Καλοκαίρι 1974. Ξεριζωμός. Θλίψη. Πόνος. Οδυρμός.
Η επέλαση του Αττίλα στην Κύπρο εκτοπίζει από τις πατρογονικές τους εστίες χιλιάδες άτομα, όλων των ηλικιών.
Βρέφη, μικρά παιδιά, ενήλικες και ηλικιωμένους.
«Ο κάθε ένας τι έχει το σπίτι του και τώρα πέφτω χαμέ». «Έχασα τα ρούχα μου αρρώστησα…»
Το δράμα της προσφυγιάς αντικατοπτρίζεται με συνταρακτικό τρόπο στο Δασάκι της Άχνας. Εκεί όπου στήθηκε ο μεγαλύτερος καταυλισμός εκτοπισθέντων στην ίδια τους τη γη, το καλοκαίρι του 1974.
Περίπου 80 χιλιάδες πρόσφυγες από κάθε γωνία της κατεχόμενης Κύπρου βρίσκουν καταφύγιο στο Δάσος της Άχνας, μια περιοχή η οποία θεωρείτο ασφαλής καθώς βρίσκεται σε έδαφος των Βρετανικών Βάσεων.
Ένας μικρός παράδεισος... στην κόλαση του πολέμου.
Ντίνα Σκάγια Αριστείδου - Πρόσφυγας από την Άχνα
«Στο Δασάκι ήρθαμε με μάτια βουρκωμένα, το 74 τι θλιβερή ημέρα, Άχνα, Κοντέα, Βατυλή ,Μακράσυκα και Λύση και καρτερούμε όλοι μας για να βρεθεί μια λύση. Ασσια, Αφάνεια, Γιαλούσα και Καρπάσι και όλοι βρεθήκαμε δακάτω στο Δασάκι.»
Η Ντίνα, ο Νίκος, η Άννα και ο Δημήτρης, μισό αιώνα μετά φέρνουν στο νου τις σκοτεινές εκείνες μέρες, και αφηγούνται βιώματα και εμπειρίες από τον προσφυγικό καταυλισμό που στήθηκε στο Δασάκι της Άχνας και φιλοξένησε χιλιάδες εκτοπισθέντες από τα χωριά της Μεσαορίας, της Αμμοχώστου και της Κερύνειας.
Ντίνα Σκάγια Αριστείδου - Πρόσφυγας από την Άχνα
«Όλο κλάματα άκουγες όλος ο κόσμος κάτω από τα δέντρα. 28 Αυγούστου φύγαμε από την Άχνα και έμειναν όλα»
Άννα Βάσιλα - Πρόσφυγας από την Άχνα
«Ήταν πολλά δύσκολη ζωή μας. Περίμενε όλος ο κόσμος μαζεμένος κάτω από τα δέντρα τις πρώτες μέρες δεν είχαμε τίποτε, μετά ήρταν οι Άγγλοι, ο Ερυθρός σταυρός, έφερε ρούχα κουβέρτες να φέρουν στα μωρά διότι δεν έπιασε κανένα κάτι ότι φορούσε έτρεχε».
Νίκος Βάσιλας - Αντιδήμαρχος Άχνας
«Θυμούμαι τον κόσμο που εκλιπαρούσε τους γεωργούς για λίγο φαγητό+ κάποιοι που είχαν ζώα, ήταν ο γέρος ο Γιωργής με κατσίκες άρμεγαν το πρωί τα ζώα και μοίραζαν το γάλα στα παιδιά ήταν μια κατάσταση που όταν την θυμάσαι σου έρχεται να κλαις».
Χιλιάδες εκτοπισμένοι στοιβαγμένοι μέσα στο Δάσος παλεύουν για την επιβίωση τους, οι περισσότεροι χωρίς ούτε καν ένα αντίσκηνο. Μια κουβέρτα στο χώμα και ένα σεντόνι ανάμεσα στα δέντρα ήταν πλέον το νέο τους σπίτι.
Δημήτρης Ματολής - Πρόσφυγας από την Άχνα
«Ήταν ένα δάσος ακατέργαστο δεν υπήρχε καμία υποδομή, ούτε δρόμοι, ούτε δίκτυο υδατοπρομήθειας, ούτε τίποτε ούτε σκέπαστρα. Ο κόσμος πίστευε ότι θα επιστρέψουμε μετά από λίγες μέρες θα επιστρέφαμε πίσω στην κοινότητα, αλλά δυστυχώς 50 χρόνια μετά ακόμη περιμένουμε »
Οι μέρες περνούν βασανιστικά αργά, και γίνονται μήνες και η ζωή στον καταυλισμό γίνεται πλέον κανονικότητα.
