Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
δδδ
Ένα μπιτόνι βενζίνη και λίγα δευτερόλεπτα στο σκοτάδι αρκούν, για να γίνουν περιουσίες στάχτη…

Στην Κύπρο, οι εμπρησμοί και οι τοποθετήσεις εκρηκτικών μηχανισμών παραμένουν ίσως από τις πιο «προσφιλείς» μεθόδους εκφοβισμού, αλλά ταυτόχρονα και ο πιο δυσεπίλυτος γρίφος για τις διωκτικές αρχές, με την -αν μη τι άλλο ανησυχητική- πλειονότητα των φακέλων να παραμένει στα αζήτητα των ανεξιχνίαστων υποθέσεων.

Τα επίσημα στοιχεία από την Αστυνομία, για την εξαετή περίοδο 2021–2026 (Α' Εξάμηνο) καταδεικνύουν το μέγεθος μιας ανοιχτής πληγής, ενώ μαρτυρούν μεταξύ άλλων ποια χρονιά η κατάσταση ξέφυγε, αλλά και ποιες επαρχίες βρίσκονται σήμερα στο «κόκκινο» σε ότι αφορά τις υποθέσεις εμπρησμού και απόπειρας εμπρησμών.


Τα περιστατικά ανά έτος

Όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της αστυνομίας η ακτινογραφία των δεδομένων που αφορούν υποθέσεις εγκληματικής δράσης με τη χρήση εύφλεκτων και εκρηκτικών υλών συνθέτει ένα ενιαίο, διαρκές μέτωπο καταστροφής περιουσιών ενώ αποτυπώνει ανάγλυφα μια παγιωμένη κατάσταση υψηλής επικινδυνότητας, με τις υποθέσεις να κινούνται διαχρονικά σε τριψήφια νούμερα.

Σύμφωνα με τα εν λόγω στοιχεία κατά το έτος 2021 σημειώθηκαν συνολικά 193 χτυπήματα καταστροφής περιουσίας. Από αυτά, τα 172 αφορούσαν εμπρησμούς και απόπειρες (32 εξιχνιάσεις, δηλαδή 18.6% επιτυχία) και τα 21 επιθέσεις με εκρηκτικές ύλες (3 εξιχνιάσεις, δηλαδή 14.3% μόλις επιτυχία). Συνολικά οδηγήθηκαν στην εξιχνίαση μόλις 35 υποθέσεις, με τη συνολική αποτελεσματικότητα να περιορίζεται στο 18.1%.

δδδ

Το 2022 ο συνολικός αριθμός των επιθέσεων ανήλθε στις 199. Καταγράφηκαν 180 εμπρησμοί/απόπειρες (48 εξιχνιάσεις, δηλαδή 26.7% επιτυχία) και 19 βομβιστικές ενέργειες (μόλις 1 εξιχνίαση, δηλαδή 5.3% επιτυχία). Στο σύνολο, εξιχνιάστηκαν 49 υποθέσεις, ποσοστό που αγγίζει το 24.6%.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται το 2023. Το φαινόμενο φαίνεται να ξέφυγε αρκετά, καταγράφοντας αρνητικό ρεκόρ εξαετίας με 234 συνολικά χτυπήματα. Συγκεκριμένα, οι εμπρησμοί έφτασαν τους 194 (34 εξιχνιάσεις, δηλαδή 17.5% επιτυχίας), ενώ οι επιθέσεις με εκρηκτικά εκτοξεύτηκαν στις 40 (11 εξιχνιάσεις, 27.5% επιτυχίας). Εξιχνιάστηκαν, δηλαδή, συνολικά μόλις 45 υποθέσεις, ρίχνοντας τον γενικό δείκτη επιτυχίας στο ανησυχητικό 19.2%.

Από το 2021 μέχρι σήμερα καταγράφηκαν συνολικά 1.128 υποθέσεις

Την επόμενη χρονιά, το 2024 η ένταση παρέμεινε σε επικίνδυνα επίπεδα με 207 συνολικές επιθέσεις. Οι εμπρησμοί και οι απόπειρες διαμορφώθηκαν στις 167 σημειώνοντας μάλιστα ακόμη ένα νέο ρεκόρ, αυτή τη φορά εξιχνιάσεων με τις διωκτικές Αρχές να λύνουν το κουβάρι 59 υποθέσεων, φτάνοντας δηλαδή στο 35.3% επιτυχίας, αριθμός που παραμένει ωστόσο μακριά από το επιθυμητό ποσοστό. Την ίδια ώρα τα χτυπήματα με εκρηκτικά παρέμειναν καθηλωμένα στα 40, με την αποτελεσματικότητα των αρχών σε αυτά να καταρρέει και πάλι με μόλις 4 εξιχνιάσεις, δηλαδή 10.0% επιτυχίας. Συνολικά εξιχνιάστηκαν 63 υποθέσεις (30.4%).

