Η 19η Μαΐου καθιερώθηκε το 1994 από τη Βουλή των Ελλήνων ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο». Αναφέρεται στους διωγμούς και στη θανάτωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων Ποντίων, με ξεριζωμό, βασανιστήρια, εξάντληση, πείνα και δίψα, πορείες θανάτου, εκτελέσεις και εν ψυχρώ δολοφονίες, ανάμεσα στα έτη 1914 και 1923. Κανείς δε γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών, αλλά υπολογίζεται ότι ήταν πάνω από 350 χιλιάδες.
Η γενοκτονία διαπράχτηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κι από τους Νεότουρκους, υπό τον Κεμάλ Ατατουρκ, σε τρεις φάσεις. Η πρώτη φάση από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, μέχρι την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό στρατό, το 1916. Η δεύτερη από το 1916 μέχρι το 1918, με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τρίτη και τελευταία από το 1918 ως το 1923, οπότε εφαρμόστηκε το Σύμφωνο Ανταλλαγής Πληθυσμών μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Ο ποντιακός ελληνισμός ανθούσε από τα μέσα του 19ου αιώνα, με εμπορική ανάπτυξη, οικονομική, πνευματική και κοινωνική άνοδο και παρουσιάζοντας παράλληλα πληθυσμιακή ανάπτυξη, σε μια εποχή παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε χάσει όλες τα ευρωπαϊκά της εδάφη και σχεδόν όλα τα αραβικά. Για την παρακμή οι Τούρκοι θεωρούσαν υπαίτιους τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Σε εκείνο το ιστορικό πλαίσιο και συγκεκριμένα το 1908 ιδρύθηκε το κίνημα των Νεότουρκων, αρχικά με φιλελεύθερες, δημοκρατικές αρχές, για να φτάσει αργότερα στις παρυφές του εθνικισμού σωβινισμού. Πώς άρχισε όμως ο διωγμός των Ποντίων;
Το 1915 η Οθωμανική αυτοκρατορία υπέστη ήττα στο Σαρικαμίς, στη βόρεια περιοχή της Μικράς Ασίας, διαρκούντος του ρωσοτουρκικού πολέμου. Πάλι τότε οι Τούρκοι έριξαν το φταίξιμο στους Έλληνες, που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό. Τους έστειλαν σε τάγματα εργασίας, με αποτέλεσμα πολλοί να λιποτακτήσουν φεύγοντας στα βουνά. Στην επαρχία της Κερασούντας οι Τούρκοι έκαψαν μέσα σε 3 μήνες 88 χωριά και 30 χιλιάδες Έλληνες υποχρεώθηκαν να περπατήσουν μέχρι την Άγκυρα, με αποτέλεσμα ένας στους τέσσερις να πεθάνουν. Όταν ο ρωσικός στρατός μπήκε νικητής στην Τραπεζούντα, άλλος ένας τεράστιος αριθμός Ελλήνων εκτοπίστηκαν από τους Τούρκους τις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντας, αφού και πάλι οι Έλληνες κατηγορήθηκαν ότι βοηθούσαν τους Ρώσους.
Τον Δεκέμβριο του 1916 εκδόθηκε διάταγμα να εξοριστούν όλοι οι Έλληνες Πόντιοι, από 18 μέχρι 40 ετών από την Άνω Αμισό και την Μπάφρα και να μεταφερθούν τα γυναικόπαιδα στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Στην Αμάσεια από τους 140 χιλιάδες Έλληνες εκτοπίστηκαν οι μισοί και το 70% από αυτούς πέθαναν από τις κακουχίες. Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εξορίστηκαν συνολικά 235 χιλιάδες Πόντιοι και 80 χιλιάδες μετανάστευσαν στην Ρωσική Αυτοκρατορία.
Στον Ανατολικό Πόντο, στην περιοχή της Τραπεζούντας, οι Έλληνες υπέστησαν λιγότερους διωγμούς, λόγω της επιρροής που ασκούσε στις οθωμανικές αρχές ο μητροπολίτης Χρύσανθος, αλλά και επειδή αργότερα η περιοχή κατελήφθη από τον ρωσικό στρατό. Όταν όμως ανέλαβαν την εξουσία στη Μόσχα οι Μπολσεβίκοι, η Ρωσία, ως Σοβιετική Ένωση πλέον, αποχώρησε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπέγραψε ειρήνη με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία και αποχώρησε από τα εδάφη του ανατολικού Πόντου, το 1918, αφήνοντας μάλιστα στους Τούρκους και τα όπλα τους. Καθώς έφευγαν οι Ρώσοι οι Τούρκοι έκαναν απίστευτες βιαιοπραγίες εις βάρος των απροστάτευτων πλέον, χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής. Λόγω των παραστάσεων που έκαναν στον Σουλτάνο Αμερικανοί και Αυστριακοί, εκδόθηκε διάταγμα που χορηγούσε αμνηστία στους Ποντίους αντάρτες. Ξεγελάστηκαν όμως, αφού οι περισσότεροι, όταν παρέδωσαν τα όπλα δολοφονήθηκαν ή φυλακίστηκαν. Από το 1914 έως το 1918, λέγεται ότι έχασαν τη ζωή τους μέχρι 230 χιλιάδες Πόντιοι.
Στις 19 Μαΐου 1919 έφτασε στην περιοχή ο Κεμάλ Ατατούρκ και οι διώξεις εντάθηκαν. Άρχισε ουσιαστικά η τρίτη και χειρότερη φάση της γενοκτονίας, με τη δράση ατάκτων ομάδων (τσετών) κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Στις 29 Μαϊου ο Κεμάλ ανέθεσε στον τσέτη Τοπάλ Οσμάν να κάνει εκκαθαρίσεις κι έγιναν φοβερές σφαγές σε 394 ελληνικά χωριά της Σαμψούντας. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πυρπολήθηκε η Μπάφρα και σφάχτηκαν 6 χιλιάδες Έλληνες, που έτρεξαν να προστατευθούν στις εκκλησίες. Συνολικά από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε, ενώ από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασία. Στην Αμάσεια προύχοντες και προσωπικότητες του πνεύματος καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα αποκαλούμενα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας», ενώ κορίτσια και αγόρια αρπάζονταν από τους γονείς τους και δίνονταν στα χαρέμια πλούσιων Τούρκων.
Όσοι έζησαν, κατέφυγαν στον Άνω Πόντο, σε έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης και μετά την Μικρασιατική του 1922 στην Ελλάδα.