Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
φφφ

Ο διεθνής Τύπος κινήθηκε και αυτή την εβδομάδα γύρω από τη σύγκρουση με το Ιράν και τις ευρύτερες γεωπολιτικές της συνέπειες, με τον δυτικό σχολιασμό να αναδεικνύει κυρίως τη φθορά των ηγεσιών που συνδέθηκαν με παρατεταμένους πολέμους και την κόπωση των κοινωνιών από τη διαρκή ένταση.

Παράλληλα, προβλήθηκαν η προσπάθεια της Τεχεράνης να εδραιώσει έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, οι πιέσεις που μεταφέρονται στην παγκόσμια οικονομία και στα νομίσματα, η σκλήρυνση της γραμμής έναντι της Κούβας, η εμβάθυνση των δεσμών Ρωσίας-Κίνας και η συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ο δυτικός Τύπος

Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Αλλαγή καθεστώτος στην Κούβα τώρα», που δημοσιεύθηκε στην Washington Times από τον Emilio T. Gonzalez στις 18 Μαΐου, ο αρθρογράφος και πρώην ανώτερος αξιωματούχος των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών υποστηρίζει ότι η κομμουνιστική Κούβα βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να επιταχύνουν την πτώση της. Σύμφωνα με το άρθρο, η οικονομία του νησιού είναι παράλυτη, η γεωργία ανύπαρκτη και οι υποδομές σε αποσύνθεση, ενώ τα έσοδα από τη Ρωσία και τη Βενεζουέλα έχουν εκλείψει. Ο τουρισμός έχει υποχωρήσει κατά σχεδόν 70% σε σύγκριση με την περίοδο 2017-2019, τα εμβάσματα από τη διασπορά έχουν περιοριστεί δραστικά, ενώ χώρες όπως η Γουατεμάλα, η Ονδούρα, η Τζαμάικα και οι Μπαχάμες έχουν διακόψει τα συμβόλαια για την εισαγωγή ιατρικού προσωπικού. Παράλληλα, ο στρατιωτικός όμιλος GAESA φέρεται να έχει συγκεντρώσει έως και 18 δισεκατομμύρια δολάρια σε ξένες τράπεζες, ενώ ο πληθυσμός λιμοκτονεί. Από το 2021, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Κουβανοί έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, την ώρα που καταγράφονται πάνω από 1.200 πολιτικοί κρατούμενοι. Ο Gonzalez χαιρετίζει την αυστηρότερη πολιτική του Τραμπ έναντι της Κούβας και τις πρόσθετες κυρώσεις της 1ης Μαΐου, καταλήγοντας ότι η μοναδική διέξοδος είναι η ριζική αλλαγή καθεστώτος.

Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Ίσως δεν φαίνεται, αλλά υπάρχει ελπίδα στον ορίζοντα: η ισχύς των Τραμπ, Νετανιάχου και Πούτιν φαίνεται να φθίνει», που δημοσιεύθηκε στην Guardian από τον Simon Tisdall στις 17 Μαΐου, ο αρθρογράφος εξωτερικής πολιτικής της εφημερίδας εντοπίζει σημάδια αποδυνάμωσης στους τρεις ηγέτες που βρέθηκαν στο επίκεντρο των μεγάλων γεωπολιτικών ανατροπών της τελευταίας δεκαετίας. Παρά την κυρίαρχη απαισιοδοξία στη Δύση, που αποτυπώνεται σε ποσοστά δυσαρέσκειας έως και 90% στη Γαλλία και 79% στη Βρετανία, ο Tisdall διακρίνει σταδιακή υποχώρηση και στους τρεις ηγέτες. Ο Πούτιν εμφανίζεται τρωτός έπειτα από τέσσερα χρόνια πολέμου, με τουλάχιστον 350.000 νεκρούς στρατιώτες, βαριές οικονομικές απώλειες και αναταραχές στους ρωσικούς κύκλους εξουσίας, ενώ η παρέλαση της Νίκης πραγματοποιήθηκε σε υποτονικό κλίμα, υπό τον φόβο αεροπορικών επιθέσεων. Ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση έως τον Οκτώβριο, υπό το βάρος της 7ης Οκτωβρίου, του πολέμου στη Γάζα, της αποτυχίας στο Ιράν και του παρατεταμένου μετώπου στον Λίβανο.

