Αύγουστος 1974. Ο Μιχάλης 15 χρονών και ο αδελφός του Κυριάκος 14 χρονών, μένουν μαζί με την οικογένεια τους στην Γιαλούσα, όπως χιλιάδες Καρπασίτες που ναι μεν εγκλωβίστηκαν από τον Αττίλα μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου, ταυτόχρονα όμως συνειδητά επέλεξαν να μείνουν στον τόπο τους.
Δεκαετίες μετά, τα δύο αδέλφια μπόρεσαν να μιλήσουν για πρώτη φορά δημοσίως, και να αποκαλύψουν τον πόνο, και το προσωπικό δράμα που έκρυβαν, εδώ και μισό αιώνα ακόμα και από την οικογένεια τους.
Κυριάκος Αλέκου
«Ούτε στα παιθκιά μου δεν εμπόρουν να πω. Ξέρεις πόσες φορές μου είπαν να τους πω τις ιστορίες και δεν είχα την δύναμη… Επροτίμουν να τα είχα γραμμένα, τζιαί να τάβρουσιν μετά, που φύουμε που τούντην ζωή»
Μιχάλης Αλέκου
«Έσιη πολλές νύχτες, πάντα την περίοδο των επετείων νοιώθω ότι τρώω ξύλο ακόμα, πονώ. Που 15 χρόνων, έγινα αμέσως τριάντα».
Στις 25 Αυγούστου, στην πρώτη συγκέντρωση των κατοίκων της Γιαλούσας στην αυλή της εκκλησίας του Αρχάγγελου Μιχαήλ, που διέταξε ο τουρκικός στρατός με την είσοδο του στη κοινότητα, τα δύο αδέλφια δεν πήγαν.
Είχαν πάει νωρίτερα την ίδια μέρα, μαζί με ένα θείο τους, για να τον βοηθήσουν να κόψει τα καπνά...
Νύχτωσε χωρίς να το καταλάβουν και με την απαγόρευση κυκλοφορίας, φοβήθηκαν να περάσουν στο δρόμο προς το σπίτι τους, για να μην συλληφθούν.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 4 Οκτωβρίου, και ενώ στο μεταξύ οι Τούρκοι είχαν μάθει για την απουσία των δύο παιδιών από την πρώτη συγκέντρωση της 26ης Αυγούστου, ο νονός τους, ο Ζαχαρίας Φελλούκας, ο οποίος μόλις την προηγούμενη μέρα είχε αφεθεί ελεύθερος από την αιχμαλωσία, εμφανίζεται ξαφνικά το πρωί στο σπίτι της οικογένειας, μαζί με δύο Τουρκοκύπριους.
Μιχάλης Αλέκου
«Λέει μου ρε Μιχαλάκη μου, θέλουν σας δαμαί τα παιθκιά, οι Τουρκοκύπριοι, να σας δώκουν σιερετίσματα που τον παπά σας. Ο παπάς μου ήταν αιχμάλωτος ακόμα... στην Τουρκία. Ξέρεις, προς στιγμή εμείς είδαμε τον τατά μας φοϊτσιασμένο, ξέρεις εμιλαν και έτρεμε η φωνή του, τζιαί κάτι υποψιαστήκαμε, ότι κάτι συνέβαινε».
Ο ένας από τους δύο, ο Τζιαφέρ Μεχμέτ Κη, ήταν μηχανικός στο επάγγελμα. Αποκαλύπτεται όμως πως δεν αυτός που φαινόταν. Όπως και ο επίσης Τουρκοκύπριος μανάβης με το ίδιο όνομα Τζαφέρης, ο οποίος κυκλοφορούσε στην Γιαλούσα.
Μιχάλης Αλέκου
«Τζιαί ο πατέρας μου, τζιαί ο Φελλούκας, τζιαί οι περισσότεροι χωρκανοί επαίρναν τα λεωφορεία τους, τζιαί έκαμνε τα σέρβις. Δηλαδή, αυτός ο άνθρωπος έτρωε ψωμί που τους Γιαλουσίτες. Ήταν μηχανικός, τζιαί εφκήκε μας εις τον πόλεμο, αξιωματικός. Φατσικώς ηξέραμε τον. Διότι κι αυτός και ο μανάβης, ήταν εκείνος που έκαμε την επιλογή των αιχμαλώτων στη Γιαλούσα, στην συγκέντρωση. Εγύριζε μες στη Γιαλούσα και εφκήκε μας αξιωματικός».
