Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Μπορούν οι πόλεμοι και οι εντάσεις σε διαφορετικές περιοχές του πλανήτη να συνδεθούν μεταξύ τους και να οδηγήσουν σε μια γενικευμένη σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων; Το ερώτημα, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε μακρινό, απασχολεί πλέον κυβερνήσεις, διπλωμάτες και διεθνείς αναλυτές.

Η πιθανότητα ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν περιορίζεται πια στις ιστορικές αναλογίες ή στα υποθετικά σενάρια στρατιωτικών επιτελείων. Οι εξελίξεις στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία επαναφέρουν τη συζήτηση για το κατά πόσο μια περιφερειακή κρίση θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια πολύ ευρύτερη αναμέτρηση.

Αυτόν τον κίνδυνο εξετάζει σε εκτενή ανάλυσή του στους Financial Times ο Γκίντεον Ράχμαν, επικεφαλής σχολιαστής διεθνών υποθέσεων της εφημερίδας, εντοπίζοντας ανησυχητικές ομοιότητες με τις περιόδους που προηγήθηκαν των δύο παγκοσμίων πολέμων.

Ως αφετηρία χρησιμοποιεί μια σειρά πρόσφατων γεγονότων: τις πυραυλικές επιθέσεις που οδήγησαν στο κλείσιμο του αεροδρομίου του Ριάντ, τα ρωσικά πλήγματα με περισσότερους από 100 νεκρούς αμάχους στην Ουκρανία, τις προειδοποιήσεις της Πολωνίας για τον κίνδυνο θανατηφόρων ρωσικών επιθέσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και τις εξαήμερες κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά.

Παρότι εκτυλίσσονται σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, τα γεγονότα αυτά, κατά την ανάλυση, παραπέμπουν σε μια κοινή τάση: ο πόλεμος επιστρέφει ως πραγματική απειλή ακόμη και για κοινωνίες που επί δεκαετίες αντιμετώπιζαν την ειρήνη ως δεδομένη.

Το πρώτο και πιο άμεσο μέτωπο βρίσκεται στην Ευρώπη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πλέον ξεπεράσει τα τεσσεράμισι χρόνια, ενώ η αντιπαράθεση Ρωσίας και Δύσης επεκτείνεται πέρα από τα ουκρανικά εδάφη.

Υβριδικές επιχειρήσεις, κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές και αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα δημιουργούν συνεχώς νέες εστίες έντασης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα αντιδρούσε η Συμμαχία εάν ένα περιστατικό προκαλούσε θύματα σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, ανοίγοντας τη συζήτηση για την εφαρμογή της συλλογικής άμυνας.

Το δεύτερο μέτωπο εντοπίζεται στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος με το Ιράν και οι επιθέσεις κατά αμερικανικών στόχων έχουν καταστήσει την περιοχή ακόμη έναν πυρήνα διεθνούς αστάθειας.

Σχετικά:

Οι συνδέσεις με την ουκρανική σύγκρουση γίνονται, παράλληλα, περισσότερο εμφανείς. Η Ρωσία φέρεται να έχει βοηθήσει το Ιράν σε επιχειρήσεις στοχοποίησης, ενώ η Ουκρανία μεταφέρει σε χώρες του Κόλπου τεχνογνωσία για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Το τρίτο επικίνδυνο μέτωπο βρίσκεται στον Ειρηνικό. Η Κίνα διευρύνει συστηματικά τις στρατιωτικές της δυνατότητες και εντείνει την πίεση προς την Ταϊβάν, την οποία θεωρεί τμήμα της επικράτειάς της. Μια ενδεχόμενη απόπειρα κατάληψης του νησιού θα υποχρέωνε τις Ηνωμένες Πολιτείες να λάβουν μία από τις δυσκολότερες αποφάσεις της σύγχρονης ιστορίας τους.

Στην εξίσωση προστίθεται η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Βόρειας Κορέας. Οι τέσσερις χώρες δεν συγκροτούν μια ενιαία στρατιωτική συμμαχία αντίστοιχη του ΝΑΤΟ. Μοιράζονται, ωστόσο, τη δυσαρέσκεια απέναντι στη διεθνή τάξη που διαμορφώθηκε υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Η Μόσχα επιδιώκει την ανατροπή της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ευρώπη, το Πεκίνο αμφισβητεί την αμερικανική κυριαρχία στον Ειρηνικό, η Τεχεράνη αντιπαρατίθεται με την αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή και η Πιονγκγιάνγκ απειλεί τη Νότια Κορέα.

