Κυρίαρχο θέμα της εβδομάδας στη διεθνή αρθρογραφία παραμένει το Μνημόνιο Κατανόησης ΗΠΑ–Ιράν, καθώς και η αλυσίδα διαπραγματεύσεων και διπλωματικών διεργασιών που ακολούθησε.
Ο δυτικός Τύπος εμφανίζεται ευθέως επικριτικός: αξιολογεί τη συμφωνία ως στρατηγική υποχώρηση της Ουάσιγκτον - το καθεστώς της Τεχεράνης επιβίωσε, οι Φρουροί της Επανάστασης παραμένουν ισχυροί και τα κρίσιμα πυρηνικά ζητήματα μετατίθενται. Η ιταλική και η αγγλόφωνη ανάλυση συγκλίνουν: το Ιράν πήρε ουσιαστικά ό,τι ζητούσε. Η Γαλλία διεκδικεί διπλωματικό ρόλο στην επόμενη φάση.
Στον Τύπο της Μέσης Ανατολής, η εικόνα είναι πιο σύνθετη και πολιτικά φορτισμένη. Η τουρκική αρθρογραφία βλέπει τη συμφωνία ως ένδειξη διαμόρφωσης μιας νέας περιφερειακής εξίσωσης, με την ανάδυση ενός άτυπου μπλοκ κρατών που επιδιώκουν σταθεροποίηση και αποτροπή της περαιτέρω κλιμάκωσης. Αντιθέτως, η ισραηλινή αρθρογραφία αντιμετωπίζει το Μνημόνιο ως επικίνδυνη παραχώρηση προς την Ισλαμική Δημοκρατία και επαναφέρει στο προσκήνιο το αίτημα της αλλαγής καθεστώτος ως μόνης οδού για διαρκή ειρήνη.
Στην Ασία, η Ιαπωνία πληρώνει βαρύ ενεργειακό τίμημα και αναθεωρεί τις αλυσίδες εφοδιασμού της, ενώ η Κίνα επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τη Μέση Ανατολή στη διεθνή οικονομική ισορροπία, απορρίπτοντας μια νέα λογική «Συμφωνίας Plaza». Στον ρωσικό Τύπο, η συμφωνία διαβάζεται κυρίως μέσα από το πρίσμα της τεχνικής βιωσιμότητας, της πυρηνικής διαπραγμάτευσης και του πιθανού ρόλου της Μόσχας, ενώ ο ουκρανικός Τύπος βλέπει την ίδια εβδομάδα ως ένδειξη μετατόπισης της αμερικανικής στάσης: το Κίεβο θεωρεί ότι αποκτά μεγαλύτερο περιθώριο πίεσης απέναντι στη Ρωσία, στο όνομα της «ειρήνης μέσω ισχύος».
Ο Δυτικός Τύπος
Η The Washington Post, σε κεντρικό άρθρο με τίτλο «Έχει πραγματικά τελειώσει ο πόλεμος με το Ιράν;» που δημοσιεύτηκε (ημερομηνία πρόσβασης 24 Ιουνίου), απαντά ψυχρά στο δικό της ερώτημα: ο πόλεμος εξακολουθεί να ελλοχεύει. Με αφορμή την έναρξη της εξηκονθήμερης διαπραγματευτικής περιόδου που ακολούθησε την υπογραφή του Μνημονίου στο Παλάτι των Βερσαλλιών, η Συντακτική Επιτροπή της εφημερίδας υποστηρίζει ότι η «επιλεγμένη αυτή σύγκρουση» έληξε με την Ισλαμική Δημοκρατία ανέπαφη και με τους Φρουρούς της Επανάστασης να εξακολουθούν να ελέγχουν τα νήματα της εξουσίας όπως ακριβώς πριν από την Επιχείρηση «Epic Fury». Τα πυρηνικά αποθέματα, το βαλλιστικό οπλοστάσιο και η περιφερειακή δικτύωση των ιρανικών αντιπροσώπων παραμένουν αλώβητα, ενώ τα κρίσιμα ζητήματα μεταφέρονται στον επόμενο γύρο. Η κατάργηση δεκαετιών κυρώσεων και η αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων ανακουφίζουν οικονομικά το καθεστώς ακριβώς τη στιγμή που το χρειαζόταν περισσότερο. Ο Τραμπ θα διαφημίσει τη συμφωνία ως ιστορική επιτυχία, σημειώνει η επιτροπή, όμως η Ουάσιγκτον δεν πέτυχε ούτε αλλαγή καθεστώτος, ούτε πυρηνικό αφοπλισμό, ούτε ελεύθερο Ορμούζ βασισμένο στο διεθνές δίκαιο — παρά μόνο μια ασαφή εξαγγελία που αφήνει τα σκληρά διλήμματα για τον επόμενο γύρο.