Οι δύο Τουρκοκύπριοι παραλαμβάνουν με δύο αυτοκίνητα τον Μιχάλη και τον Κυριάκο, δήθεν για να τους πάρουν στον πατέρα τους, που ήταν ακόμα αιχμάλωτος. Τους μεταφέρουν, όμως, στο άλλοτε στρατόπεδο της Εθνικής Φρουράς στον Αγιο Ανδρόνικο, που είχε μετατρέψει ο Αττίλας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και βασανιστηρίων.
Μιχάλης Αλέκου
«Τις πρώτες ημέρες εφέραν μας ένα παγούρι νερό, τζιαί έρκουνταν τη νύχτα και εδιούσαν μας, μια φέτα ψωμί, τέσσερις ελιές. Τη δεύτερην ημέρα αρκέψαν οι ανακρίσεις, είσαστε αντάρτες, ποιοί είναι οι αρχηγοί σας, που έχετε όπλα.. Γιατί εν είσαστεν στην συγκέντρωση των αιχμαλώτων και είπα τους την αλήθεια, είμαστεν πάνω στα βουνά, είδαμε τον στρατό, τζιαί φοηθήκαμε, τζιαί μείναμε τη νύχτα στο βουνό, τζιαί το πρωί επήαμε στα σπίθκια μας»
Τότε αρχίζει μια πορεία βασανιστηρίων, δύο αθώων παιδικών ψυχών, ανυπεράσπιστων στο έλεος της βαρβαρότητας, ανθρωπόμορφων τεράτων.
Με τους σαδιστές θύτες, να απολαμβάνουν κάθε στιγμή όταν βασανίζουν τους αιχμαλώτους, ασκώντας βάναυση σωματική και ψυχολογική κακοποίηση.
Οι ανακρίσεις και τα βασανιστήρια που περνούν κάθε μέρα, δεν τα χωράει ανθρώπινος νους. Μια κόλαση επί της γης.
Μιχάλης Αλέκου
«Εμένα μες στο γραφείο του διοικητή που με πέρνασιν, εκτυπούσαν μας μα... Παναγία μου, με το κολάνιν του ανεμιστήρα του τράκτορ..είναι καουτσιούκ με τέλλι μέσα. Τζιαί εκράταν το τζιείνος ο μηχανικός, που δαμαί ως κάτω (δείχνει όλη την πλάτη του), επετάσετουν το δέρμα σου... ύστερα εβάλλαμε χαμαί, πέσοντας, έρκετε τουν μερ ένα ξύλο κλαβέτα, εβάλλαν τα πόθκια έτσι πάνω (δείχνει πατούσα) τζιαί φακκούσαν μου που κάτω. Ξύλο κάθε νύκτα».
Μιχάλης και Κυριάκος, από την στιγμή που τους έβαλαν στα δύο αυτοκίνητα, δεν γνώριζαν τίποτα ο ένας για τον άλλο και μάλιστα, ότι εκρατούντο στο ίδιο μέρος. Τα ανθρωπόμορφα τέρατα, διασκεδάζουν υποβάλλοντας τα σε εικονικές εκτελέσεις και στο μαρτύριο του τάφου. Πάντα πρωταγωνιστής, ο μηχανικός... πράκτορας της ΤΜΤ.
Μιχάλης Αλέκου
«Την πρώτη φορά που με βάλαν να φκάλω τον τάφο μου, έφκαλλα τον τάφο μου, όταν πήγα σε ένα ύψος ενάμισι δύο πόδια, έβγαλα παντούφλες...ήταν δικές μου και εφόρεσε τις, ο αδελφός μου την ώρα που μας εσυλλάβαν, τζιαί εκατάλαβα τις εγώ, και λέω τους, ότι αν είναι δαμαί ο αδελφός μου, φαντάσου ψυσιή τωρά, αλλά τζιείνη την ώρα, δεν σκέφτεσαι..λέω τους αν έβρω δαμαί τον αρφό μου, εν να σας σκοτώσω».
Τότε ένας τούρκος στρατιώτης με το κοντάκι του όπλου τον κτυπά δυνατά στο πηγούνι σπάζοντας σιαγόνα και δόντια. Όχι μόνο δεν τον λυπήθηκαν, αλλά συνέχισαν την ψυχολογική κακοποίηση, υποβάλλοντας τον σε εικονική εκτέλεση.
Μιχάλης Αλέκου
«Όπως με βάλαν μες τον τάφο, βαθύς περίπου μισό μέτρο, ήρταν τζιαί βάλαν μου, το κυνηγετικό όπλο, πάνω στο μέτωπο... Έτσι όπως ήταν τσιαμέ, με το όπλο πάνω, τζιαί λέγαν μου, πες μας ποιοί είναι οι αρχηγοί σας, πε μας που εν τα όπλα, ακούω μια σιηπεθκιά. Τζιαί ασυναίσθητα εγώ, όπως ήμουν μες στον τάφο, έφεραν το χέρι μου τζιαία έβαλα το πάνω στο μέτωπο να δω αν με επαίξαν. Τζιαί πολοήθηκε τζιείνος ο μηχανικός, τζιαί λαλεί μου, καλά ρε μιτσή αν σε παίζαμε ήταν νάβρεις τρύπα νομίζεις; Τζιαί έφκαλε με που τον τάφο, έδερε με ξανά..»
Στο κελί του, ο μικρός Μιχάλης δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του, από τα βασανιστήρια και με σπασμένη σιαγόνα και δόντια δεν μπορούσε ούτε να φάει.
Μιχάλης Αλέκου
«Τζιαί ήμουν μπρούμητα συνέχεια, τζιαί έρκετουν, μακάρι να είναι καλά, ένας μιτσής Τουρκοκύπριος, κάθε νύκτα έλιωνε ψωμί τζιαί ερκετουν τζιαί δίαν μου έρκετουν χωστά, μεσάνυκτα, τζιαί δίαν μου με το κουταλούι, ψωμί με γάλα. Αλλά αν έρτει κανένας αξιωματικός, τζιέ πει που ήβρες το, εν ξέρεις κανένα, εν ξέρεις, εν είδες λαλεί μου..
Την έκτη ημέρα, έτσι όπως ήμουν έτσι τζιαμέ σιηφτός... θωρώ απέναντι μου τον αρφό μου, με θκιό στρατιωτες, που μου είπαν ότι εν σκοτωμένος, πηαίννει με θκιό στρατιώτες συνοδεία, τον Κυριάκο. Εντάξει ήταν καταβεβλημένος, ήταν μωρό, 14 χρονών, αλλά ήταν ζωντανός όμως, ήταν ζωντανός διότι ελέαν μου ήταν σκοτωμένος, διότι ήξερα ότι θα μας σκοτώσουν αφού έτσι μας ελέασιν...»
Κυριάκος Αλέκου
«Τη δεύτερη ημέρα έγινε αυτό που ο καθένας θα εφοάτουν να ...Επιάσαμε με επήραν με παν στα ττέλια, εδώσαν μου μια τσάππα τζιαί ειπαν μου σκάψε. Εμείς εν βιαζούμαστε, εν εν σήμερα, εν αύριο, εν να τον σκάψεις τον τάφο σου, τζιαί να σε κανονίσουμε
Το επόμενο βραδύ πάλι εξεκινήσαν το ίδιο βιολί. Δεμένα μάτια, έξω. Έτσι έσκαβα, εστάθηκα απέναντι που.. πες μας ήντα που θέλεις, κάμε την προσευχή σου...τζιαί ένιωσα ένα όπλο, ένα περίστροφο πάνω στη κεφαλή μου. Πες μας που είναι τα όπλα. Εν ηξέρω, με που το είπα εν ηξέρω ήρτε τζιαί ήβρεμε μια κοντακιά στο πόδι, τζιαί έππεσα μέσα ατον τάφο. Την ώρα που έππεσα μέσα στον τάφο αρχίσαν τζιαί πυροβολούσαν. Τζιείνη την ώρα ένοιωσα ένα κρύο μέσα στο αφτί μου μόνο, τζιαί βρέθηκα τη επόμενη μέρα μέσα στο κελί μου».
Τούρκος αξιωματικός αποφάσισε κάποια στιγμή ότι ο Μιχάλης έπρεπε να πεθάνει και μάλιστα, ανέλαβε ό ίδιος την εν ψυχρώ εκτέλεση του. Ως από μηχανής θεός, τον σώζει ένας, Τουρκοκύπριος. Το όνομα του σωτήρα του το έμαθε αργότερα. Λεγόταν Τσιελεπής.
Μιχάλης Αλέκου
«Ήταν ο Τούρκος ο στρατιωτικός που την Τουρκία, έτοιμος να με εκτελέσει, τζιαί έφκαλε το περίστροφο του και έβαλε το πάνω στην κεφαλή του τούρκου. Τζιαί λέει του, αν παίξεις τον μιτσή εν να σε παίξω , τζιαί ετσακώνουνταν. Ήταν έντονη η λογομαχία πίσω μου, την στιγμή που είδα τον μιτσή τον Τουρκοκύπριο να κατουριέται πάνω του, η λογομαχία ήταν τεράστια».
Ο Αι Τσιελεπής, στον οποίο χρωστούσε την ζωή του, ήταν κι αυτός οδηγός λεωφορείου. Τον οποίο ο Αλέκος, ο πατέρας των παιδιών και ο νονός τους, ο Ζαχαρίας Φελλούκας, είχαν σώσει στη Λευκωσία, κατά τις διακοινοτικές φασαρίες του 1967. Και αυτό προφανώς δεν το ξέχασε ποτέ.
Τα δύο αδέλφια συναντήθηκαν τυχαία ένα πρωινό στο στρατόπεδο όπου εκρατούντο, και ο Κυριάκος είδε ότι ο αδελφός του ήταν πολύ κτυπημένος. Μετά από οκτώ μέρες κράτησης, αφήνουν ελεύθερο τον Κυριάκο. Υπό ένα όρο. Σε τρεις μέρες θα πήγαιναν για επίσκεψη στο σπίτι του για να τους πει, που ήταν τα όπλα. Και αν δεν τους έλεγε, τότε θα εκτελούσαν τον Μιχάλη.
Κυριάκος Αλέκου
«Όταν εγώ πήγα σπίτι, τζιαί η μάμα μου τζιαί η γιαγιά μου ερωτούσαν με, τι έχεις γιέ, τι έχεις γιέ μου; Ήμουν με τζιείνο το, ότι η ζωή του αδελφού μου εκρέμμετουν που τα ίδια τα χέρια μου. Μέχρι (να περάσουν οι τρείς μέρες), που αφέθηκε ο Μιχαλάκης, ήμουν με την έγνοια, ότι έφταια εγώ που εσκοτώσαν τον αδελφο μου».
Τελικά μετά από 15 μέρες φρικτών βασανιστηρίων, αφήνεται ελεύθερος και ο 15χρονος Μιχάλης.
Φθάνοντας έξω από το σπίτι του, τον έβγαλαν από το αυτοκίνητο και τον έριξαν σα σακί, στην αυλή του σπιτιού.
Μήνες αργότερα, Μάρτιο του 1975, ο μηχανικός Τζιαφέρ, ο οποίος πρωτοστάτησε στην κακοποίηση εκατοντάδων ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων, είχε το θράσος να εμφανιστεί στο σπίτι τους, μπροστά στον πατέρα των παιδιών που βασάνιζε φρικτά.
Μιχάλης Αλέκου
«Ε, παιθκιά, θυμούμαι το μακαρίτη τον πατέρα μου, εβάσταν ένα ξινάρι που τσαπίζεις, εφάτσιησε το έτσι ανάποδα, έφκαλε το σταπί τζιαί επήεν πάνω του. Τζιαί λαλεί του, ρε Αλέκο πρόσεχε, τζιαί λαλεί του όϊ, εσύ να προσέχεις, Εν αντρέπεσε, έτρωες ψωμί που λλόου μου, τζιαί επιάετε τα παιθκιά μου τζιαί κατασκοτώσετε τα…»