Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

«Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι εφυσούσαν τζι αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν, ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν’ αρτζιεύκη να στοιβάζη, είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου το κρυφόν της μεσ’ στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της», έγραψε ο εθνικός μας ποιητής, Βασίλης Μιχαηλίδης δίνοντας το παλμό και τον αναβρασμό που επικρατούσε στην Κύπρο μετά τον απαγχονισμό του Αρχιεπίσκοπου Κυπριανού την 9η Ιουλίου 1821. Σε μια περίοδο που οι αγωνιστές του 1821 έδιναν αγώνες στην ελληνική επικράτεια για να αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό, οι Έλληνες της Κύπρου έδιναν τη δική τους μάχη. 

Φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη θυσία του Αρχιεπίσκοπου Κυπριανού αλλά και από τη διεξαγωγή της Ελληνικής Επανάστασης από τον Ελληνισμό για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού μετά τέσσερις αιώνες κατοχής στη χώρα.

Η συμβολή των Κυπρίων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν καταλυτική με τις μαρτυρίες και τα ιστορικά έγγραφα να αναφέρουν ότι περίπου 1.000 Κύπριοι πολέμησαν στην Ελληνική Επανάσταση, με πολλούς από αυτούς να χάνουν τη ζωή τους στη διάρκεια των μαχών. Ακόμα περισσότερα ήταν τα θύματα των αντιποίνων από τους Τούρκους στην Κύπρο για τη συμμετοχή Κυπρίων στον απελευθερωτικό αγώνα.

Ο Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πέτρος Παπαπολυβίου, ανέφερε στο ant1.com.cy, ότι εκείνο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι η Κύπρος έδωσε το παρόν της και στην Επανάσταση του 1821 αλλά και στις πρώτες προεπαναστατικές προσπάθειες που έγιναν στην Ελλάδα.

Την ίδια ώρα, μας επισήμανε πως σημαντική ήταν η συμμετοχή Κυπρίων στη Φιλική Εταιρεία που σχηματίστηκε για την προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης, της οποίας ο ρόλος υπήρξε καταλυτικός και ήταν απότοκο μιας  προετοιμασίας που ξύπνησε και αγκάλιασε τον παροικιακό και τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό.

Κάποιοι εκ των Κυπρίων που συμμετείχαν στην Φιλική Εταιρεία ήταν ο Χαράλαμπος Μάλης, ο Θεοφύλακτος Θησέας και ο Νικόλαος Θησέας.

Συγκεκριμένα, στα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας αναγράφεται και ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, ο οποίος έγραψε ότι υποσχέθηκε να δώσει χρήματα και τρόφιμα τον Οκτώβριο του 1820.

Όπως μας εξήγησε ο κύριος Παπαπολυβίου, το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία και στην Πελοπόννησο επέφερε βαρύτατο τίμημα στην Κύπρο, που εκφράστηκε με τις μεγάλες σφαγές που έλαβαν χώρα στο νησί τον Ιούλιο του 1821 και μεταξύ άλλων απαγχονίστηκε από την οθωμανική διοίκηση ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός.

«Καρατομήθηκαν οι Μητροπολίτες Πάφου, Κυρηνείας και Κιτίου και κάποιες δεκάδες προκρίτων, κληρικών και λαϊκών. Σφαγές έγιναν και στη Λάπηθο, στον Καραβά και στην Κυθραία που πλεόναζε ο ελληνικός πληθυσμός. Ήταν σφαγές που προκάλεσαν φρίκη και τις αποτύπωσε με ένα αριστοτελικό τρόπο ο εθνικός μας ποιητής, Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημα του 9η Ιουλίου», τόνισε ο Καθηγητής.

Ταυτόχρονα, μας εξήγησε ότι μεγάλη ήταν η συμβολή των Κυπρίων από διάφορα μέρη της Κύπρου και εντοπίζονται αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση από το 1821-1829 σε κυβερνητικές θέσεις, σε ναυτικές επιχειρήσεις, στην Πελοπόννησο, στο Μεσολόγγι, στην Εύβοια, στη Χίο και στη Μάχη των Αθηνών.

«Βρίσκουμε χωριά όπου πολλές οικογένειες φέρουν με μεγάλη περηφάνια τον τίτλο του απόγονου του αγωνιστή του 1821, μπορεί να μην ήταν οπλαρχηγοί ή επικεφαλείς αλλά είχαν και αυτοί τη συμβολή τους», σημείωσε ο κύριος Παπαπολυβίου.