Σύμφωνα με ανάλυση-γνώμη που δημοσιεύτηκε στο The Economist με τίτλο «Ο Τραμπ στοιχηματίζει ότι το Ιράν θέλει χρήμα περισσότερο από εξουσία» (ημερομηνία πρόσβασης: 25 Ιουνίου), η βραχύβια πολεμική σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν κατέληξε σε ένα προσωρινό μνημόνιο ειρήνης που ποντάρει να δελεάσει οικονομικά το Ιράν αντί της στρατηγικής πίεσης. Το μνημόνιο εγκαταλείπει τους κύριους πολεμικούς στόχους του Τραμπ: δεν προβλέπει αλλαγή καθεστώτος, δεν επιβάλλει περιορισμούς στα βαλλιστικά πυραυλικά προγράμματα του Ιράν ούτε στη χρηματοδότηση πληρεξούσιων δυνάμεων. Αντιθέτως, επικεντρώνεται στο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ — υπό συνθήκες δυσμενέστερες από το προπολεμικό καθεστώς, καθώς τα πλοία ενδέχεται πλέον να υποχρεούνται σε καταβολή διοδίων — και στο πυρηνικό πρόγραμμα, με το Ιράν να δεσμεύεται αόριστα για μείωση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου. Ως αντάλλαγμα, η Τεχεράνη αποκτά άμεση πρόσβαση σε εξαγωγές πετρελαίου, απόψυξη αποθεματικών δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, άρση κυρώσεων και συμμετοχή σε ταμείο ανοικοδόμησης ύψους τουλάχιστον 300 δισ. δολαρίων. Το άρθρο αμφισβητεί τη βιωσιμότητα της συμφωνίας: η ηγεσία του Ιράν δεν εμπιστεύεται την Ουάσιγκτον, αναμένει ισραηλινή δολιοφθορά και αντλεί κύρος και αποτροπή από το πυρηνικό πρόγραμμα. Το Ισραήλ εξέρχεται στρατηγικά αποδυναμωμένο, ενώ τα κράτη του Κόλπου καλούνται να επανεξετάσουν δόγματα ασφαλείας που δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται ανεπιφύλακτα στην αμερικανική ομπρέλα. Το συμπέρασμα παραμένει αδυσώπητο: ο Τραμπ κινδυνεύει να αποδειχθεί εξίσου αναποτελεσματικός ως διαπραγματευτής όσο υπήρξε απερίσκεπτος ως εμπνευστής του πολέμου.
Η France 24, σε δημοσίευμα με τίτλο «Τι γνωρίζουμε για το Μνημόνιο Κατανόησης ΗΠΑ–Ιράν: Ορμούζ, πυρηνικά, Λίβανος» (ημερομηνία πρόσβασης 26 Ιουνίου), αποτυπώνει, πριν από την επίσημη υπογραφή, τα 14 σημεία του κειμένου και τα κρίσιμα κενά που εξακολουθούν να παραμένουν. Επίκεντρο της ανάλυσης είναι ότι, ενώ το Στενό του Ορμούζ επανανοίγει τυπικά χωρίς τέλη για 60 ημέρες, καμία ουσιαστική ρύθμιση δεν αντιμετωπίζει το μακροπρόθεσμο καθεστώς ναυσιπλοΐας, το οποίο η Τεχεράνη θεωρεί πεδίο κυριαρχίας της. Παράλληλα, η ιρανική πλευρά διατηρεί ουσιαστικά το πυρηνικό της πρόγραμμα σε αναμονή των τεχνικών διαπραγματεύσεων, αρνούμενη να αποδεχθεί τον ρόλο της ΙΑΕΑ ως αμερόληπτου επαληθευτή. Η France 24 σημειώνει ότι ο Πρόεδρος Μακρόν, στο πλαίσιο του G7 στο Εβιάν, δήλωσε ότι η Γαλλία και οι δυτικοί εταίροι είναι «έτοιμοι να δράσουν πολύ γρήγορα» για να υποστηρίξουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει άμεση εμπλοκή στον πόλεμο. Οι ανοιχτές ερωτήσεις — πυρηνικές εγγυήσεις, λιβανέζικο μέτωπο, τελικές κυρώσεις — διαμορφώνουν την εικόνα μιας συμφωνίας επισφαλούς ήδη από τη σύλληψή της.
«Το κείμενο της συμφωνίας με το Ιράν είναι μια καταστροφή για τον Τραμπ» είναι ο τίτλος της Il Post (ημερομηνία πρόσβασης 26 Ιουνίου). Το ιταλικό μέσο αναλύει διεξοδικά τα 14 σημεία του Μνημονίου και καταλήγει σε ένα απλό συμπέρασμα: το Ιράν πήρε σχεδόν ό,τι ζητούσε. Ειδικότερα, η κατάργηση δεκαετιών κυρώσεων, η αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων, η άμεση αποκατάσταση των εξαγωγών πετρελαίου, η συμπερίληψη του Λιβάνου στο πλαίσιο της κατάπαυσης του πυρός και η δημιουργία Ταμείου Ανοικοδόμησης 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων αποτελούν, όπως σημειώνει το Il Post, «de facto πολεμικές αποζημιώσεις», έστω και ανεπίσημα χορηγημένες. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ εξασφάλισαν μόνο την επαναλειτουργία ενός Στενού που ήταν ήδη ανοιχτό πριν από τον πόλεμο και μια ιρανική υπόσχεση «αποχής από πυρηνικά όπλα» — την ίδια ακριβώς υπόσχεση που η Τεχεράνη επαναλαμβάνει από τη δεκαετία του 1990, χωρίς να πείθει τους επικριτές της. Ούτε το βαλλιστικό πρόγραμμα ούτε η χρηματοδότηση πληρεξουσίων αναφέρονται. Το κείμενο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής επιστροφής στη σύγκρουση, εάν η εφαρμογή του σκοντάψει.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Σύμφωνα με το άρθρο γνώμης του Μουχιττίν Αταμάν, που δημοσιεύτηκε στις 24 Ιουνίου στη Daily Sabah με τίτλο «Μια νέα εξίσωση αναδύεται στη Μέση Ανατολή», η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που υπεγράφη στο Ισλαμαμπάντ, σηματοδοτεί σημαντική μετατόπιση στις περιφερειακές ισορροπίες. Το Μνημόνιο Κατανόησης 14 σημείων στοχεύει στον τερματισμό του πολέμου και στη σταθεροποίηση της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, αν και αφήνει ανεπίλυτα κρίσιμα ζητήματα, όπως το πυρηνικό και το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν.
Ο συγγραφέας αναλύει τις κινήσεις των εμπλεκόμενων πλευρών: το Ιράν επιδιώκει την προστασία του καθεστώτος του, ενώ οι ΗΠΑ, υπό την εσωτερική πίεση των υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ, αναζητούν διέξοδο από μια σύγκρουση που αποδυναμώνει τη θέση τους. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η διάκριση μεταξύ «αποσταθεροποιητικών» δρώντων, με πρώτο το Ισραήλ, το οποίο κατά τον αρθρογράφο επωφελείται από την κλιμάκωση, και «εποικοδομητικών» δρώντων, όπως η Τουρκία, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και το Κατάρ. Τα κράτη αυτά, σύμφωνα με την ανάλυση, συμπράττουν για την αποτροπή απειλών και αναδεικνύονται σε κεντρικούς ρυθμιστές. Καταλήγοντας, ο Αταμάν επισημαίνει ότι η αποτυχία των «Συμφωνιών του Αβραάμ» οδηγεί στη δημιουργία ενός νέου περιφερειακού μπλοκ, το οποίο θα καθορίσει τον μελλοντικό σχεδιασμό της περιοχής, ενισχύοντας την αποτροπή και τη σταθερότητα.
Σύμφωνα με το άρθρο γνώμης του Σιαβάς Γκολάμι (Siavash Gholami), που δημοσιεύτηκε στις 23 Ιουνίου στην The Jerusalem Post με τίτλο «Από την ισχύ του Τραμπ στην υποχώρηση του Βανς: Η αλλαγή καθεστώτος είναι ο μόνος δρόμος για την ειρήνη», το Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ των ΗΠΑ και της ιρανικής πλευράς, με τον Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ ως βασικό συνομιλητή, αποτελεί στρατηγική αποτυχία. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον, αντί να κεφαλαιοποιήσει τη στρατιωτική και πολιτική αποδυνάμωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, της παρέχει κρίσιμο χρόνο για επιβίωση και εσωτερική ανασύνταξη. Ο Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, μακριά από το να παρουσιάζεται ως μετριοπαθής μεταρρυθμιστής, περιγράφεται ως σκληροπυρηνικός αξιωματούχος των Φρουρών της Επανάστασης, ο οποίος χρησιμοποιεί τον ρόλο του ως «ορθολογικός» συνομιλητής για να αναβαπτίσει το καθεστώς. Η έλλειψη σαφούς πολιτικού στόχου από την κυβέρνηση Τραμπ και ο «συναλλακτικός απομονωτισμός» που αποδίδεται στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς θεωρούνται κινήσεις που υπονομεύουν την αμερικανική αξιοπιστία και αποξενώνουν συμμάχους όπως το Ισραήλ. Αντί για αυτή την προσέγγιση, ο Γκολάμι προτείνει την υποστήριξη της αλλαγής καθεστώτος υπό την ηγεσία του Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος, κατά τον αρθρογράφο, διαθέτει τη νομιμοποίηση να κινητοποιήσει τον ιρανικό λαό και να οδηγήσει σε σταθερή δημοκρατική μετάβαση. Καταλήγει ότι η τρέχουσα πολιτική κινδυνεύει να δημιουργήσει έναν πιο επικίνδυνο αντίπαλο στο μέλλον, καλώντας τον Τραμπ να επιλέξει τη νίκη μέσω της αλλαγής καθεστώτος αντί της διατήρησης του υπάρχοντος συστήματος.
