Νέα διάσταση λαμβάνει η υπόθεση καταγγελίας για ομαδικό βιασμό 20χρονης στο Πανεπιστήμιο Κόρνελ, καθώς οι εισαγγελικές Αρχές της Νέας Υόρκης προχωρούν σε επανεξέταση της ποινικής έρευνας για περιστατικό που φέρεται να σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2024. Η νεαρή κατέθεσε αγωγή στις 16 Σεπτεμβρίου κατά του πανεπιστημίου, της αδελφότητας Chi Phi και επτά ανδρών, υποστηρίζοντας ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών.
Στην αγωγή της, η γυναίκα, η οποία αναφέρεται στα δικαστικά έγγραφα ως Τζέιν Ντόε, ισχυρίζεται ότι το πανεπιστήμιο δεν την προστάτευσε ούτε επέβαλε επαρκείς κυρώσεις στους εμπλεκόμενους. Από την πλευρά του, το Κόρνελ απορρίπτει τους ισχυρισμούς και δηλώνει ότι η υπόθεση διερευνήθηκε τόσο από την πανεπιστημιακή Αστυνομία όσο και μέσω εσωτερικών διαδικασιών.
Σύμφωνα με την αγωγή, το περιστατικό φέρεται να σημειώθηκε το βράδυ της 19ης Οκτωβρίου 2024 στο σπίτι της αδελφότητας Chi Phi. Η 20χρονη υποστηρίζει ότι επτά άνδρες την κακοποιούσαν επί ώρες, ενώ είχε καταναλώσει αλκοόλ, κεταμίνη και κάνναβη και, όπως αναφέρει, δεν ήταν σε θέση να δώσει τη συγκατάθεσή της.
Η αγωγή περιλαμβάνει επίσης αναφορές σε ομαδική συνομιλία στο Snapchat, στην οποία μέλη της αδελφότητας φέρονται να αντάλλαξαν μηνύματα με χυδαίες αναφορές για τη φοιτήτρια. Σύμφωνα με το πανεπιστήμιο, εικόνα της συγκεκριμένης συνομιλίας παραδόθηκε αργότερα στους εισαγγελείς ως αποδεικτικό στοιχείο.
Η δημόσια κατακραυγή εντάθηκε μετά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι σε ορισμένους από τους εμπλεκόμενους δόθηκε η δυνατότητα να υποβάλουν γραπτές εκθέσεις στο πλαίσιο των κυρώσεων που τους επιβλήθηκαν. Ο δικηγόρος της ανέφερε ότι δύο από τους εμπλεκόμενους αποβλήθηκαν. Παράλληλα, η πανεπιστημιακή εφημερίδα δημοσίευσε τα ονόματα των εναγομένων, ενώ δημιουργήθηκε και ιστοσελίδα στην οποία αναρτήθηκαν ονοματεπώνυμα και φωτογραφίες τους.
Το Πανεπιστήμιο Κόρνελ απάντησε ότι η υπόθεση παραπέμφθηκε σε επιτροπή εξειδικευμένων μελών του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού και ότι επιβλήθηκε σειρά κυρώσεων, μεταξύ των οποίων αποβολές και αποκλεισμοί. Διευκρίνισε, παράλληλα, ότι σε κανέναν από τους κατηγορούμενους δεν επιβλήθηκε ως μοναδική συνέπεια η σύνταξη έκθεσης.
Η υπόθεση περιπλέκεται περαιτέρω από τις αναφορές του εισαγγελέα της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χάουτεν. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αρχική ένορκη κατάθεση της Τζέιν Ντόε το 2024 δεν περιείχε ισχυρισμό ότι της χορηγήθηκαν ουσίες παρά τη θέλησή της ή ότι υπέστη ομαδικό βιασμό, ενώ ο ίδιος υποστήριξε ότι η τότε περιγραφή της έκανε λόγο για συναινετική συμμετοχή. Ωστόσο, το CBS News New York αναφέρει ότι σε μεταγενέστερο σημείο των συνεντεύξεών της με την πανεπιστημιακή Αστυνομία η γυναίκα δήλωσε ότι μπορούσε να πει «με 100% βεβαιότητα» πως είχε βιαστεί.
Ο επικεφαλής εισαγγελέας της κομητείας έχει ανακοινώσει ότι η ποινική έρευνα θα επαναληφθεί και ότι, αφού αξιολογηθούν τα στοιχεία, θα αποφασιστεί κατά πόσο υπάρχουν οι προϋποθέσεις για άσκηση ποινικών διώξεων.