Το 2025 παρατηρείται μία κάποια μικρή αποκλιμάκωση με 195 συνολικά χτυπήματα. Από αυτά, τα 164 αφορούσαν εμπρησμούς (44 εξιχνιάσεις, δηλαδή 26.8% επιτυχίας) και τα 31 εκρήξεις βομβών (4 εξιχνιάσεις, δηλαδή 12.9% επιτυχίας). Συνολικά εξιχνιάστηκαν 48 υποθέσεις (24.6%).

Τέλος, πρώτο μισό του τρέχοντος έτους μετρά ήδη 100 χτυπήματα. Καταγράφηκαν 84 εμπρησμοί (34 εξιχνιάσεις, δηλαδή 40.5% επιτυχίας) και 16 επιθέσεις με εκρηκτικές ύλες (5 εξιχνιάσεις, δηλαδή 31.3% επιτυχίας). Οι διωκτικές αρχές διαλεύκαναν συνολικά 39 υποθέσεις, διαμορφώνοντας τον δείκτη επιτυχίας στο 39.0%. Ωστόσο τα μεγέθη αυτά όπως προαναφέρθηκε αφορούν το Α’ εξάμηνο και αναμένεται να διαφοροποιηθούν μέχρι το τέλος του έτους.

Στον ενιαίο εγκληματολογικό χάρτη της εξαετίας, καταγράφηκαν συνολικά 1.128 υποθέσεις καταστροφής περιουσίας (961 εμπρησμοί και 167 επιθέσεις με εκρηκτικά). Από αυτές, μόλις οι 279 εξιχνιάστηκαν, αφήνοντας τον γενικό μέσο όρο καθηλωμένο στο 24.7%, επιβεβαιώνοντας ότι τρεις στις τέσσερις επιθέσεις παραμένουν στα αζήτητα.

RRR

Η «γεωγραφία» των 100 υποθέσεων για το Α' εξάμηνο του 2026

Κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2026, η εγκληματική δραστηριότητα με εύφλεκτες και εκρηκτικές ύλες συμπλήρωσε ακριβώς 100 χτυπήματα σε παγκύπρια κλίμακα (84 υποθέσεις εμπρησμών και 16 υποθέσεις για επιθέσεις με εκρηκτικά). Η γεωγραφική κατανομή αποτυπώνει ξεκάθαρα ποια αστικά κέντρα βρίσκονται στη «δίνη» των επιθέσεων, με τη Λεμεσό και τη Λευκωσία να συγκεντρώνουν πάνω από το 60% των συνολικών περιστατικών.

Συγκεκριμένα:

Λεμεσός - 33 περιστατικά: Αναδεικνύεται στο θερμότερο σημείο της εγκληματικής δράσης. Καταγράφηκαν 26 υποθέσεις εμπρησμών και 7 υποθέσεις βομβιστικών επιθέσεων, συγκεντρώνοντας σχεδόν το ήμισυ των συνολικών εκρήξεων παγκυπρίως.

Λευκωσία - 28 περιστατικά: Ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής, μετρώντας 26 υποθέσεις εμπρησμού και 2 υποθέσεις επιθέσεων με εκρηκτικές ύλες.

Πάφος - 21 περιστατικά: Διατηρεί ιδιαίτερα υψηλό όγκο αναλογικά με τον πληθυσμό της, καταγράφοντας 17 υποθέσεις εμπρησμού και 4 υποθέσεις με εκρηκτικούς μηχανισμούς.

Λάρνακα - 9 περιστατικά: Σημειώθηκαν 8 υποθέσεις εμπρησμού και 1 μόλις υπόθεση με εκρηκτικές ύλες.

Μόρφου – 6 περιστατικά: Καταγράφηκαν 6 υποθέσεις εμπρησμών χωρίς να σημειωθεί ωστόσο, καμία επίθεση με εκρηκτικά.

Αμμόχωστος - 3 περιστατικά: Καταγράφει τη χαμηλότερη συχνότητα, με 1 εμπρησμό και 2 χτυπήματα με εκρηκτικές ύλες.

999

Τι αναφέρει ειδικός

1234

Το ANT1live επικοινώνησε με τον εγκληματολόγο και Επ. Καθηγητή Ποινικού Δικαίου του Τμήματος Νομικής του PHILIPS UNIVERSITY (Cy), κ. Φώτη Σπυρόπουλο, θέτοντάς του σειρά ερωτημάτων αναφορικά τόσο με τη φύση της συγκεκριμένης εγκληματικής μεθόδου όσο και με τους λόγους που ενδεχομένως οδηγούν στα χαμηλά ποσοστά εξιχνίασης από τις διωκτικές Αρχές.

Ερωτηθείς αρχικά κατά πόσον τα χαμηλά ποσοστά εξιχνίασης αφορούν ειδικά την Κυπριακή Αστυνομία ή κατά πόσον οι συγκεκριμένες μορφές εγκληματικής δράσης αποτελούν γενικότερα μια «αχίλλειο πτέρνα» για τις διωκτικές Αρχές διεθνώς, ο κ. Σπυρόπουλος εξηγεί ότι «Οι χαμηλοί δείκτες εξιχνίασης υποθέσεων εμπρησμού και χρήσης εκρηκτικών υλών δεν συνιστούν αποκλειστικά κυπριακό φαινόμενο. Από εγκληματολογική άποψη, πρόκειται για μορφές εγκληματικής δράσης που παρουσιάζουν διεθνώς ιδιαίτερες ανακριτικές δυσχέρειες, λόγω της φύσης του εγκλήματος, της περιορισμένης χρονικής παρουσίας του δράστη στη σκηνή του εγκλήματος και, κυρίως, της δυνατότητας καταστροφής κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων».

Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει, «αυτό δεν σημαίνει ότι ένα χαμηλό ποσοστό εξιχνίασης της δεν πρέπει να προβληματίζει», αλλά, «αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη που επιβάλλει περαιτέρω ποιοτική αξιολόγηση. Για να εξαχθούν, όμως, ασφαλή συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα της Αστυνομίας, απαιτείται συγκριτική ανάλυση με αντίστοιχα δεδομένα άλλων ευρωπαϊκών κρατών καθώς και εξέταση της βαρύτητας, της πολυπλοκότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των υποθέσεων. Η απλή αναφορά ενός ποσοστού δεν επαρκεί, από μόνη της, για την αξιολόγηση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας μιας διωκτικής αρχής».

σσσ

Ερωτηθείς για το τι δείχνουν οι υποθέσεις εμπρησμού σε σχέση με το προφίλ και τα πιθανά κίνητρα των δραστών, καθώς και για το κατά πόσον υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων ή εγκληματικών δραστηριοτήτων στις οποίες ο εμπρησμός εντοπίζεται συχνότερα ως μέθοδος δράσης, ο κ. Σπυρόπουλος εξηγεί ότι «Η εγκληματολογική έρευνα δεν υποστηρίζει την ύπαρξη ενός ενιαίου και σταθερού «προφίλ εμπρηστή». Ο εμπρησμός πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως μέθοδος εγκληματικής δράσης, η οποία μπορεί να υπηρετεί πολύ διαφορετικά κίνητρα».

Όπως εξηγεί ο εγκληματολόγος, τα κίνητρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν «εκδίκηση, εκφοβισμό, προσωπικές ή οικονομικές διαφορές, βανδαλισμό, ασφαλιστική απάτη, συγκάλυψη άλλου εγκλήματος ή πρόκληση φόβου».

Μάλιστα, σύμφωνα με τον κ. Σπυρόπουλο, «ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις στις οποίες ο εμπρησμός ή η χρήση εκρηκτικών λειτουργούν ως μέσο πίεσης, προειδοποίησης ή επίδειξης ισχύος, ιδίως όταν στόχοι είναι οχήματα, επιχειρήσεις ή κατοικίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται και η πιθανή σύνδεση με ευρύτερες εγκληματικές δραστηριότητες ή οργανωμένα δίκτυα».

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον εγκληματολόγο, «το κρίσιμο αναλυτικό εργαλείο δεν είναι η αναζήτηση ενός στερεοτυπικού δράστη, αλλά η εξέταση του modus operandi, της επιλογής του στόχου, της σχέσης δράστη και θύματος, της χρονικής ακολουθίας και ενδεχόμενων προηγούμενων περιστατικών».

Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσον υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στις υποθέσεις αυτές που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην πρόληψη ή στην αποτελεσματικότερη εξιχνίασή τους, ο κ. Σπυρόπουλος εξηγεί ότι «Η αποτελεσματικότερη πρόληψη και εξιχνίαση προϋποθέτει, κατά την άποψή μου, μετάβαση από την αποκλειστική διερεύνηση του μεμονωμένου περιστατικού σε μια περισσότερο συστηματική ανάλυση εγκληματικών προτύπων».

Όπως εξηγεί, «Ιδιαίτερη σημασία έχουν η γεωγραφική συγκέντρωση περιστατικών, η ώρα τέλεσης, το είδος των στόχων, η επανάληψη συγκεκριμένων μεθόδων, η χρήση παρόμοιων μηχανισμών, οι διαδρομές προσέγγισης και διαφυγής, καθώς και τυχόν προηγούμενες απειλές ή συγκρούσεις των θυμάτων. Η αξιοποίηση τεχνικών crime mapping, ανάλυσης σειριακών περιστατικών και διασταύρωσης ψηφιακών δεδομένων μπορεί να αποκαλύψει συνδέσεις μεταξύ υποθέσεων που αρχικά εμφανίζονται ως ανεξάρτητες».

Παράλληλα, σύμφωνα με τον ίδιο, «ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η ταχύτητα: υλικό από κάμερες, δεδομένα επικοινωνιών και άλλα ψηφιακά ίχνη πρέπει να συλλέγονται έγκαιρα. Τέλος, η στενή επιχειρησιακή συνεργασία Αστυνομίας, Πυροσβεστικής, εγκληματολογικών εργαστηρίων και υπηρεσιών πληροφοριών είναι καθοριστική, ιδίως όταν υπάρχουν ενδείξεις οργανωμένης ή επαναλαμβανόμενης εγκληματικής δράσης».