Ο Τραμπ, με ποσοστό αποδοχής 38%, κινδυνεύει να χάσει τη Βουλή και ενδεχομένως και τη Γερουσία στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, εξαιτίας του οικονομικού κόστους του πολέμου με το Ιράν. Ο Tisdall καταλήγει ότι η ταυτόχρονη αποδυνάμωση και των τριών θα μπορούσε να επιτρέψει στους δυτικούς λαούς, που έχουν κουραστεί από τους «αιώνιους πολέμους», να ανασάνουν ξανά.

Στο ρεπορτάζ με τίτλο «Το Ιράν προετοιμάζεται να διατηρήσει διαρκώς τον έλεγχό του στα Στενά του Ορμούζ», που δημοσιεύθηκε στη Le Monde από τις Claire Gatinois και Ghazal Golshiri στις 19 Μαΐου, παρουσιάζεται ο σχεδιασμός της Τεχεράνης για μόνιμη επιτήρηση της κρίσιμης ναυτικής διόδου. Η νέα ιρανική αρχή ελέγχου του στενού απέκτησε λογαριασμό στο X, ενώ ο αντιπρόεδρος Μοχάμαντ Ρεζά Αρέφ δήλωσε στις 14 Μαΐου ότι «τα Στενά του Ορμούζ είναι δικά μας». Ούτε η αμερικανική στρατιωτική ισχύς ούτε ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών, που διέταξε ο Τραμπ στις 13 Απριλίου, ανέτρεψαν τη στάση του καθεστώτος, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να ματαίωσε νέα επίθεση κατόπιν αιτήματος των χωρών του Κόλπου. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Τεχεράνη εγκαινίασε την ασφαλιστική υπηρεσία «Hormuz Safe», συνδεδεμένη με το bitcoin, με δυνητικά έσοδα άνω των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ προετοιμάζει νέο νομικό πλαίσιο που θα απαγορεύει τη διέλευση πλοίων των ΗΠΑ, της Βρετανίας και του Ισραήλ. Εξετάζονται επίσης τέλη διέλευσης κατά το πρότυπο της Διώρυγας του Σουέζ, η επιβολή φόρων σε εταιρείες όπως η Google, η Amazon και η Meta για τα υποθαλάσσια καλώδια, καθώς και στενότερος συντονισμός με το Ομάν. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα κράτη του Κόλπου θα στραφούν μακροπρόθεσμα σε εναλλακτικούς διαδρόμους, όπως το λιμάνι Duqm και ο διάδρομος Fujairah.

Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Κερδίζοντας μάχες, χάνοντας τον πόλεμο: Το ιστορικό μάθημα για Πούτιν και Τραμπ», που δημοσιεύθηκε στον Globe and Mail από τον Doug Saunders (ημερομηνία πρόσβασης: 19 Μαΐου), ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι, παρά τις διακηρύξεις νίκης, ο Ρώσος Πρόεδρος κινδυνεύει να χάσει τον πόλεμο, ακόμη και αν έχει κερδίσει τις περισσότερες μάχες. Με αφορμή την παρέλαση της Νίκης στις 9 Μαΐου, ο Saunders σημειώνει ότι η Ρωσία ελέγχει περίπου το 20% της Ουκρανίας, διατηρεί 600.000 στρατιώτες στο μέτωπο και έχει σκοτώσει 140.000 Ουκρανούς στρατιώτες από το 2022, με κόστος όμως περίπου 352.000 Ρώσους νεκρούς. Ο ίδιος ο Πούτιν φέρεται να καταφεύγει σε καταφύγια, η παρέλαση πραγματοποιήθηκε χωρίς άρματα και πυραύλους, υπό τον φόβο επιθέσεων με drones, ενώ ουκρανικά πλήγματα έχουν παραλύσει αεροδρόμια και διυλιστήρια. Επικαλούμενος τον στρατηγικό αναλυτή Phillips O'Brien, ο αρθρογράφος υπενθυμίζει ότι το Βιετνάμ δεν κέρδισε ούτε μία μάχη επί δέκα χρόνια, αλλά κέρδισε τον πόλεμο μέσω «οικονομίας δυνάμεων» και εξάντλησης του αντιπάλου· την ίδια λογική, σημειώνει, υιοθετεί σήμερα το Κίεβο με τα drones. Παράλληλο μάθημα, καταλήγει ο Saunders, ισχύει και για τον Τραμπ στο Ιράν: ακόμη και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος κερδήθηκε όχι με μεγάλες μάχες, αλλά με τη φθορά της ικανότητας του εχθρού να πολεμά.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Η ιρανική ιστοσελίδα NourNews, στην ανάλυση με τίτλο «Το Ιράν είναι σοβαρό ως προς τη διπλωματία, πλήρως έτοιμο για άμυνα» (19/5) προβάλλει τη θέση της Τεχεράνης ότι επιδιώκει μεν διπλωματική εκτόνωση, αλλά χωρίς καμία χαλάρωση της αμυντικής της ετοιμότητας, με αφορμή τη συνάντηση του Abbas Araghchi με τον Πακιστανό υπουργό Εσωτερικών Mohsin Naqvi στην Τεχεράνη. Η έμφαση δίνεται αφενός στη διμερή συνεργασία Ιράν-Πακιστάν στους τομείς ασφάλειας και οικονομίας και αφετέρου στις περιφερειακές εξελίξεις, τις οποίες το κείμενο εντάσσει στο πλαίσιο «πολέμου επιθετικότητας» από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν. Ο Araghchi αποδίδει το αδιέξοδο στις «αντιφατικές και υπερβολικές» αμερικανικές απαιτήσεις, υπενθυμίζει προηγούμενες αθετήσεις δεσμεύσεων της Ουάσιγκτον και εξηγεί ότι η ιρανική προσφυγή στη διπλωματία είναι επιλογή ευθύνης παρά τη βαθιά δυσπιστία προς τις ΗΠΑ. Παράλληλα, ζητεί διεθνή λογοδοσία για την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση και για εγκλήματα κατά αμάχων, ενώ από πακιστανικής πλευράς τονίζεται η βούληση ενίσχυσης των σχέσεων και η ελπίδα ότι η διαμεσολάβηση του Ισλαμαμπάντ θα βοηθήσει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή.

«Μήπως ο Τραμπ τα έχει παρατήσει;», είναι ο τίτλος της παρέμβασης του καθηγητή Eyal Zisser που δημοσιεύθηκε στην Israel Hayom στις 20 Μαΐου. Το άρθρο γνώμης παρουσιάζει την τρέχουσα κρίση με το Ιράν ως υπόθεση που εξαρτάται υπέρμετρα από τις διαθέσεις και τις αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο περιγράφει ως ηγέτη με πρωτοφανή συγκέντρωση πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος. Κατά την ανάλυση, ο Τραμπ αιφνιδίασε όταν επέλεξε τον πόλεμο κατά του Ιράν, αλλά επίσης αιφνιδίασε όταν, έπειτα από έναν μήνα, ανέστειλε πρόωρα τις επιχειρήσεις και επιχείρησε να πετύχει μέσω διαπραγματεύσεων όσα δεν πέτυχε στο πεδίο. Το κείμενο θεωρεί τις συνομιλίες ατελέσφορες, επειδή οι δύο πλευρές βρίσκονται σε ασύμβατες θέσεις και επειδή στην Τεχεράνη έχουν ενισχυθεί οι σκληροπυρηνικοί, που εκλαμβάνουν την κατάπαυση του πυρός ως αμερικανική αδυναμία. Από εκεί και πέρα σκιαγραφούνται τρία πιθανά μονοπάτια: μια παρατεταμένη ενδιάμεση κατάσταση χωρίς ειρήνη αλλά και χωρίς γενικευμένο πόλεμο, μια επιστροφή σε πόλεμο υψηλής έντασης ή, στο χειρότερο για το Ισραήλ σενάριο, μια αμερικανική απεμπλοκή και μια συμφωνία με το Ιράν σχεδόν με οποιοδήποτε τίμημα.