«Είναι σαφές πως οι Κύπριοι πολέμησαν για την ελευθερία της Ελλάδας και τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, αλλά ταυτόχρονα αγωνίστηκαν και για την απελευθέρωση της Κύπρου από τον οθωμανικό ζυγό», τόνισε.

Σημαντική η συμβολή των Κύπριων Αγωνιστών στον Ιερό Λόχο

Παράλληλα, μιλώντας στο ant1.com.cy o Ιστορικός με ειδίκευση στη Σύγχρονη Ιστορία, Σάββας Σταύρου, είπε ότι ένας από τους πρωτομάρτυρες της ελληνικής ελευθερίας ήταν ο Ιωάννης Καρατζάς από τη Λευκωσία, ο οποίος ήταν ένας από τους 17 συνεργάτες του Ρήγα Βελεστινλή.

Ειδικότερα, όπως μας εξηγεί, ο Ιωάννης Καρατζάς εκτελέστηκε με στραγγαλισμό στις φυλακές μαζί με τον Ρήγα τη νύχτα της 24ης Ιουνίου 1798, ύστερα από εντολή της Πύλης προς τον καϊμακκάμη του, τα δε σώματά τους ρίχτηκαν στο Δούναβη και διαδόθηκε ότι σκοτώθηκαν ενώ προσπαθούσαν να δραπετεύσουν.

Ο κύριος Σταύρου μας ανέφερε ότι σημαντική ήταν και η συμβολή της Ελληνοκύπριας Ελισάβετ Σάντη Λουμάκη Chenier, συζύγου του εύπορου Γάλλου εμπόρου Chenier, το διάσημο φιλολογικό σαλόνι της οποίας απετέλεσε τον καταλύτη για την σύσταση το 1809 της μυστικής οργάνωσης Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο.

Στην οργάνωση αυτή συμμετείχε και ο Τσακάλωφ, ο οποίος μετακόμισε το 1814 στην Οδησσό, όπου το Ξενοδοχείο ουσιαστικά μετεξελίχθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Στη Λευκωσία υπάρχει δρόμος με το όνομα οδός Ξάνθης Ξενιέρου (απόδοση του Santi Chénier), ο οποίος είναι αφιερωμένος σε αυτή.

Επίσης, μας τόνισε πως μας είπε ότι σημαντική ήταν η συμβολή των Κύπριων Αγωνιστών και στον Ιερό Λόχο προσφέροντας και αυτή την ίδια τη ζωή τους για την ελευθερία της Ελλάδας, μεταξύ αυτών ο Φίλιππος Γεωργίου και ο Ζαχαρίας Λεοντή. Μάλιστα οι εκ Κύπρου αγωνιστές, μέλη τού Κυπριακού Ιερού Λόχου, διέθεταν και δική τους σημαία.

Η παράδοση της επίσκεψης του Κανάρη στη Λάπηθο

«Αλλά και όποτε ακόμη ο ατρόμητος στολοκαύτης Κανάρης, από τα παράλια της Αιγύπτου, περί τη 19η Ιουνίου του 1821 κατέπλευσε μετά του στόλου του και επί την ημετέραν πατρίδαν, ελλιμενισθείς εν λιμενίσκω τινι παρά τον Άγιο Σέργιο, είτα δε και εις τον παρά τη Λάπηθο λιμενίσκον Απόβρυσιν…»

Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Κηπιάδης την, κατά την παράδοση, επίσκεψη του Κωνσταντίνου Κανάρη στην Κύπρο, στις 19 Ιουνίου 1821. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του Κηπιάδη, και άλλων δύο συγγραφέων, ο «ατρόμητος στολλοκαύτης» ελλιμενίστηκε στο νησί, και συγκεκριμένα στον όρμο της Ασπρόβρυσης, στις ακτές της Λαπήθου. Εκεί, υποστηρίζει ο Κηπιάδης, ο Κανάρης έτυχε παλλαϊκής υποδοχής και έλαβε πλούσια οικονομική συνδρομή από τους Κύπριους, οι οποίοι συνέδραμαν τον αγώνα του 1821 με ό,τι και όπως μπορούσαν.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κύριο Σταύρου, η παράδοση που θέλει τον Κανάρη να φτάνει στην Κύπρο το 1821, δεν είναι εξακριβωμένη από γραπτές πηγές της εποχής του, ενώ η εκδοχή της παλλαϊκής υποδοχής φαντάζει μάλλον υπερβολική, καθώς εκείνη την περίοδο ο Κωνσταντίνος Κανάρης δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός.