Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης πριν 63 χρόνια, στις 14 Μαρτίου, πήρε μιάν ανηφοριά, πήρε μονοπάτια και βρήκε τα σκαλοπάτια για τη λευτεριά. Πατριώτης, με έντονες ανησυχίες και ευαισθησίες άφησε τα αδέλφια και τους συγγενείς και πήρε τα λαγκάδια και τις βουνοπλαγιές. Με υψηλή συνείδηση και πνεύμα ακολούθησε την καρδιά του για τα μεγάλα ιδανικά, τις ιδέες και τα πιστεύω του.
Η μικρή του αδελφή, Μαρούλα Παλληκαρίδου, αναφέρει στο ant1.com.cy ότι τα παιδικά τους χρόνια στη Τσάδα της Επαρχίας Πάφου ήταν πολύ ευτυχισμένα και έδενε την οικογένεια τους μια μεγάλη αγάπη.

Περιγράφει τον αδερφό της ως ένα ευαίσθητο και χαμηλών τόνων άνθρωπο, με ήσυχο και ήπιο χαρακτήρα. «Έχω διαβάσει ότι οι καλλιτέχνες και οι ποιητές είναι χαμηλών τόνων και το διαπιστώνω με τον Ευαγόρα, δεν ήταν φωνακλάς και δεν τον ενδιέφερε να περάσει το δικό του» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι ο Ευαγόρας έγραφε στίχους από 13 χρονών στο περιθώριο της κόλας των μαθητικών του τετραδίων και των εφημερίδων και στη συνέχεια τους μετέφερε αλλού, ενώ αφιέρωνε συχνά και στους συμμαθητές του ποιήματα. Δεν εκμυστηρεύονταν πολύ τα όνειρα του και από όσα άφηνε να καταλάβουν ήθελε να σπουδάσει.
Η αδερφή του, σημειώνει ότι τα στοιχεία που τον ετοίμασαν για να συμμετέχει στον αγώνα της ΕΟΚΑ του 1955-1959, ήταν «η οικογένεια και το σχολείο, τότε ήταν το όνειρο κάθε Κυπρίου η ένωση του νησιού με την Ελλάδα και για αυτό ο Ευαγόρας ήθελε να λάβει μέρος. Ήταν ελάχιστοι που δεν τους ενδιέφερε ότι γινόταν ένας αγώνας, όλα τα παιδιά και ο κόσμος που έλαβαν μέρος βοηθούσαν με τον τρόπο τους».
«Ο Ευαγόρας έφυγε από το σπίτι στις 5 Δεκεμβρίου του 1955, διότι την επομένη μέρα θα διεξαγόταν η δίκη του και ο ίδιος δεν ήθελε να παρουσιαστεί, καθώς ακόμα και να τον αθώωναν δεν θα τον άφηναν ελεύθερο και προτίμησε να βγει αντάρτης στο βουνό, όπου και παρέμεινε για τους επόμενους 13 μήνες», εξηγεί η κυρία Μαρούλλα.
Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με δύο άλλους συναγωνιστές του μετέφεραν όπλα και τρόφιμα από το χωριό Λυσός. Σε κάποιο σημείο του δρόμου βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο, όπου και συνέλαβε τον Ευαγόρα.
Την ημέρα της σύλληψης περιέγραψε η κυρία Μαρούλλα, και μας είπε ότι «πάνω σε μια απότομη στροφή του δρόμου άναψαν ξαφνικά μπροστά τους οι προβολείς ενός αυτοκινήτου που άνηκε στους Άγγλους. Αυτό για μένα σημαίνει ότι τους περίμεναν με φώτα και μηχανές σβηστές. Μερικοί σύντροφοι του Ευαγόρα έτρεξαν και γλίτωσαν, ωστόσο το ένστικτο του αδελφού μου του έλεγε να μείνει εκεί».
«Μετά τη σύλληψη του. άρχισε ο αγώνας του πατέρα μας για να μας επιτρέψουν να τον δούμε, καθώς δεν ήταν εύκολο πράγμα. Πήγαινε κάθε μέρα ο πατέρας μου στον Αστυνομικό Σταθμό της Πάφου και του έπαιρνε φαγητό, παρόλα αυτά δεν ξέρουμε κατά πόσο του το έδιναν. Μέχρι που μια ημέρα τον κάλεσε στο γραφείο του ο Άγγλος Διευθυντής, τον κέρασε καφέ και του είπε αν θέλεις να δεις το παιδί σου, θα του μιλήσεις και θα τον πείσεις να μας παραδώσει συναγωνιστές του και κρησφύγετα και ο πατέρας του απάντησε ότι υπό αυτούς τους όρους δεν θέλω να δω το παιδί μου», υπογραμμίζει περήφανη.
Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, «περάσαν 10-12 ημέρες για να μας επιτρέψουν να τον δούμε γιατί ήταν πολύ κακοποιημένος. Τα μάτια του δεν μπορούσε να τα σηκώσει, τα είχε κλειστά ή έβλεπε κάτω και τον ρώτησε ο πατέρας γιατί του μιλά και δεν τον κοιτάζει. Ο Ευαγόρας του είπε ότι κάθε ώρα το βράδυ του έχουν προβολείς αναμμένους στα μάτια. Κρατούσε, όμως, την ηρεμία του».
Ακολούθως, η κυρία Μαρούλλα, μας τόνισε ότι όλα έγιναν πολύ βιαστικά μιας και στις 14 Φεβρουαρίου του 1957 έγινε η προανάκριση, την επόμενη έγινε η δίκη και η καταδίκη και τα μεσάνυχτα στις 14 Μαρτίου έγινε η εκτέλεση.
«Όσες φορές είχε επισκεπτήριο πηγαίναμε και τον βλέπαμε για 14-15 λεπτά. Την τελευταία ημέρα, δηλαδή τις 13 του Μάρτη μας άφησαν να τον δούμε δύο φορές και ήρθαμε οικογενειακώς από την Πάφο. Μας άφησαν στις 10 το πρωί και στις 3 το απόγευμα. Ζητήσαμε να ανοίξουν το κελί να τον αφήσουν να βγει έξω για να τον αποχαιρετήσουμε όσο μπορούσαμε, ωστόσο η απάντηση ήρθε μονολεκτική και ήταν όχι. Η πόρτα των κελιών των μελλοθανάτων έχει ένα πυκνό σύρμα και στα 5-10 λεπτά αυτός που είναι μέσα αρχίζει και βλέπει θαμπά σαν σκιά», δήλωσε με συγκινητικό ύφος.
Η κυρία Μαρούλλα, θυμάται έντονα την τελευταία φορά που τον είδαν και μας εξηγεί ότι «δεν μιλούσαμε πάρα πολύ, εκείνο που θυμάμαι ήταν ότι ήταν πολύ ήσυχος και συγκρατηθήκαμε και δεν κλάψαμε. Είχαμε τα δάκρυα μέσα μας σαν κόμπο στο λαιμό. Η ηρεμία του Ευαγόρα ήταν τέτοια που δεν μας επέτρεπε να κλάψουμε μπροστά του».
Η μικρή αδελφή του Ευαγόρα δούλευε για 19 χρόνια στο βιβλιοπωλείο των αγωνιστών στα Φυλακισμένα Μνήματα μετά από πρόταση που της είχαν κάνει. «Πριν να μου κάνουν την πρόταση να πάω εκεί να δουλέψω, τα άφηνα όλα, έπαιρνα το αυτοκίνητο μου και πήγαινα μόνη μου. Άφηνα τα λουλούδια μου, έλεγα μια προσευχή και έφευγα. Ήταν καλό για εμένα, μου άρεσε που ήμουν τόσο κοντά στον Ευαγόρα», τονίζει.

Κλείνοντας η κυρία Μαρούλλα, μας υπογράμμισε πως «πολλοί μου λένε ότι κρίμα τα παιδιά και τη θυσία τους, το άκουγα συχνά και μου έκανε κακό. Δεν θέλω να το σκέφτομαι έτσι. Όλα τα παιδιά ήταν ιδεολόγοι, πολέμησαν και έδωσαν τη ζωή τους για μια ιδέα που πίστευαν. Δεν θέλω να λέω ότι πήγαν άδικα, θυσιάστηκαν γιατί πίστευαν σε κάτι ιερό για τους ίδιους οπότε θέλω να σεβαστούμε την απόφαση τους. Είναι πολλοί σαν τον Ευαγόρα που θα μπορούσαν να γλιτώσουν, όμως ο ίδιος επέλεξε τον θάνατο παρά να προδώσει και αυτό λέει πολλά για εμένα».
