Τη λειτουργία του ανέστειλε το λιμάνι της Μόκα στην Υεμένη, έπειτα από σειρά επιθέσεων των Χούθι με περισσότερους από 25 πυραύλους, οι οποίες προκάλεσαν τον θάνατο επτά ανθρώπων και ζημιές ύψους περίπου 16 εκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με τον διευθυντή του λιμανιού.
Το λιμάνι, το οποίο ελέγχεται από τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης, βρίσκεται στην Ερυθρά Θάλασσα, κοντά στο στρατηγικής σημασίας στενό Μπαμπ αλ Μαντέμπ. Αν και έχει μικρότερη χωρητικότητα από τα λιμάνια του Άντεν και της Χοντάιντα, αποτελεί σημαντικό κόμβο για τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή.
Η υεμενίτικη κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ότι οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι εκτόξευσαν έξι βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον της Μόκα, σκοτώνοντας τουλάχιστον τέσσερις αμάχους και πλήττοντας πολιτικές, οικονομικές και ναυτικές εγκαταστάσεις. Οι Χούθι υποστήριξαν, από την πλευρά τους, ότι στόχευσαν στρατιωτικές υποδομές των δυνάμεων που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία.
Η κλιμάκωση εντείνει τους φόβους για επιστροφή της Υεμένης σε πόλεμο ευρείας κλίμακας, έπειτα από χρόνια σχετικής ηρεμίας. Τον περασμένο μήνα κατέρρευσε η κατάπαυση του πυρός ανάμεσα στους Χούθι και τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση, μετά τα πλήγματα που αποδόθηκαν στη σαουδαραβική αεροπορία εναντίον του αεροδρομίου της Σανάα.
Στη Μόκα, όπου είχαν καταφύγει πολλοί εκτοπισμένοι από τη Χοντάιντα, οι κάτοικοι δηλώνουν ότι ζουν πλέον υπό τον διαρκή φόβο νέων επιθέσεων. «Δεν φοβάμαι για μένα, αλλά για τα παιδιά μου και την οικογένειά μου. Αυτό είναι το πιο δύσκολο», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Ανουάρ, πατέρας δύο παιδιών.
Άλλος κάτοικος ανέφερε ότι πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη πετούν καθημερινά πάνω από την πόλη. «Αν και τα πυρά που ακούμε είναι μακριά, φοβόμαστε πως αύριο θα είναι εδώ», είπε.
Οι Χούθι πραγματοποίησαν την περασμένη εβδομάδα τις πιο πολύνεκρες επιθέσεις των τελευταίων ετών, σκοτώνοντας 58 μέλη των κυβερνητικών δυνάμεων, κυρίως στην πετρελαιοπαραγωγό επαρχία Μαρίμπ. Δύο άμαχοι σκοτώθηκαν επίσης σε βομβαρδισμούς κατοικημένων περιοχών και καταυλισμού εκτοπισμένων.
Στη Μαρίμπ έχει καταφύγει περίπου το 60% των εσωτερικά εκτοπισμένων της Υεμένης, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης. «Αν ξαναρχίσει ο πόλεμος στη Μαρίμπ, να φύγουμε και να πάμε πού;», διερωτήθηκε ο 46χρονος Άλι Μουνίφ, ο οποίος ζει σε καταυλισμό από το 2021.
Ο πόλεμος στην Υεμένη άρχισε το 2014, έχει στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και έχει προκαλέσει μία από τις σοβαρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως.