Η σύγκρουση με το Ιράν επανέρχεται ως το κυρίαρχο θέμα της εβδομάδας στον διεθνή Τύπο, καθώς πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι εισέρχεται σε μια πιο επικίνδυνη και ασταθή φάση, με πλέον ορατό το ενδεχόμενο να εξελιχθεί σε ευρύτερη και μακρότερης διάρκειας περιφερειακή κρίση.
Στρατιωτικές κινήσεις, οικονομικές πιέσεις και διπλωματικές ανακατατάξεις στον Κόλπο συνθέτουν ένα τοπίο αυξημένης αβεβαιότητας, ενώ τα διεθνή μέσα ενημέρωσης εξετάζουν τόσο το κόστος μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης όσο και τις πιθανές συνέπειες για την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Την ίδια ώρα, ο δυτικός Τύπος καταγράφει την πολιτική φθορά του Ντόναλντ Τραμπ και τις επιπτώσεις της ισραηλινής στρατηγικής στη Γάζα και στον Λίβανο, ενώ στον Τύπο της Μέσης Ανατολής κυριαρχούν οι αποκλίνουσες εκτιμήσεις για την έκβαση του πολέμου και την ενίσχυση των περιφερειακών στρατιωτικών αξόνων. Στην Ασία, το ενδιαφέρον εστιάζεται στην όξυνση των σχέσεων Ιαπωνίας-Κίνας και στη συζήτηση για τη σταδιακή απομάκρυνση του Τόκιο από τη μεταπολεμική ειρηνιστική του ταυτότητα, ενώ ρωσικά και ουκρανικά δημοσιεύματα στρέφονται στη διαμεσολάβηση για το Ιράν και στη δυτική στρατηγική έναντι του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο δυτικός Τύπος
Στο άρθρο με τίτλο «Πέντε σημάδια δείχνουν ότι η σύγκρουση με το Ιράν διευρύνεται», που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό συντηρητικό δίκτυο Newsmax στις 11 Μαΐου, παρουσιάζεται η εκτίμηση του πολιτικού επιστήμονα και ειδικού σε θέματα πολέμου Robert Pape ότι η αντιπαράθεση με το Ιράν εισέρχεται σε πιο επικίνδυνη φάση, με αυξανόμενες ενδείξεις μετατροπής της σε ευρύτερη και παρατεταμένη περιφερειακή κρίση. Ο Pape υποστηρίζει ότι οι πόλεμοι σπανίως κλιμακώνονται εξαιτίας ενός και μόνο γεγονότος, αλλά διευρύνονται σταδιακά μέσω «αθροιστικών δεσμεύσεων».
Εντοπίζει πέντε βασικούς δείκτες κλιμάκωσης: την αυξανόμενη οικονομική πίεση στον Κόλπο, με αύξηση των ασφαλίστρων πολεμικού κινδύνου στα Στενά του Ορμούζ· τη διεύρυνση των αμερικανικών στρατιωτικών δεσμεύσεων μέσω «υπερδιόγκωσης της αποστολής»· τη μεταβολή στη ρητορική της αμερικανικής κυβέρνησης, με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να παρουσιάζει τη σύγκρουση ως διεθνή υποχρέωση· τον κατακερματισμό της στάσης των χωρών του Κόλπου, με τη Σαουδική Αραβία να επιδιώκει στενότερες σχέσεις με την Κίνα και το Πακιστάν· και, τέλος, τον κίνδυνο ο πόλεμος να καταστεί αυτοσυντηρούμενος, καθώς το οικονομικό κόστος μπορεί να ενισχύσει, αντί να αποδυναμώσει, τις στρατηγικές δεσμεύσεις.
Στην ανάλυση με τίτλο «Μια παρατεταμένη κρίση με το Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές στις χώρες του Κόλπου», που δημοσιεύθηκε στο The Economist στις 11 Μαΐου, εξετάζονται οι οικονομικές συνέπειες της παρατεταμένης ανακωχής μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία διανύει την έκτη εβδομάδα της μετά τη συμφωνία της 8ης Απριλίου. Σύμφωνα με την ανάλυση, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά, χωρίς μόνιμη ειρήνη στον ορίζοντα, καθώς κρίσιμα ζητήματα γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν παραμένουν άλυτα.
Οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου έχουν διαθέσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τη στήριξη των οικονομιών τους, ωστόσο οι απώλειες είναι ήδη σοβαρές: οι πετρελαϊκές εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας έχουν μειωθεί κατά ένα τρίτο και εκείνες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων κατά το ήμισυ, ενώ ο τουρισμός έχει υποστεί ισχυρό πλήγμα, με την πληρότητα των ξενοδοχείων στο Ντουμπάι να αναμένεται να περιοριστεί στο 10% κατά το τρέχον τρίμηνο. Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι το τέλος του καλοκαιριού συνιστά κρίσιμη καμπή, καθώς, αν δεν υπάρξει συμφωνία έως τον Σεπτέμβριο, η προσωρινή ύφεση ενδέχεται να μετατραπεί σε διαρθρωτική οικονομική κρίση για ολόκληρη την περιοχή.
