Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
απατη

Η Κύπρος συμμετείχε σε διεθνή επιχείρηση κατά κυκλώματος επενδυτικής απάτης, το οποίο φέρεται να είχε δυνητικά θύματα σε περισσότερες από 50 χώρες, σύμφωνα με ανακοίνωση της Europol που δημοσιεύθηκε την Τρίτη.

Στην επιχείρηση συμμετείχαν επίσης αρχές από την Αλβανία, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, το Κόσοβο και τη Βόρεια Μακεδονία, με τη στήριξη της Europol και της Eurojust.

Κατά τη συντονισμένη επιχείρηση της 3ης Νοεμβρίου 2026 κατασχέθηκαν περισσότεροι από 100 διακομιστές και συνελήφθησαν επτά ύποπτοι, με σκοπό την έκδοσή τους στη Γερμανία.

Η επιχείρηση, υπό την καθοδήγηση της Εισαγγελίας του Ίτσεχοε στη Γερμανία, στόχευσε εταιρεία που φέρεται να παρείχε παραπλανητικές ιστοσελίδες διαδικτυακών συναλλαγών σε εγκληματικές ομάδες.

Δείτε επίσης στην επικαιρότητα:

 

Σύμφωνα με τη Europol, η εταιρεία συνδεόταν με διαχειριστές τηλεφωνικών κέντρων, οι οποίοι φέρονται να έπειθαν τα θύματα να επενδύσουν τις αποταμιεύσεις τους. Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι οι συνολικές ζημιές υπερβαίνουν τα 4 εκατ. ευρώ.

Οι αρχές πραγματοποίησαν έρευνες σε 17 τοποθεσίες και κατέσχεσαν διακομιστές, άλλα αποδεικτικά στοιχεία και περιουσιακά στοιχεία.

Υποδομή φέρεται να λειτουργούσε από Κύπρο και Ισραήλ


Η Europol αναφέρει ότι η τελευταία επιχείρηση ακολούθησε έρευνα τεσσάρων ετών και προηγούμενες παρεμβάσεις το 2022 και το 2025.

Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τις προηγούμενες επιχειρήσεις οδήγησαν τους ερευνητές σε εταιρεία, η οποία φέρεται να λειτουργούσε μοντέλο παροχής εγκληματικών υπηρεσιών από την Κύπρο και το Ισραήλ.

Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης φερόμενους πελάτες της εταιρείας που λειτουργούσαν παράνομα τηλεφωνικά κέντρα στην Αλβανία, το Κόσοβο και τη Βόρεια Μακεδονία.

Από διαδικτυακές διαφημίσεις σε επαναλαμβανόμενες απαιτήσεις χρημάτων


Το σύστημα υποσχόταν υψηλές και γρήγορες αποδόσεις μέσω συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα, ξένα νομίσματα ή μετοχές.

Πίσω από ιστοσελίδες που εμφανίζονταν ως νόμιμες επενδυτικές πλατφόρμες, υποτιθέμενοι χρηματιστές παρουσίαζαν πλασματικά κέρδη και ασκούσαν συνεχή ψυχολογική πίεση στα θύματα, προκειμένου να τα πείσουν να επενδύσουν περισσότερα χρήματα.

Η έρευνα κατέδειξε επίσης, σύμφωνα με τη Europol, κατάχρηση του λεγόμενου συνεργατικού μάρκετινγκ για την προσέλκυση δυνητικών θυμάτων. Παραπλανητικές διαφημίσεις οδηγούσαν τους χρήστες σε πλατφόρμες επενδυτικής απάτης.

Τα προσωπικά δεδομένα που συγκεντρώνονταν μέσω αυτής της διαδικασίας φέρονται στη συνέχεια να πωλούνταν σε εγκληματικές ομάδες που λειτουργούσαν τηλεφωνικά κέντρα.

Οι χειριστές επικοινωνούσαν κατόπιν με τα δυνητικά θύματα και τους παρουσίαζαν υποτιθέμενες επενδυτικές ευκαιρίες, μετατρέποντας το αρχικό ενδιαφέρον σε επαναλαμβανόμενες απαιτήσεις για μεταφορά χρημάτων.

Πλασματικά κέρδη για μεγαλύτερες καταθέσεις


Σύμφωνα με την Europol, τα θύματα καλούνταν αρχικά να μεταφέρουν μικρό χρηματικό ποσό. Στους διαδικτυακούς λογαριασμούς τους εμφανίζονταν στη συνέχεια πλασματικά κέρδη, ώστε η πλατφόρμα να φαίνεται αξιόπιστη και η επένδυση επιτυχής.

Οι υποτιθέμενοι χρηματιστές χρησιμοποιούσαν αυτά τα εμφανιζόμενα κέρδη για να πιέσουν τα θύματα να μεταφέρουν ολοένα μεγαλύτερα ποσά.

Όταν τα θύματα ζητούσαν να αποσύρουν τα χρήματά τους, οι διαχειριστές χρησιμοποιούσαν τακτικές καθυστέρησης για να εμποδίσουν τις πληρωμές. Τελικά η επικοινωνία διακοπτόταν και τα θύματα δεν μπορούσαν να ανακτήσουν τα χρήματά τους.

Καταγγελία ζευγαριού στη Γερμανία οδήγησε στην έρευνα


Η έρευνα άρχισε το 2022, όταν ζευγάρι στη Γερμανία κατήγγειλε ότι δεν μπορούσε να αποσύρει χρήματα που είχε επενδύσει μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας συναλλαγών.

Η πρώτη διεθνής επιχείρηση το ίδιο έτος οδήγησε σε δύο συλλήψεις και στην κατάσχεση αποδεικτικών στοιχείων. Η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη της Europol βοήθησε στον εντοπισμό άλλων επτά υπόπτων, μεταξύ των οποίων και φερόμενων διαχειριστών τηλεφωνικών κέντρων.

Δεύτερη επιχείρηση το 2025 οδήγησε σε περαιτέρω συλλήψεις και κατασχέσεις χρημάτων και αποδεικτικών στοιχείων. Η εξέταση του υλικού που ανακτήθηκε οδήγησε στον εντοπισμό του φερόμενου παρόχου της υποδομής και των συνδέσεών του με τους διαχειριστές τηλεφωνικών κέντρων.

Η Europol ανέφερε ότι παρείχε αναλυτική και επιχειρησιακή υποστήριξη στην έρευνα, ενώ κατά την ημέρα της επιχείρησης ανέπτυξε εμπειρογνώμονες στην Αλβανία και το Κόσοβο για την υποστήριξη της ψηφιακής εγκληματολογικής έρευνας και την άμεση διασταύρωση στοιχείων με τις βάσεις δεδομένων της.

Η Eurojust υποστήριξε, μεταξύ άλλων, την εκτέλεση Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας, Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και εντολών δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, ενώ οι δικαστικές ενέργειες της 3ης Νοεμβρίου συντονίστηκαν από την έδρα της στη Χάγη.