Οι πρόσφυγες κάνουν το νοικοκυριό τους στο δάσος, μαγειρεύουν στα κοινά μαγειρεία, παίρνουν το φαγητό τους από το συσσίτιο.
Δημήτρης Ματολής - Πρόσφυγας από την Άχνα
«Μέχρι τον Νοέμβριο, άρχισαν να δίνουν αντίσκηνα μετά σιγά σιγά άρχιζαν να δίνουν και τις παράγκες με μοριοσανίδες και ξύλα. Άρχιζαν να βάζουν και ηλεκτρικό ρεύμα έδιναν και μια παροχή και σιγά σιγά ο κόσμος μπήκε στην ρουτίνα της ζωής»
Νίκος Βάσιλας - Αντιδήμαρχος Άχνας
«Ο κόσμος σιγά σιγά άρχισε να γυρεύει δουλειά να πηγαίνουν Λάρνακα κάποιοι κάτω από τα δέντρα προσπαθούσαν να κάνουν την δική τους δουλειά είτε μηχανικό είτε πελεκάνος, είτε οτιδήποτε άλλο»
Μέσα στην θλίψη και τον πόνο, οι άνθρωποι δεν σταματούν να ονειρεύονται, μόλις τις πρώτες μέρες στον καταυλισμό ο Μάριος και η Μαρία, ενώνονται με τα ιερά δεσμά του γάμου κάτω από τα δέντρα, δίπλα από τα αντίσκηνα, στην παρουσία χιλιάδων προσφύγων.
Μια παύση χαράς στην μακάβρια πραγματικότητα για όλο τον καταυλισμό.
Νίκος Βασιλάς - Αντιδήμαρχος Άχνας
«Και λειτουργία κάθε Κυριακή κάτω από τα πεύκα»
Άννα Βάσιλα - Πρόσφυγας από την Άχνα
«Η εκκλησία πρώτα ήταν ένα τραπέζι μια ποτίλια πάνω στα δέντρο την κτυπούσαν για να ακούσει ο κόσμος μετά έκαναν ένα αντίσκηνο με ύφασμα τους έδεσε η μέριμνα έκανε την λειτουργία ο πάτερ με μια εικόνα που υπήρχε πάνω στο τραπέζι»
Μέσα τους καταυλισμούς βρίσκουν τους πρόσφυγες τα πρώτα Χριστούγεννα μετά την Τουρκική Εισβολή και η πρωτοχρονιά του 1975.
«Μαράζι και λύπη ούτε εκκλησία πήγαμε ούτε ρούχα είχαμε ούτε παπούτσια να φορέσουμε».
«Αισθανόμαστε λύπη διότι που είμαστε στα σπίτια μας αυτές τις μέρες είμαστε πάρα πολύ χαρούμενοι και τα μωρά μας και εμείς »
Προσπερνώντας δυσκολίες και κακουχίες τα ματωμένα εκείνα Χριστούγεννα, οι εκτοπισμένοι προσπάθησαν να γιορτάσουν, για να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα τους.
Γροθιά στο στομάχι η φωτογραφία παιδιών που στολίζουν Χριστουγεννιάτικο δέντρο το Δεκέμβρη του 1974, στερεωμένο στη βάση μιας οβίδας, κατάλοιπο του πολέμου και της τραγωδίας που προκάλεσε στο νησί ο Αττίλας.
«Άλλες φορές κάναμε πιο πολλές προετοιμασίες απλώς φέτος κάναμε ένα κέικ μια βασιλόπιτα».
Προσφυγικοί καταυλισμοί, λειτούργησαν αμέσως μετά την εισβολή σχεδόν σε όλη την ελεύθερη Κύπρο.
Συνολικά λειτούργησαν περίπου 25 επίσημοι καταυλισμοί με αντίσκηνα και άλλοι τουλάχιστον πέντε ανεπίσημοι.
Οι πλείστοι καταυλισμοί στήθηκαν σε Λάρνακα και ελεύθερη Αμμόχωστο.