Η συνεχιζόμενη κρίση στην Ουκρανία και η κλιμάκωση του πολέμου φέρνει την Δύση αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις. Οι δυτικές χώρες πρέπει να λάβουν υπόψη τους αυτές τις προκλήσεις και να πραγματοποιήσουν προσεκτικά βήματα, ήταν το κοινό μήνυμα το οποίο έστειλαν δυτικοί αναλυτές μέσα από τα άρθρα τους κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας.
Την ίδια άποψη έχουν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι διπλωμάτες οι οποίοι προειδοποιούν ότι η συνέχιση του πολέμου συνοδεύεται από νέες προκλήσεις για τις δυτικές χώρες. Οι ίδιοι, επιμένουν στο ότι οι δυτικές πρωτεύουσες θα πρέπει να χειριστούν με ιδιαίτερη προσοχή την προοπτική της ειρήνης στο μέτωπο της Ουκρανίας. Την ίδια στιγμή, η προσοχή των Ευρωπαίων αναλυτών είναι επίσης στραμμένη στα οικονομικά και ενεργειακά προβλήματα που πυροδοτεί ο πόλεμος.
Τις ανησυχίες των Αμερικανών και Ευρωπαίων αναλυτών μοιράζονται και οι συμμαχικές χώρες της Ασίας. Ο ιαπωνικός Τύπος απαιτεί από τα πολιτικά κόμματα και την κυβέρνηση της χώρας να κάνει προσεκτικά βήματα ως προς την αναβάθμιση της άμυνας της Ιαπωνίας. Ο δε, ινδικός Τύπος προειδοποιεί ότι η συνεχιζόμενη κρίση στην Ουκρανία απειλεί τα εθνικά συμφέροντα της χώρας.
Από την μεριά του, ο ρωσικός Τύπος εξέπεμψε το μήνυμα ότι η οικονομία της χώρας όχι μόνο θα αντέξει τις πιέσεις που δέχεται αυτήν τη στιγμή αλλά θα βγει ενισχυμένη από την κρίση. Ο δε, ουκρανικός Τύπος επιμένει ότι εκτός από τον τερματισμό των εχθροπραξιών στο μέτωπο του πολέμου, ιδιαίτερη σημασία έχει και η ριζική ανασυγκρότηση της Ρωσίας.
Κλίμα προβληματισμού στη Δύση
O William Nattrass σε άρθρο με τίτλο «Οι οικονομικές πιέσεις δοκιμάζουν τη στήριξη της Ανατολικής Ευρώπης στην Ουκρανία», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 22 Ιουνίου στην «Wall Street Journal», προβάλλει την άποψη ότι «Υπάρχει μια κοινή επωδός μεταξύ των πολιτικών της Ανατολικής Ευρώπης. Η ουκρανική αντίσταση, λένε, είναι το μόνο που στέκεται ανάμεσα στις χώρες τους και τη ρωσική στρατιωτική επιθετικότητα. Ωστόσο, οι επιπτώσεις του πολέμου του Βλαντιμίρ Πούτιν έχουν γίνει ήδη αισθητές, πρώτα με μια (νέα) προσφυγική κρίση και τώρα με οικονομικές επιπτώσεις που αποτελούν σημαντική απειλή για την περιφερειακή ενότητα». Στην συνέχεια του άρθρου τονίζονται τα εξής: «Καθώς τα σκοτεινά οικονομικά σύννεφα πυκνώνουν, μια περιοχή που γρήγορα έγινε προπύργιο της φιλο-ουκρανικής ενότητας απειλεί τώρα να μετατραπεί σε καζάνι πολιτικών συγκρούσεων. Εάν οι φιλοδυτικές, φιλο-ουκρανικές κυβερνήσεις δεν καταφέρουν να αντέξουν την επερχόμενη καταιγίδα, τότε οι γεωπολιτικές συμμαχίες στην Ανατολική Ευρώπη θα μπορούσε σύντομα να αρχίσουν να ταλαντεύονται».
