής Κολοσσιάτης εκτελέστηκε εν ψυχρώ το 1953. Ο Ζαχαρίας Αντωνίου δολοφονήθηκε το 1956. Οπότε η μανία της εκδίκησης όχι μόνο δεν έσβησε αλλά αναζωπυρώθηκε. Οι νεότεροι ανέλαβαν να συνεχίσουν τη βεντέτα. Ο Αντώνης Ζαχαρία έγινε κυρίαρχος του υποκόσμου: σκότωσε πισώπλατα τον πρώην σύμμαχό του, Διαμαντή Κωνσταντίνου, όταν έμαθε πως σχεδίαζε τη δολοφονία του. Έπειτα, εκδικήθηκε τον θάνατο του πατέρα του σκοτώνοντας τον Πέτρο Μουζωμένο. Αφού τον κτύπησε με την κουνιά, τον ακρωτηρίασε, και την επόμενη μέρα επιδείκνυε τα κομμένα μέλη του σε ταβέρνα.
Η βία δεν περιορίστηκε στους αντιπάλους. Οι συμμορίες προέβαιναν όχι μόνο σε στοχευμένες δολοφονίες αλλά και σε πράξεις ωμής αυτοδικίας, τρομοκρατικούς εκβιασμούς, απειλές, βιαιοπραγίες και ζωοκλοπές. Σε πολλά χωριά, αθώοι πολίτες δέχονταν βίαιη τιμωρία χωρίς αιτία – είτε διότι αρνήθηκαν να υπακούσουν, είτε διότι οι εγκληματίες θεώρησαν ύποπτο κάποιον χωρίς αποδείξεις είτε επειδή απλώς και μόνο είχε συγγένεια με «λάθος» οικογένεια.
Η κυπριακή κοινωνία, ακόμα και στις πιο δύσκολα χρόνια από πλευράς κοινωνικών συνθηκών, σπάνια είχε ζήσει τέτοιο σκοτάδι. Πολλές γυναίκες συγγενών των Ζαχαρίων και των Κολοσσιατών ζούσαν με το στίγμα, περπατούσαν σκυφτές και άλλαζαν πεζοδρόμιο για να μην συναντήσουν βλέμματα. Μητέρες φορούσαν τα μαύρα πολύ πριν θάψουν τους γιους τους, επειδή ένιωθαν πως ήταν «χαμένοι από χέρι». Υπήρχαν παιδιά που μεγάλωσαν σε σχολεία του Ύψωνα ή του Κολόσσιου και άκουγαν τις μανάδες άλλων να ψιθυρίζουν: «είναι το εγγόνι του Ζαχαρία». Κουβαλούσαν το στίγμα του εγκληματία στο όνομά και την καταγωγή τους.
Είχαν σχέση οι Ζαχαρίες με την αποικιακή αντικατασκοπεία;
Οι Ζαχαρίες φέρονται να είχαν στενές σχέσεις με τη διαβόητη Special Branch των Πλατρών -τη βρετανική υπηρεσία αντικατασκοπείας- και ενδεχομένως να λειτουργούσαν σε κάποιο βαθμό με την «κάλυψη» ή την ανοχή των αποικιακών μυστικών υπηρεσιών. Φαίνεται πως δρούσαν ως άτυποι πληροφοριοδότες των Βρετανών κατά την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα, προβαίνοντας και σε εκτελέσεις που παρουσίαζαν ως εσωτερικές εκκαθαρίσεις στην ΕΟΚΑ. Μεταξύ των θυμάτων αναφέρονται οι αγωνιστές Χριστόδουλος Εγγλέζος, Παναγής Τσαμαδός και Κώστας Αντωνιάδης (Τυλιλλής).
Όλα αυτά καταγράφονται με ανατριχιαστική λεπτομέρεια στο βιβλίο του Αδάμου Κόμπου «Ζαχαρίες και Κολοσσιάτες – Βεντέτες και Εγκλήματα», το οποίο στηρίζεται σε δικογραφίες, πρακτικά δικαστηρίων, εφημερίδες εποχής και προφορικές μαρτυρίες. Ο Κόμπος τεκμηριώνει όχι μόνο τη δράση των συμμοριών, αλλά και την ανοχή -ή και συνενοχή- της αποικιακής αστυνομίας και της τοπικής κοινωνίας.