Ο Τύπος της Ασίας

Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Η ενεργειακή κρίση μετατρέπεται σε νομισματική κρίση», που δημοσιεύθηκε στους Taipei Times από τον David Fickling στις 18 Μαΐου, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η ενεργειακή κρίση, την οποία πυροδότησε ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, μετατρέπεται ταχέως σε νομισματική κρίση για τις χώρες που εισάγουν ενέργεια. Σύμφωνα με την ανάλυση, μεταξύ των νομισμάτων με τις μεγαλύτερες απώλειες περιλαμβάνονται η αιγυπτιακή λίρα, το φιλιππινέζικο πέσο, το νοτιοκορεατικό γουόν και το ταϊλανδικό μπατ, ενώ ενισχύονται τα νομίσματα πετρελαιοπαραγωγών κρατών, όπως το βραζιλιάνικο ρεάλ, το τένγκε του Καζακστάν και η νιγηριανή νάιρα.

Στην Ινδία, ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι κάλεσε στις 10 Μαΐου τους πολίτες να μειώσουν την κατανάλωση καυσίμων για την προστασία του ισοζυγίου πληρωμών, ενώ στην Τουρκία, που εξαρτάται σε ποσοστό άνω του 70% από εισαγωγές ενέργειας, τα συναλλαγματικά αποθέματα κατέγραψαν τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση στην ιστορία τους τον Μάρτιο. Η ινδονησιακή ρουπία βρίσκεται στα επίπεδα της κρίσης του 1998. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1970, οι ΗΠΑ είναι σήμερα καθαρός εξαγωγέας ενέργειας, με αποτέλεσμα το δολάριο να ενισχύεται, επιδεινώνοντας την πίεση στις ασιατικές οικονομίες. Ο Fickling καταλήγει ότι μόνο η επιτάχυνση των επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες μπορεί να σπάσει αυτόν τον φαύλο κύκλο εξάρτησης.

Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Ρωσία και Κίνα συνάπτουν ισχυρότερους δεσμούς σε ταραγμένους καιρούς», που δημοσιεύθηκε στην China Daily από την Olga Migunova στις 19 Μαΐου, η Ρωσίδα ακαδημαϊκός του St. Petersburg State University of Economics εξετάζει την επικείμενη επίσκεψη του Βλαντίμιρ Πούτιν στο Πεκίνο μέσα από το πρίσμα πολλαπλών ιστορικών επετείων. Όπως υπογραμμίζεται, το 2026 σηματοδοτεί ταυτόχρονα τη συμπλήρωση 30 ετών από την εγκαθίδρυση της σινορωσικής «στρατηγικής εταιρικής σχέσης συντονισμού», 25 ετών από τη Συνθήκη Καλής Γειτονίας και Φιλικής Συνεργασίας, καθώς και την έναρξη του 15ου Πενταετούς Σχεδίου της Κίνας (2026-2030).

Σύμφωνα με τη συγγραφέα, η επίσκεψη δεν αποτελεί απλώς τιμητική εκδήλωση, αλλά μηχανισμό συγχρονισμού των αναπτυξιακών στρατηγικών των δύο χωρών για τις επόμενες δεκαετίες. Στους τομείς προτεραιότητας περιλαμβάνονται τα δίκτυα 6G, η τεχνητή νοημοσύνη, τα κβαντικά συστήματα, οι ημιαγωγοί και η πράσινη ενέργεια. Στην ενεργειακή συνεργασία κεντρική θέση κατέχει ο αγωγός Power of Siberia-2, ενώ στις μεταφορές προβάλλεται ο Κεντρικός Ευρασιατικός Διάδρομος Σιβηρίας-Μογγολίας-Κίνας. Η συγγραφέας υπογραμμίζει επίσης τη σταδιακή μετάβαση σε εθνικά νομίσματα στο διμερές εμπόριο και την ευθυγράμμιση της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης με την πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», παρουσιάζοντας τη σινορωσική εταιρική σχέση ως «άγκυρα σταθερότητας» σε έναν κόσμο γεωπολιτικής αναταραχής.

Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας

Ο Andrey Ilnitsky σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στην Kommersant με τίτλο «Πόλεμος πολιτισμών και νέα Τριακονταετής σύγκρουση» (ημερομηνία πρόσβασης: 21 Μαΐου), ερμηνεύει τον πόλεμο στην Ουκρανία όχι ως περιφερειακή σύγκρουση αλλά ως εργαστήριο «πολέμων νέου τύπου» και ως πεδίο συνολικής αναδιάταξης του διεθνούς συστήματος, όπου η κλασική έννοια του υβριδικού πολέμου θεωρείται πλέον ανεπαρκής, επειδή η λογική της σύγκρουσης έχει διαχυθεί σε όλες τις σφαίρες της ζωής.

Ο συντάκτης υποστηρίζει ότι πρόκειται για υπαρξιακή αναμέτρηση της Ρωσίας με τη συλλογική Δύση, επικαλείται τη συνέχιση της αμερικανικής στήριξης προς την Ουκρανία και ισχυρίζεται ότι το Κίεβο έχει μετατραπεί σε αναλώσιμο πληρεξούσιο εργαλείο, ενώ από τα μέσα του 2025 η αντιπαράθεση έχει εισέλθει, κατά την άποψή του, σε φάση άμεσου ανταγωνισμού ΝΑΤΟ και Ρωσίας. Το κείμενο δίνει επίσης βάρος στην ευρωπαϊκή στρατιωτική ανασυγκρότηση, στη διασύνδεση των ουκρανικών δυνάμεων με νατοϊκά πρότυπα, στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης και γνωστικού πολέμου, καθώς και στο παράδειγμα του Ιράν ως υπόδειγμα ασύμμετρης άμυνας, για να καταλήξει ότι η Ρωσία χρειάζεται όχι μόνο τεχνολογική και οικονομική ισχύ αλλά και ιδεολογική, πολιτισμική και εσωτερική συσπείρωση.

Οι Dalibor Rohac και Arnaud Danjean, στην ανάλυση με τίτλο «Πώς μπορεί να πετύχει η Ευρώπη σε έναν μετα-αμερικανικό κόσμο και γιατί η Ουκρανία είναι μέρος της απάντησης» που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Kyiv Independent στις 18 Μαΐου υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμη πραγματοποιήσει τη «στρατηγική αφύπνιση» που είχε εξαγγείλει ο Emmanuel Macron και παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα στις εσωτερικές της διαιρέσεις, στις παλιές ατλαντικές βεβαιότητες και στη δυσκολία προσαρμογής σε ένα πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

Ως πρώτο ουσιαστικό βήμα προτείνεται η ενσωμάτωση της Ουκρανίας στον ευρωπαϊκό πυρήνα, όχι μόνο πολιτικά αλλά και ως πηγής εμπειρίας, καθώς το Κίεβο έχει κατορθώσει, παρά την ασυμμετρία ισχύος, να αντέξει, να πλήξει κρίσιμους στόχους βαθιά στη Ρωσία, να αποδυναμώσει τη ρωσική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα και να αναπτύξει αμυντικές συνεργασίες με τρίτους. Κατά τους συντάκτες, η ΕΕ δεν πρέπει να επιδιώξει να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ ή την Κίνα σε μέγεθος, αλλά να αξιοποιήσει τα δικά της πλεονεκτήματα, όπως το κράτος δικαίου, την αγορά, την τεχνολογική εξειδίκευση και τη βιομηχανική της βάση.

Το κείμενο καταλήγει ότι η Ευρώπη οφείλει επειγόντως να αποκτήσει σταθερή στρατηγική νοοτροπία, να μειώσει επικίνδυνες εξαρτήσεις και να μετατρέψει τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων σε μόνιμη πολιτική ισχύ.