Ο Jonathan Powell σε ανάλυση με τίτλο «Ο Πούτιν δεν είναι ακόμη έτοιμος να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όταν θα είναι, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι» που δημοσιεύτηκε στις 23 Ιουνίου στην βρετανική εφημερίδα «The Guardian», στέλνει το μήνυμα ότι «Είναι ζωτικής σημασίας να αποφευχθεί μια λανθασμένη επιλογή μεταξύ ειρήνης και δικαιοσύνης. Κάτι τέτοιο (μια λανθασμένη επιλογή) θα βοηθούσε μόνο το Κρεμλίνο. Χρειαζόμαστε όρους τους οποίους θα μπορούν να αποδεχθούν και οι δύο πλευρές». Συνεχίζοντας, ο κ. Powell αναφέρει ότι: «Η ψευδής διχοτόμηση στην οποία κινδυνεύουμε να εγκλωβίσουμε τον εαυτό μας σήμερα, δηλαδή η επιλογή μεταξύ ειρήνης και δικαιοσύνης στην Ουκρανία, εξυπηρετεί τα σχέδια του Πούτιν. Η ενότητα που επιδείχθηκε μέχρι τώρα έχει δώσει νέα πνοή στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ και δεν πρέπει να την διακινδυνεύσουμε. Εάν θέλουμε αυτός να είναι ο τελευταίος ευρωπαϊκός πόλεμος, τότε πρέπει να επικεντρωθούμε στο σωστό είδος διαπραγμάτευσης αντί να διαφωνούμε άσκοπα».
Η αγγλόφωνη υπηρεσία του γαλλικού δικτύου «France 24» δημοσίευσε στις 22 Ιουνίου την ανάλυση του David Rich με τίτλο «Η οικονομία της Ρωσίας αντέχει μπροστά στις κυρώσεις - αλλά θα έχει αυτό συνέχεια;», αναφέρεται ότι: «Η ρωσική οικονομία έχει δείξει εκπληκτική αντοχή μπροστά στις δυτικές κυρώσεις που έχουν σχεδιαστεί για να την παραλύσουν – με το ρούβλι να μετατρέπεται, μέχρι στιγμής, στο νόμισμα με τις καλύτερες επιδόσεις στον κόσμο για φέτος. Οι αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου έχει αποδειχθεί για μια ακόμη φορά να είναι προς όφελος αυτής της οικονομίας η οποία εξαρτάται από τα ορυκτά καύσιμα. Κάτω από την επιφάνεια ωστόσο, οι ελλείψεις εφοδιασμού σε ορισμένους τομείς αρχίζουν να επιβαρύνουν αισθητά (την Ρωσία). Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, η αποσύνδεση της Ρωσίας από τις δυτικές οικονομίες θα έχει σοβαρές συνέπειες για το βιοτικό επίπεδο και τις τεχνολογικές δυνατότητές της χώρας».
Η αγγλική υπηρεσία της «Φωνής της Γερμανίας (Deutsche Welle)», στις 23 Ιουνίου φιλοξένησε δημοσίευμα με τίτλο «Η Γερμανία εισέρχεται στη φάση 2 του σχεδίου έκτακτης ανάγκης για το φυσικό αέριο καθώς η Ρωσία επιβραδύνει τον εφοδιασμό». Στο εν λόγω άρθρο επισημάνθηκε ότι: «Ο Υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας, Ρόμπερτ Χάμπεκ, ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι η χώρα θα εισέλθει στη φάση 2 του σχεδίου έκτακτης ανάγκης για το φυσικό αέριο το οποίο έχει συνολικά τρία στάδια. Η μετακίνηση (της χώρας) σε επίπεδο «συναγερμού», σημειώνεται ενώ η απειλή της Ρωσίας, δηλαδή του μεγαλύτερου προμηθευτή φυσικού αερίου της Γερμανίας, να σταματήσει την προμήθεια καυσίμων εν μέσω των εντάσεων που σχετίζονται με την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία. Στη φάση 2, επιτρέπεται θεωρητικά στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας να επιβάλλουν υψηλές τιμές στους πελάτες, βοηθώντας έτσι στη μείωση της ζήτησης σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν μακροπρόθεσμες ελλείψεις εφοδιασμού. Ωστόσο, αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί αυτόματα, καθώς απαιτείται η έγκριση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας δικτύου (Bundesnetzagentur), η οποία είναι η ρυθμιστική αρχή για το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια».