Λόγω ωστόσο της γενικότερης πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής, στη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, η προσοχή του κόσμου έφυγε από τη δράση των δύο αυτών συμμοριών, οι άνθρωποι έπαψαν πια να ζουν με τον τρόμο που άλλοτε ένιωθαν για την εγκληματική τους δράση. Τα αλλεπάλληλα εγκλήματα μίσους και εκδίκησης, σε μια εποχή εξέγερσης κατά της αποικιοκρατίας, αγανάκτησαν τον κόσμο και κάποιοι που άλλοτε σιωπούσαν άρχισαν πια να μιλούν και να λένε τι ήξεραν.
Η αρχή του τέλους
Η δολοφονία του αστυνομικού Χριστόδουλου Γενεθλίου στις 2 Δεκεμβρίου 1960, μέσα στο επαρχιακό δικαστήριο Λεμεσού, υπήρξε σημείο καμπής. Ο Γενεθλίου σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια αποτυχημένης απόπειρας δολοφονίας του Αντώνη Ζαχαρία από πρώην μέλη της ΕΟΚΑ, που ήθελαν να δώσουν τέλος στη δράση του. Το σοκ από τον φόνο ενός αστυνομικού σε δημόσια θέα πυροδότησε επιχείρηση εκκαθάρισης των συμμοριών.
Μέχρι τότε, οι εγκληματικές πράξεις της συμμορίας είχαν ήδη ξεπεράσει κάθε όριο. Ο Μιχάλης Χειλέτικος είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία του Κώστα Σάββα Περιστρόφα, ιδιοκτήτη χαρτοπαικτικής λέσχης, τον Ιούλιο του 1960 — έγκλημα που φέρεται να οργανώθηκε από τον Αντώνη Ζαχαρία. Ο Λαζαρής Δημητρίου συμμετείχε στη φρικτή δολοφονία και τον ακρωτηριασμό του Πέτρου Μουζωμένου, αρχηγού των Κολοσσιατών, στις 29 Αυγούστου 1958. Ο Παμπής Ζαχαρία κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία του Κυριάκου Πέτρου Φυλακισμένου, τον Σεπτέμβριο του 1958 — ένα ιδιαζόντως ειδεχθές έγκλημα με «κουνιά» και πυρπόληση του πτώματος.
Από εκείνο το σημείο και έπειτα, οι Ζαχαρίες έχασαν τη δύναμή τους. Οι πράξεις τους, ωστόσο, είχαν ήδη αφήσει πίσω ένα σκηνικό φρίκης: βάρβαρες εκτελέσεις, ακρωτηριασμοί, εξαφανίσεις πτωμάτων. Πολλές από αυτές τις πράξεις ξεκινούσαν από συνωμοσίες και σκοτεινές συνεννοήσεις στη σφαίρα του υπόκοσμου και κατέληγαν σε βίαιες, αστραπιαίες εκτελέσεις, συχνά χωρίς ίχνη, χωρίς μάρτυρες και χωρίς δικαιοσύνη. Πίσω από κάθε θύμα, υπήρχε μια σιωπηλή συνενοχή, από ανθρώπους που ήξεραν και δεν μιλούσαν, μέχρι ακόμη και τις αρχές που συγκάλυπταν ή αδιαφορούσαν. Ιδίως κατά την Αγγλοκρατία, η διαβρωμένη αστυνομία φέρεται να ανέχθηκε ή να απέκρυψε τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις.
