Ένα μικρό εργαστήρι στην οδό Σωκράτους στην Παλιά Λευκωσία , που φαίνεται να έμεινε σε μια άλλη εποχή , μια εξώπορτα στολισμένη με φιλοσοφημένα στιχάκια ζωής, και ένας παππούλης με ένα ζεστό χαμόγελο να επιδιορθώνει παπούτσια.
Αυτό ήταν το σκηνικό που αντικρίσαμε, όταν επισκεφθήκαμε το μικρό εργαστήρι του κύριου Αχιλλέα, του «θεραπευτή υποδημάτων» όπως ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του, ο οποίος εδώ και 20 χρόνια επιμένει παραδοσιακά με το επάγγελμα του τσαγκάρη.
Ο κύριος Αχιλλέας μοιράστηκε μαζί μας την δική του ιστορία ζωής. Πως ενώ ήταν νεαρός και μέσα στη φτώχεια επέλεξε να ασχοληθεί με το επάγγελμα του τσαγκάρη αλλά και πως αποφάσισε να επιστρέψει σε αυτό μετά τη σύνταξη του μέχρι σήμερα στα 88 του χρόνια.

«Είμασταν ούλλοι ανυπόλητοι λαλώ στον πατέρα μου… παπά θέλω να γίνω παπουτσιής»
Αυτή ήταν η απάντηση που έδωσε στον πατέρα του όταν τον ρώτησε με τι ήθελε να ασχοληθεί, όταν τελείωσε το δημοτικό. «Λαλεί μου ο παπάς μου γιέ μου εν έχω λεφτά να σε στείλω σε ανώτερη σχολή θέλεις να ασχοληθείς με κάτι;», τον ρώτησε και ο μικρός τότε Αχιλλέας σκέφτηκε αφού δεν είχαν λεφτά να αγοράσουν παπούτσια ότι θα ήταν χρήσιμο να μάθει τέχνη και να φτιάχνει αυτός. «Είμασταν ούλλοι ανυπόλητοι λαλώ του παπά θέλω να γίνω παπουτσιής».
Έτσι και έγινε, το 1946 έφυγε από τον Πωμό όπου καταγόταν, πήγε στη Λευκωσία και συγκεκριμένα στον Άγιο Δομέτιο με σκοπό να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη. Καθημερινά, όπως ο ίδιος είπε, πήγαινε με τα πόδια από τον Άγιο Δομέτιο μέχρι την κατεχόμενη πλέον Ομορφίτα , όπου δούλευε τότε. Όταν τελείωνε από την δουλειά αργά το απόγευμα αμέσως μετά πήγαινε σε νυχτερινή σχολή για να μάθει γράμματα και να μορφωθεί. Στην δουλειά του ήταν υπάκουος εργατικός και γρήγορος και στο σχολείο του ήταν πολύ καλός μαθητής. «Τη λέξη κουράστηκα δεν την είπα ποτέ μου» τόνισε ο ίδιος.

Έχοντας ως αρχή του την ευχή που του έδωσε ο παππούς του όταν ήταν μικρός, «τον γλίορο τον άνθρωπο αγαπούν τον τζιαι οι πέτρες», προσπαθούσε πάντα για το καλύτερο.
Αργότερα, ο κ. Αχιλλέας δούλεψε σε μεγάλες κυπριακές εταιρίες της τότε εποχής ως υπάλληλος, πωλητής ακόμα και ως διευθυντής καταστήματος.

«Μάθε τέχνη τζιαι κρέμμαστην στο παλλούτζι»
Τα χρόνια πέρασαν και το 1974 όταν άρχισε η Τούρκικη εισβολή στην Κύπρο , ο κύριος Αχιλλέας μαζί με την γυναίκα του αποφάσισαν να πάνε στην Αγγλία. Όταν επέστρεψαν έπιασε δουλειά ως αποθηκάριος σε ένα ξενοδοχείο στην Λευκωσία. Αργότερα όταν πήρε σύνταξη και έφυγε από την δουλειά του , αποφάσισε να κάνει την τέχνη που έμαθε και αγάπησε από παιδί. «Μάθε τέχνη τζιαι κρέμμαστειν στο παλλούτζι», όπως λέει και ένα από τα πολλά ρητά που γράφει ο ίδιος στην εξώπορτα του μαγαζιού του.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι «η τέχνη είναι βρασιόλι χρυσό στο χέρι του ανθρώπου», και ότι αν ξέρεις τέχνη μπορείς ανά πάσα στιγμή να την αξιοποιήσεις, «όπως εγώ έμαθα την τέχνη και στα γεράματα μου επέστρεψαν πίσω στην τέχνη που έμαθα και αγάπησα από παιδί», σημείωσε.

«Είμαστε οι τελευταίοι τεχνίτες»
Η αγάπη του κ. Αχιλλέα για την τέχνη του είναι αυτή που τον ωθεί καθημερινά να ξυπνάει από τα χαράματα και να πηγαίνει στο μαγαζάκι του μέχρι και σήμερα στα 88 του χρόνια.
Όσον αφορά την πελατεία, ο κ. Αχιλλέας σημείωσε ότι έχει περιοριστεί σημαντικά αφού πλέον οι περισσότεροι επιλέγουν να πετάξουν το «παλιό» αντί να το επιδιορθώσουν.
Με απογοήτευση, δήλωσε ότι πλέον οι νέοι δεν ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους τέχνες. Κανένας από τα παιδιά , τα εγγόνια και τα δισέγγονα του δε θέλησε να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι πλέον δεν μπορεί εύκολα κανείς να μάθει την τέχνη.
«Οι νέοι δυστυχώς δεν μαθαίνουν τέχνη πλέον, όλες οι τέχνες τέλειωσαν είμαστε οι τελευταίοι τεχνίτες», είπε συγκεκριμένα.
Για το τέλος ο κύριος Αχιλλέας πήρε το παραδοσιακό του πηθκιάβλι και μας έπαιξε ένα γλυκό σκοπό , ως ένδειξη ευχαρίστησης που τον επισκεφθήκαμε.