Πρώην πρωθυπουργοί, επικεφαλής υπηρεσιών ασφαλείας, ανώτατοι δικαστικοί, πανεπιστημιακοί και εξέχουσες προσωπικότητες του Ισραήλ απευθύνουν σκληρή προειδοποίηση προς την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, κατηγορώντας την ότι επιτρέπει τη συνέχιση της βίας εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και απειλώντας ακόμη και με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας.
Σύμφωνα με επιστολή που περιήλθε σε γνώση του Guardian, δεκάδες μέλη της πολιτικής, στρατιωτικής, νομικής και πνευματικής ελίτ του Ισραήλ ζητούν από την κυβέρνηση να λάβει άμεσα μέτρα για την «εξάλειψη της εβραϊκής τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίζουν τις επιθέσεις εξτρεμιστών εποίκων και άλλων δραστών κατά Παλαιστινίων στα κατεχόμενα εδάφη.
Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκονται οι πρώην πρωθυπουργοί Εχούντ Μπάρακ και Εχούντ Ολμέρτ, πρώην επικεφαλής της Μοσάντ, της Σιν Μπετ και της αστυνομίας, καθώς και γνωστές προσωπικότητες του δημόσιου βίου, όπως ο συγγραφέας Δαβίδ Γκρόσμαν.
Στην επιστολή γίνεται λόγος για χρόνια βίας κατά Παλαιστινίων, η οποία, σύμφωνα με τους υπογράφοντες, περιλαμβάνει δολοφονίες, σεξουαλικές επιθέσεις, εμπρησμούς, κλοπές και βεβήλωση νεκρών.
Οι υπογράφοντες υποστηρίζουν ότι η κατάσταση δεν αποτελεί απλώς αποτυχία των αρχών ασφαλείας να επιβάλουν τον νόμο, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών της σημερινής κυβέρνησης.
Παράλληλα προειδοποιούν ότι η συνεχιζόμενη βία υπονομεύει τη διεθνή θέση του Ισραήλ, επιβαρύνει την ασφάλεια της χώρας και τροφοδοτεί την ένταση στην περιοχή.
Η απειλή προσφυγής στη Δικαιοσύνη
Η επιστολή δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα, ωστόσο αντίγραφό της περιήλθε σε γνώση του Guardian. Οι αποδέκτες της καλούνται να καταδικάσουν δημόσια τις επιθέσεις και να προχωρήσουν σε άμεσες ενέργειες για τον τερματισμό τους. Σε διαφορετική περίπτωση, οι συντάκτες της προειδοποιούν ότι θα προσφύγουν στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ.
Το κείμενο στρέφεται ευθέως κατά της κυβέρνησης Νετανιάχου και ιδιαίτερα των ακροδεξιών εταίρων της, τους οποίους κατηγορεί ότι ανέχονται τη βία επειδή εξυπηρετεί έναν ευρύτερο πολιτικό στόχο: τη σταδιακή εκτόπιση Παλαιστινίων από περιοχές της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης και τη διευκόλυνση της μελλοντικής προσάρτησής τους.
Παράλληλα, γίνεται λόγος για ένα καθεστώς σχεδόν πλήρους ατιμωρησίας, παρά το γεγονός ότι οι αρχές γνωρίζουν – όπως υποστηρίζεται – ποιοι βρίσκονται πίσω από πολλές από τις επιθέσεις.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η σύγκριση ορισμένων περιστατικών με τα πογκρόμ και τις διώξεις που υπέστησαν εβραϊκές κοινότητες στην Ανατολική Ευρώπη τον 19ο και τον 20ό αιώνα, μια αναλογία με βαρύνουσα συμβολική σημασία στο εσωτερικό του Ισραήλ.
Η επιστολή αποδίδει ευθύνες και στις δυνάμεις ασφαλείας, υποστηρίζοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις στρατιώτες ή μέλη τοπικών μονάδων δεν παρενέβησαν για να αποτρέψουν επιθέσεις, ενώ σε ορισμένα περιστατικά φέρονται να συμμετείχαν οι ίδιοι.
Στο στόχαστρο Νετανιάχου και η ηγεσία της ασφάλειας
Οι υπογράφοντες απευθύνουν συγκεκριμένα ερωτήματα στον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, στον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, στον υπουργό Άμυνας Ισραέλ Κατς, στην ηγεσία του στρατού, της Σιν Μπετ και της αστυνομίας.
Αμφισβητούν ευθέως τον ισχυρισμό ότι η βία προέρχεται από μια μικρή περιθωριακή ομάδα εξτρεμιστών και υποστηρίζουν ότι το φαινόμενο είναι πολύ ευρύτερο και γνωστό στις αρμόδιες αρχές.
Σε ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της επιστολής, ο διοικητής των ισραηλινών δυνάμεων στη Δυτική Όχθη καλείται να εξηγήσει γιατί δεν έχει αντιμετωπιστεί η δράση των εξτρεμιστών, εφόσον οι ηγέτες τους, οι περιοχές δράσης τους και τα δίκτυά τους είναι γνωστά στις υπηρεσίες ασφαλείας.
Την επιστολή υπογράφουν δύο πρώην πρωθυπουργοί, δεκάδες πρώην ανώτατοι αξιωματούχοι των υπηρεσιών ασφαλείας, ανώτατοι νομικοί λειτουργοί, ακαδημαϊκοί, διπλωμάτες και προσωπικότητες του δημόσιου βίου, μεταξύ των οποίων ο συγγραφέας Νταβίδ Γκρόσμαν.
Όπως αναφέρει ο Guardian, το γραφείο του πρωθυπουργού, τα υπουργεία Άμυνας και Εθνικής Ασφάλειας, η αστυνομία και ο ισραηλινός στρατός κλήθηκαν να σχολιάσουν το περιεχόμενο της επιστολής, χωρίς να απαντήσουν.
Πηγή: lifo.gr