Ο Τύπος της Ασίας
Στην ανάλυση «Η εταιρική Ιαπωνία προειδοποιεί: νέο “κανονικό” στις αλυσίδες εφοδιασμού μετά τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν», που υπογράφουν οι Γιούρικα Γιονέντα, Σοτάρο Τάνι, Γιούκα Κονίσι και Ακάνε Οκούτσου (Nikkei Asia, ημερομηνία πρόσβασης 25 Ιουνίου), το κορυφαίο οικονομικό μέσο της Ανατολικής Ασίας συγκεντρώνει αξιολογήσεις εταιρειών και αναλυτών που διαψεύδουν την αισιοδοξία της αγοράς: οι διαταραχές της αλυσίδας εφοδιασμού από τον αποκλεισμό του Ορμούζ δεν θα αποκατασταθούν γρήγορα, ακόμη και μετά τη συμφωνία. Η Ιαπωνία, ενεργειακά εξαρτημένη από τη Μέση Ανατολή για πάνω από το 90% των εισαγωγών πετρελαίου της, βιώνει σοβαρές διαρθρωτικές αλλαγές. Στελέχη από τον κλάδο των ημιαγωγών, της αυτοκινητοβιομηχανίας και των πετροχημικών εκτιμούν ότι η πίεση στις τιμές ενέργειας θα παραμείνει υψηλή «για μήνες έως ένα χρόνο», ενώ ορισμένα εργοστάσια παύουν προσωρινά τη λειτουργία τους. Η βαθύτερη εκτίμηση είναι ότι το Ιράν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί το Ορμούζ ως μόνιμο μοχλό πίεσης: ακόμη και αν δεν το κλείσει, το απλό ενδεχόμενο αρκεί για να διατηρεί υψηλό το ασφάλιστρο κινδύνου. Το Nikkei επισημαίνει ότι η Ιαπωνία αναγκάζεται να επανεξετάσει σε βάθος τη στρατηγική ανεφοδιασμού της, με επιπτώσεις στις τιμές τροφίμων, στη συσκευασία και στην ενεργειακή ασφάλεια για τα επόμενα χρόνια, ενώ η Πρωθυπουργός Τακαΐτσι χαιρέτισε τη συμφωνία χωρίς να αποκρύψει τη δυσκολία της επόμενης ημέρας.
Σύμφωνα με το άρθρο γνώμης της συντακτικής ομάδας της Global Times, με τίτλο «Ο κόσμος δεν χρειάζεται μια νέα “Συμφωνία Plaza”», που δημοσιεύτηκε στις 21 Ιουνίου στην Global Times, οι δηλώσεις του Γερμανού Καγκελάριου Friedrich Merz περί υποτίμησης του κινεζικού γουάν κατά 30% και η αναφορά του στη Συμφωνία Plaza του 1985 ως πρότυπο αντιμετώπισης αποτελούν πολιτική πίεση και όχι οικονομική λύση. Το άρθρο υποστηρίζει ότι τα προβλήματα της ευρωπαϊκής μεταποίησης — υψηλό ενεργειακό κόστος, ανεπαρκείς επενδύσεις στην καινοτομία, παρενέργειες της κρίσης στην Ουκρανία — δεν οφείλονται στη συναλλαγματική πολιτική της Κίνας, αλλά σε διαρθρωτικές αδυναμίες της ίδιας της Ευρώπης. Η Συμφωνία Plaza του 1985 δεν επέλυσε το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Ιαπωνία· αντιθέτως, αυτό αυξήθηκε. Η σημερινή Κίνα, κατά την εφημερίδα, δεν μοιάζει με την Ιαπωνία εκείνης της εποχής: διαθέτει μεγαλύτερη οικονομία, βαθύτερη αγορά, πληρέστερο βιομηχανικό σύστημα και ισχυρότερη πολιτική αυτονομία. Οι σινοευρωπαϊκές εμπορικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από αμοιβαίο όφελος: το 2025 το κινεζο-γερμανικό εμπόριο ξεπέρασε τα 250 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ 5.200 γερμανικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Η απεικόνιση της κινεζικής βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας ως «συστημικής απειλής», σύμφωνα με το άρθρο, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και υπονομεύει τη διμερή συνεργασία. Αντί για μια νέα Συμφωνία Plaza, η Global Times καλεί σε ένα νέο πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού, εσωτερικών μεταρρυθμίσεων και από κοινού ανάπτυξης.