Η στρατιωτική συνεργασία Ρωσίας και Βόρειας Κορέας, οι στενοί οικονομικοί δεσμοί Μόσχας και Πεκίνου και η συνεργασία Ρωσίας και Ιράν ενισχύουν την ανησυχία δυτικών αξιωματούχων. Ο φόβος είναι ότι μια κρίση σε ένα μέτωπο θα μπορούσε να συνοδευτεί από παράλληλη κλιμάκωση σε κάποιο άλλο.

Ενδεικτική της ευρύτερης αστάθειας είναι η εκτίμηση του International Crisis Group, την οποία παραθέτει ο Ράχμαν, για 65 ενεργές συγκρούσεις παγκοσμίως — αριθμό που χαρακτηρίζει ως τον υψηλότερο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην εικόνα αυτή περιλαμβάνεται και ο πόλεμος στο Σουδάν, με περισσότερους από 14 εκατομμύρια εκτοπισμένους. Η αναφορά υπενθυμίζει ότι οι εστίες παγκόσμιας αστάθειας δεν περιορίζονται σε εκείνες που κυριαρχούν καθημερινά στα πρωτοσέλιδα.

Ταυτόχρονα, μεταβάλλεται η παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Το 1989, οι χώρες της G7 αντιπροσώπευαν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Το 2022, το μερίδιό τους είχε υποχωρήσει στο 43%.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η σχετική υποχώρηση της οικονομικής και στρατιωτικής κυριαρχίας της Δύσης αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια δράσης σε δυνάμεις που επιδιώκουν να αναθεωρήσουν τη διεθνή τάξη.

Καθοριστικός παράγοντας παραμένει η αβεβαιότητα γύρω από την εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τη στάση των συμμάχων της Ουάσιγκτον, έχει απαιτήσει μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες και έχει δείξει προτίμηση σε συμφωνίες μεταξύ ισχυρών κρατών, έναντι της προσήλωσης στους πολυμερείς θεσμούς.

Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με τη λογική των σφαιρών επιρροής: κάθε μεγάλη δύναμη θα μπορούσε να κυριαρχεί στη γεωγραφική της περιφέρεια, αναμένοντας από τις υπόλοιπες να αναγνωρίσουν τα συμφέροντά της.

Ο Ράχμαν επισημαίνει, ωστόσο, ότι μια τέτοια αντίληψη παρακάμπτει τη βούληση και τα δικαιώματα μικρότερων κρατών. Η Ουκρανία και η Ταϊβάν δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως περιοχές ενός χάρτη που οι μεγάλες δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να μοιράσουν μεταξύ τους.

Ακόμη πιο επικίνδυνη θεωρείται η αμφιβολία για το κατά πόσο οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν πράγματι τους συμμάχους τους εάν δεχθούν επίθεση.

Σε αυτό το σημείο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ιστορικές συγκρίσεις. Το 1914, η Γερμανία υποτίμησε την αποφασιστικότητα της Βρετανίας να υπερασπιστεί την ουδετερότητα του Βελγίου. Το 1939, ο Αδόλφος Χίτλερ εκτίμησε ότι το Λονδίνο και το Παρίσι δεν θα τηρούσαν τις δεσμεύσεις τους απέναντι στην Πολωνία.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι λανθασμένες εκτιμήσεις για την αντίδραση των άλλων δυνάμεων συνέβαλαν στο ξέσπασμα παγκόσμιας σύγκρουσης. Η ίδια αβεβαιότητα εμφανίζεται σήμερα με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.

Ο Σι Τζινπίνγκ καλείται να αξιολογήσει πόσο ισχυρή παραμένει η αμερικανική δέσμευση απέναντι στην Ταϊβάν. Αντίστοιχα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν πρέπει να υπολογίσει εάν το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, που προβλέπει συλλογική άμυνα, θα εφαρμοζόταν χωρίς δισταγμό σε περίπτωση επίθεσης κατά κράτους-μέλους.

Ο κίνδυνος, επομένως, δεν συνδέεται μόνο με την πρόθεση κάποιου ηγέτη να προκαλέσει έναν παγκόσμιο πόλεμο. Θα μπορούσε να προκύψει και από έναν μοιραίο λανθασμένο υπολογισμό: την πεποίθηση ότι ο αντίπαλος δεν πρόκειται να αντιδράσει.

Πηγές: Financial Times, Πρώτο Θέμα