Ο Αντώνης Ζαχαρία φυγαδεύτηκε στην Αγγλία, αλλά συνελήφθη και εκδόθηκε στην Κύπρο. Καταδικάστηκε για σωρεία εγκλημάτων, όπως η δολοφονία του Διαμαντή Κωνσταντίνου και η ηθική αυτουργία σε πολλές άλλες εκτελέσεις. Παρότι ορισμένοι πίστευαν πως θα οδηγηθεί στην αγχόνη, τελικά εξέτισε πολυετή ποινή φυλάκισης. Τα ίχνη του χάθηκαν από το προσκήνιο. Το τέλος του υπήρξε αθόρυβο, παρά το δέος και τον τρόμο που συνόδευαν κάποτε το όνομά του.
Το τέλος
Οι Παμπής Ζαχαρία, Λαζαρής Δημητρίου και Μιχάλης Χειλέτικος οδηγήθηκαν στην αγχόνη, παρά τις προσπάθειες των δικηγόρων τους να εξασφαλίσουν προεδρική χάρη. Οι αιτήσεις χάρης απορρίφθηκαν από τον προεδρεύοντα της Δημοκρατίας, Γλαύκο Κληρίδη, κατόπιν απόφασης που είχε ως στόχο να κλείσει οριστικά η σκοτεινή αυτή υπόθεση.
Ο Χειλέτικος, λίγες μέρες πριν την εκτέλεσή του, έγραψε μια επιστολή προς τη μητέρα του, στην οποία, με αξιοπρέπεια και γαλήνη, την παρακαλούσε να μην τον ξεχάσει, αλλά ούτε να την τρώει ο καημός. «Μάνα μου, να με θυμάσαι και να με κλάψεις όσο θέλεις», έγραφε. «Μα να με θυμάσαι σαν παιδί σου που έκαμε λάθος. Μα εν τζιαι να κάμνεις παράπονο, γιατί ήταν η μοίρα μου.» Και σαν τελευταία του επιθυμία, τους ζητούσε να φροντίσουν το παιδί του — «να μείνει μακριά από το κακό που έφαγε εμένα». Ήταν μια συγκλονιστική στιγμή μεταμέλειας — πολύ αργά για τον ίδιο, και αργά για όσους χάθηκαν ή κουβαλούσαν τις πληγές των εγκλημάτων του. Ήταν το κλείσιμο ενός μαύρου κύκλου.
Η ιστορία των Ζαχαρίων και των Κολοσσιατών δεν είναι απλώς μια καταγραφή εγκλημάτων. Είναι μια αφήγηση που, σε κάθε της παράγραφο, μοιάζει να ξεπηδά από τις σελίδες σκοτεινού μυθιστορήματος — μόνο που όλα είναι αληθινά. Είναι μια προειδοποίηση για το πού μπορεί να φτάσει η κοινωνία όταν χάνονται τα όρια και σωπαίνουν οι φωνές. Και μια υπενθύμιση ότι το παρελθόν, όσο θαμμένο κι αν μοιάζει, πάντα βρίσκει τρόπο να μιλά.
Πηγές:
Το παρόν κείμενο βασίστηκε σε ιστορικά στοιχεία και καταγραφές από αρχειακές πηγές, καθώς και στο βιβλίο του ερευνητή Αδάμου Κόμπου "Ζαχαρίες και Κολοσσιάτες – Βεντέτες και Εγκλήματα"
Επίσης, αξιοποιήθηκαν πληροφορίες από:
- Από το Politeianet.gr για το ίδιο βιβλίο
- Το άρθρο του Philenews.com με τίτλο «Πώς η Αστυνομία πάταξε το οργανωμένο έγκλημα τη δεκαετία του '60»
- Το άρθρο του Philenews.com με τίτλο «Συμμορίες, βεντέτες και εγκλήματα»
- Το λήμμα «Συμμορία Ζαχαρίων» στον ιστότοπο Polignosi.com
- Επιπλέον αρθρογραφία και δημόσιες αναρτήσεις που σχετίζονται με τον Αδάμο Κόμπο και τη θεματική των συμμοριών στη Λεμεσό.
- Το άρθρο του mixanitouxronou.com.cy "Η Βεντέτα που κράτησε 30 χρόνια και είχε 168 θύματα"
Όλες οι ιστορικές αναφορές αντλήθηκαν με σεβασμό στην τεκμηρίωση και το πνεύμα των πηγών αυτών.