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Στο δημοσίευμα που υπογράφει ο Άντον Χλόπκοφ και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Kommersant, με τίτλο «Η προσέγγιση των ΗΠΑ στο πνεύμα “το πρωί καρέκλες, το βράδυ χρήματα” με το Ιράν δύσκολα θα λειτουργήσει» (ημερομηνία πρόσβασης 24 Ιουνίου), αναλύονται οι προκλήσεις της πρόσφατης αμερικανοϊρανικής συμφωνίας. Στο δημοσίευμα προβάλλεται η άποψη ότι το πρόσφατο Μνημόνιο Κατανόησης ΗΠΑ–Ιράν αποτελεί ένα γενικό πλαίσιο, περιορισμένο σε σχέση με την πυρηνική συμφωνία του 2015. Ο Χλόπκοφ τονίζει ότι η αμερικανική διοίκηση στερείται τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης, γεγονός που καθιστά δυσχερή την επίτευξη λεπτομερούς συμφωνίας εντός της προθεσμίας των 60 ημερών. Ως προς το πυρηνικό πρόγραμμα, επισημαίνει ότι η διαδικασία αραίωσης του εμπλουτισμένου ουρανίου απαιτεί εξειδίκευση, πεδίο στο οποίο η ρωσική τεχνογνωσία θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική. Προειδοποιεί ότι η αμερικανική στρατηγική απαίτησης «προπληρωμής» — όπου το Ιράν οφείλει να εκπληρώσει υποχρεώσεις πριν λάβει ανταλλάγματα — δεν θα αποδώσει, καθώς η Τεχεράνη διατηρεί ανέπαφη την πυρηνική της υποδομή και τεχνογνωσία παρά τις πρόσφατες επιθέσεις. Καταλήγει ότι η επίτευξη βιώσιμης συμφωνίας παραμένει αμφίβολη, ενώ ο κίνδυνος η Τεχεράνη να επανεξετάσει τη συμμετοχή της στη Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων είναι υπαρκτός, ενισχυμένος από την ανασφάλεια που προκάλεσαν οι επιθέσεις στις υποδομές της χώρας.
Σύμφωνα με το αποκλειστικό ρεπορτάζ του Τιμ Ζαντορόζνι, που δημοσιεύτηκε στις 23 Ιουνίου 2026 στην Kyiv Independent με τίτλο «Η Ουκρανία πιστεύει ότι εξασφάλισε την υποστήριξη του Τραμπ για να δράσει “πιο τολμηρά” απέναντι στη Ρωσία», το Κίεβο εκτιμά πως διαθέτει πλέον τη στήριξη του Λευκού Οίκου για μια στρατηγική πίεσης προς τη Μόσχα. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να προέτρεψε ιδιωτικά τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να επιδείξει μεγαλύτερη τόλμη, στο πλαίσιο της προσπάθειας για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Ο Ζελένσκι πρότεινε τη διεξαγωγή συνόδου κορυφής στις ΗΠΑ με τη συμμετοχή του Βλαντιμίρ Πούτιν, ιδέα την οποία ο Τραμπ φέρεται να υποδέχθηκε θετικά, αν και δεν αναμένεται να υλοποιηθεί άμεσα. Παράλληλα, η Ουκρανία εντείνει τις επιχειρήσεις της εντός ρωσικού εδάφους, με την Ουάσιγκτον να αποφεύγει τη δημόσια κριτική, επικαλούμενη το δόγμα της «ειρήνης μέσω ισχύος». Στις συζητήσεις κυριάρχησε επίσης το αίτημα της Ουκρανίας για εγχώρια παραγωγή πυραύλων Patriot, ζήτημα που εξετάζει η διοίκηση Τραμπ. Στο πλαίσιο της G7, οι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Τραμπ, επαναβεβαίωσαν την ακλόνητη υποστήριξή τους προς το Κίεβο, υπογραμμίζοντας πως η Ουκρανία διαθέτει πλέον μεγαλύτερη δυναμική στο πεδίο των μαχών, ωθώντας τη Ρωσία προς τη διπλωματική οδό.