Στην ασιατική ήπειρο δε, η κρίση της Ουκρανίας έχει προκαλέσει νέες συζητήσεις για την άμυνα και την οικονομία των χωρών της περιοχής. «Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έχει κάνει τους Ιάπωνες ανήσυχους για την ασφάλεια του έθνους τους. Αλλά θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν οποιαδήποτε προσπάθεια για μια ταχεία στρατιωτική ανάπτυξη θα εξασφαλίσει την ειρήνη και τη σταθερότητα», αναφέρει η αγγλική έκδοση της ιαπωνικής εφημερίδας «Ασάχι», η οποία στις 24 Ιουνίου φιλοξένησε κεντρικό άρθρο γνώμης με τίτλο «Η στρατηγική ασφαλείας δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στη στρατιωτική δύναμη». Στο κύριο άρθρο υπογραμμίζονται τα εξής: «Πολλά πολιτικά κόμματα υποστηρίζουν τις βασικές αρχές που καλούν την κυβέρνηση να οικοδομήσει πάνω στα θεμέλια της Συμμαχίας Ιαπωνίας-ΗΠΑ και να επεκτείνει τη συνεργασία με τις ομοϊδεάτισσες χώρες σε Ασία και Ευρώπη, δημιουργώντας παράλληλα τις απαραίτητες αμυντικές ικανότητες. Ωστόσο, υπάρχουν μεγάλες διαφωνίες μεταξύ των μερών σχετικά με τον τρόπο ενίσχυσης της αποτροπής. Το κυβερνών Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα έχει δεσμευτεί να αυξήσει σημαντικά τον αμυντικό προϋπολογισμό μέσα σε πέντε χρόνια, χρησιμοποιώντας (την αφιέρωση του) το 2% ή περισσότερο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (στην άμυνα), στόχο που υιοθέτησε το ΝΑΤΟ, ως σημείο αναφοράς. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Ιαπωνίας (μέχρι σήμερα) ήταν περίπου 1% του ΑΕΠ. Η αύξηση του ποσοστού στο 2% θα καθιστούσε πιθανώς την Ιαπωνία την τρίτη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Αυτό θα άλλαζε ριζικά τη διεθνή εικόνα της Ιαπωνίας ως ένα έθνος που αγαπά την ειρήνη. Η προσπάθεια αμυντικών δαπανών της Ιαπωνίας, μαζί με την απόκτηση της επιθετικής ικανότητας να χτυπήσει το νευρικό κέντρο της ασφαλείας του εχθρού, θα μπορούσε να εντείνει τον αγώνα των εξοπλισμών και να υπονομεύσει τη σταθερότητα στην περιοχή».
Η αγγλόφωνη έκδοση της ινδικής εφημερίδας «Hindustan Times», σε κύριο άρθρο με τίτλο «Ο παρατεταμένος πόλεμος θα βλάψει την Ινδία», το οποίο ήταν δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα της εφημερίδας στις 25 Ιουνίου, εστιάζει επίσης στον πόλεμο της Ουκρανίας. «Η συνέχιση της σύγκρουσης στην Ουκρανία θα ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στις νέες εταιρικές σχέσεις της Ινδίας με τη Δύση, οι οποίες έχουν εντατικοποιηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Το Δελχί πρέπει να είναι σε εγρήγορση», αναφέρει το άρθρο, το οποίο προβάλλει επίσης, τις απόψεις ότι: «Οι υψηλότερες παγκόσμιες τιμές πετρελαίου θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε υψηλό πληθωρισμό και αυξημένα επιτόκια, την ώρα που η χώρα αγωνίζεται να ξεπεράσει τις καταστροφικές επιπτώσεις του Covid-19. Η συνέχιση της σύγκρουσης στην Ουκρανία θα ασκήσει επίσης μεγαλύτερη πίεση στις νέες εταιρικές σχέσεις της Ινδίας με τη Δύση. Με την Κίνα να αναδύεται ως η κύρια πολιτική και στρατηγική πρόκληση στην περιοχή και στον ευρύτερο Ινδο-Ειρηνικό, η Ινδία δεν έχει την πολυτέλεια να αποδυναμώσει τις τέτοιου είδους εταιρικές της σχέσεις».
Η αντοχή της ρωσικής οικονομίας και τι ζητά το Κιέβο από τη διεθνή κοινότητα
Η ρωσική εφημερίδα «Izvestia» στις 23 Ιουνίου δημοσίευσε ανάλυση του Ilya Chepraso, η οποία εστιάζει στις επιπτώσεις της κρίσης στην Ουκρανία στην ρωσική οικονομία. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, από την περίοδο της μετάβασης της Ρωσίας στην ελεύθερη οικονομία μέχρι και σήμερα, διάφοροι παραγωγικοί τομείς της Ρωσίας αντιμετώπισαν σοβαρές κρίσεις. Ωστόσο, παρά τα μεγάλα προβλήματα, η οικονομία της Ρωσίας στο σύνολο της κατάφερε να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις.
Επίσης, κατάφερε να προχωρήσει στο στάδιο της ανάπτυξης. Ο Ρώσος αναλυτής προβλέπει ότι το ίδιο θα συνέβη και στο τέλος του πολέμου στην Ουκρανία. Συνεχίζοντας, το άρθρο αναφέρει ότι: «Μπορούμε να πούμε ότι η αγορά ακινήτων εισέρχεται σε μια ισχυρή προσωρινή μείωση της επιχειρηματικής δραστηριότητα. Ωστόσο, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα εξακολουθεί να υπάρχει ελπίδα για νέα ανάπτυξη, για βελτίωση της προσφοράς, για πιο διαφανείς συνθήκες αγοράς, για νέους τρόπους τόνωσης της ζήτησης και για (νέες) οικονομικές ευκαιρίες. Αναμένουμε ότι η νέα πρόκληση θα παρέχει η ίδια ώθηση για την ανάπτυξη».
Την ίδια στιγμή, η αγγλόφωνη ουκρανική εφημερίδα «Kiev Independent» στις 22 Ιουνίου φιλοξένησε την ανάλυση της Oksana Bashuk Hepburn με τίτλο «Το παγκόσμιο δημοκρατικό στρατόπεδο χρειάζεται ένα νέο τρόπο σκέψης για τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία». Όπως υπογραμμίζει στην ανάλυσή της η αρθρογράφος: «Μεταξύ των (δυτικών) δημοκρατιών θα πρέπει να υπάρξει ένας νέος τρόπος σκέψης για τον (μελλοντικό) ρόλο της Ρωσίας στον κόσμο, ο οποίος θα βασίζεται στη μετατροπή της (Ρωσίας) σε ένα νομοταγές κράτος που απορρίπτει τον πόλεμο, που επιτρέπει την πολιτική ελευθερία και που ανταποκρίνεται στα παγκόσμια πρότυπα καλής διακυβέρνησης στο εσωτερικό της. Η Ρωσία, θα πρέπει επίσης να απορρίψει τη χρήση της ορθόδοξης εκκλησίας ως μέσο κρατικής προπαγάνδας. (Παράλληλα θα πρέπει να τερματιστούν), οι ξεδιάντροπες προτροπές για την προώθηση της συνθηκολόγησης της Ουκρανίας».