Είναι και οι άλλοι, οι αφανείς ήρωες του μαύρου εκείνου καλοκαιριού. Εκείνοι που έδωσαν έναν άλλο πόλεμο στα μετόπισθεν. Που για μέρες ολόκληρες κλείστηκαν πίσω από τις πόρτες των νοσοκομείων με μοναδικό μέλημα να σώσουν ζωές και να περιθάλψουν τραυματίες. Σε συνθήκες δύσκολες με μέσα πενιχρά.
Μεταξύ αυτών ο ορθοπεδικός Νίκος Ιωάννου και η νοσηλεύτρια Νίκη Μιχαήλ. Συνταξιούχοι πλέον, μας άνοιξαν το σπίτι τους και την ψυχή τους και μοιράστηκαν μαζί μας μνήμες δύσκολες, τις μνήμες πολέμου.
Νίκη Μιχαήλ - Νοσηλεύτρια
«Πως να σας πω. Ο ιούλιος για μας έννεν καλός μήνας. Νιώθουμε μέσα μας μια θλίψη. Ότι μέρα και να είναι. Και να έχεις άλλα πράματα, ο Ιούλιος για μας εν μια πληγή. Και μέσα η ψυχή μας εστραπατσαρίστηκε. Επληγώθηκε που τούτο το πράμα.»
Η κλινική του κυρίου Ιωάννου, δυναμικότητας 20 κλινών, ήταν η μοναδική στην πρωτεύουσα που δεν σταμάτησε τη λειτουργία της εν μέσω πολέμου. Ο αριθμός των τραυματιών που περιέθαλψε ο γιατρός τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974 πολύ μεγάλος για τα Κυπριακά δεδομένα. Οκτακόσιοι εξήντα πέντε στο σύνολο, μεταξύ αυτών Ελληνοκύπριοι αξιωματικοί και οπλίτες της Εθνικής Φουράς, μέλη της αστυνομίας και στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ.
Δρ Νίκος Ιωάννου
«Και πολλοί άλλοι που είχαν τραυματιστεί ελαφρά ας το πούμε, δεν εζητούσαν αναρρωτική εθέλαν να πολεμήσουν, βιάζονταν να τους περιποιηθώ να γίνουν καλά και όντας ακόμα υπό παρακολούθηση, υπό επίβλεψη πήγαιναν πίσω στο μέτωπο. Αυτό με εντυπωσίασε. Έμεινε στην μνήμη μου η τόλμη τους να πάνε πίσω στα πεδία των μαχών»
Θυμούνται ότι η αγάπη για την πατρίδα και ο πόθος να υπερασπιστούν τον τόπο ήταν η έγνοια των τραυματιών. Η απαλλαγή από τα καθήκοντά τους, δεν αποτελούσε καν επιλογή στο μυαλό τους.
«Ένας από τους πρώτους ο οποίους δεν ήταν σοβαρά τραυματίας ήταν ο Λόττας, λοχαγός. Τον περιποιήθηκα και του είπα να σου δώσω 5-6 μέρες άδεια; Και ήταν η απάντηση που ως τωρά την θυμούμαι: τι λες ρε γιατρέ, εμένα πολεμούν τα παιδιά μου στον Τράχωνα και εγώ θα πάω σπίτι μου να ξεκουραστώ; Έφυγε και πήγε πίσω να πολεμήσει.»
Μέχρι και το φθινόπωρο νοσηλεύονταν τραυματίες στην κλινική Ιωάννου. Ο ίδιος δεν έφυγε λεπτό από το νοσηλευτήριο. Κοιμόταν στο τραπέζι- εξεταστήριο του γραφείου του, ενώ δεν χρέωσε ούτε έναν ασθενή για τις υπηρεσίες του. Εκτελούσε το δικό του χρέος προς την πατρίδα.
Δρ Νίκος Ιωάννου
«Το νοσοκομείο ήταν υπέρπληρες. Όταν μάλιστα ήρθαν εκείνοι οι 11 Ελδυκάριοι. Δεν είχα κρεββάτια ανταποκρίθηκε δίπλα της κλινικής η μαιευτική κλινική του Παπαπέτρου. Μου έφερε 11-12 κρεβάτια και στρώματαΟρισμένα που χωρούσε έστινα τα κρεβάτια, το μονόκλινο γινόταν δίκλινο το τρίκλινο τετράκλινο. Αλλά δεν σας κρύβω ότι και στον διάδρομο στήσαμε κρεβάτια χάμω.»
Το πιο σοβαρό πρόβλημα, θυμάται, η έλλειψη τροφίμων.
Δρ Νίκος Ιωάννου
«Ο τακτικός μας προμηθευτής έκλεισε. Έπρεπε να ταίσουμε 20,25, 30 αρρώστους, Την λύση έδωσε μια μικροσυμμωρία νεαρών, πήγαν σπάσαν τις κλειδαριές παντοπωλείων έπιασαν ότι θεώρησαν ότι χρειαζόταν μια κλινική και με προμήθευσαν.»
Η κυρία Νίκη ήταν νοσηλεύτρια στο παλιό ΓΝ Λευκωσίας. Εκείνο το Σάββατο του Ιούλη την βρήκε στο τμήμα πρώτων βοηθειών.
Νίκη Μιχαήλ
«Ήταν μια κατάσταση πολλά δύσκολη. Αλλά εκείνο που μου έκανε εντύπωση εμένα τούτες τις μέρες που εργαζόμασταν σε τούτο το δύσκολο πράμα ήταν ότι σαν το μελίσσι το νοσοκομείο. Δεν σταμάταν κανένας σε τίποτε. Ούτε βάρδιες ούτε ωράρια ούτε κανένας έθελε να φυεί.
Το νοσοκομείο Λευκωσίας, είχε εκκενωθεί από τους ασθενείς και μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Τα περιστατικά που είχαν κληθεί να διαχειριστούν δύσκολα και πρωτοφανή.
Νίκη Μιχαήλ
«Πολλά δύσκολα, και θάνατοι πολλοί. Το νοσοκομείο εργάζετουν πολύ καιρό με τούτους τους ρυθμούς. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι οι βαθμοί, οι ανώτεροι οι κατώτεροι εκμηδενίστηκαν. Όλοι δουλεύαμε το ίδιο.»
Η κυρία Νίκη, με πολλούς άλλους συνδαέλφους της παρέμεναν για μέρες ολόκληρες στο νοσοκομείο. Μόνο σε δύο περιπτώσεις, όπως θυμάται, επέστρεψε στο σπίτι της στον Ψευδά για να δει τα μωρά της για μία ώρα και μετά επέστρεφε στο καθήκον.
Νίκη Μιχαήλ
«Μετά όταν εσκέφτηκα τα πράματα είπα ναι, είμαι τυχερή γιατί ναι ήρτα που πόλη άφηκα τον τόπο μου, αλλά είχα και δύο αδέρφια στον πόλεμο που ήρταν σόοι. Άμα σκεφτείς Είχε παιδιά που εν είχαν γονείς, σκοτωμένοι, αγνοούμενοι, αδέλφια σκοτωμένα. Άρα εγώ ήμουν τυχερή. Απλώς εδούλεψα στο νοσοκομείο και έκαμα ότι εμπορούσα να κάμω νομίζω.»
Τα τραύματα με τα χρόνια επουλώθηκαν. Η πληγή όμως που άφησε εκείνο το καλοκαίρι στις ψυχές των ανθρώπων που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της μάχης στα νοσοκομεία, θα μείνει για πάντα ανοιχτή.