Στο άρθρο με τίτλο «Το τοξικό έτος του Ντόναλντ Τζ. Τραμπ», που δημοσιεύθηκε στην El País από τον Boris Muñoz, με ημερομηνία πρόσβασης 13 Μαΐου, σκιαγραφείται μια χρονιά που ξεκίνησε με υποσχέσεις, αλλά εξελίσσεται σε πολιτική καταστροφή για τον Αμερικανό πρόεδρο. Παρά την αρχική επιτυχία της σύλληψης του Μαδούρο στη Βενεζουέλα τον Ιανουάριο, ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει, κατά τον αρθρογράφο, ανατρέψει το όραμα του Τραμπ για μια «χρυσή εποχή». Το δημοσίευμα υπογραμμίζει ότι η εσωτερική δυσαρέσκεια είναι εκτεταμένη, καθώς το 67% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τη διακυβέρνησή του, οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν έχουν παγώσει, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν πάνω από τα 100 δολάρια και το κίνημα MAGA εμφανίζει σημάδια διάσπασης.
Παράλληλα, σημειώνεται ότι σύμμαχοι, όπως ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και ο βασιλιάς Κάρολος Γ΄, έχουν ασκήσει δημόσια κριτική, ενώ, με αναφορά και στον Andreas Kluth του Bloomberg, υποστηρίζεται ότι η αμερικανική ήπια ισχύς υποχωρεί σε τομείς όπως η ανώτατη εκπαίδευση, η ψυχαγωγία και η τεχνολογία. Το άρθρο καταλήγει ότι εκείνο που προδιαγραφόταν ως annus mirabilis εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο σε annus horribilis, με τον Τραμπ να μετατρέπεται, στα μάτια πολλών, σε «τοξικό πολιτικό κεφάλαιο».
Στην παρέμβαση με τίτλο «Η ατιμωρησία του Ισραήλ στη Γάζα μπορεί μόνο να το ενθαρρύνει να είναι εξίσου ανελέητο στον Λίβανο», που δημοσιεύθηκε στη Le Monde από τον Jean-Pierre Filiu, με ημερομηνία πρόσβασης 13 Μαΐου, ο ιστορικός και καθηγητής του Sciences Po υποστηρίζει ότι η Μέση Ανατολή έχει μετατραπεί σε «τερατώδες εργαστήριο πολέμου του 21ου αιώνα», όπου μέθοδοι που εφαρμόζονται σε ένα πεδίο μεταφέρονται κατόπιν σε άλλο. Κατά τον Filiu, το Ισραήλ, υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, εφαρμόζει στον Λίβανο τις ίδιες συστηματικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που εφάρμοσε στη Γάζα από τον Οκτώβριο του 2023.
Ο αρθρογράφος αναφέρει ότι από τις 17 Απριλίου, ημερομηνία της εκεχειρίας στον Λίβανο, έχουν σκοτωθεί τουλάχιστον 465 Λιβανέζοι, ενώ καταγγέλλει τις «εντολές εκκένωσης», τις καταστροφές σε λεγόμενες «ζώνες ασφαλείας» και τις επιθέσεις κατά δημοσιογράφων και ανθρωπιστικών εργαζομένων. Σημειώνει ακόμη ότι 220 δημοσιογράφοι και 589 εργαζόμενοι στην ανθρωπιστική βοήθεια έχουν σκοτωθεί στη Γάζα από τον ισραηλινό στρατό και καταλήγει ότι η ατιμωρησία του Ισραήλ υπονομεύει το διεθνές δίκαιο, ενισχύει τελικά τη Χεζμπολάχ και συνεπάγεται «εξοργιστικό κόστος».
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Στο άρθρο με τίτλο «Ο πόλεμος κατά του Ιράν θα καταλήξει πιθανότατα σε αμερικανική υποχώρηση», που δημοσιεύθηκε στο Al Jazeera από τους Jeffrey Sachs και Sybil Fares, με ημερομηνία πρόσβασης 13 Μαΐου, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο κατά του Ιράν με αποδεκτό οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό κόστος. Κατά την ανάλυσή τους, ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου 2026 βασίστηκε στην εσφαλμένη εκτίμηση ότι το Ιράν θα κατέρρεε όπως η Βενεζουέλα, κάτι που δεν συνέβη, καθώς το IRGC ενισχύθηκε, η ηγεσία παρέμεινε σταθερή και ο πληθυσμός συσπειρώθηκε.
Οι συντάκτες εντοπίζουν τέσσερις βασικές αμερικανικές παρεκτιμήσεις: την υποτίμηση του πολιτισμικού και ιστορικού βάθους του Ιράν, την άγνοια της τεχνολογικής του εξέλιξης, την αδυναμία κατανόησης της στρατηγικής ασυμμετρίας, με φθηνά ιρανικά drones και πυραύλους απέναντι σε ακριβά αμερικανικά συστήματα, και μια διαδικασία λήψης αποφάσεων που, όπως υποστηρίζουν, κυριαρχήθηκε από στενό κύκλο στο Μαρ-α-Λάγκο χωρίς ορθολογική αξιολόγηση. Το πιθανότερο τελικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με το άρθρο, είναι μια επιστροφή στο προπολεμικό status quo, με το Ιράν να διατηρεί τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ενισχυμένη αποτρεπτική ισχύ και μειωμένη αμερικανική παρουσία στον Κόλπο. Οι συγγραφείς καλούν τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν την πολιτική αλλαγής καθεστώτων και να επανέλθουν στη διπλωματία και στο διεθνές δίκαιο.
Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Ισραήλ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα: Μια συμμαχία “αδελφών εν όπλοις” απέναντι στην αυξανόμενη απειλή του Ιράν», που δημοσιεύθηκε στην Jerusalem Post από τον Neville Teller στις 12 Μαΐου, εξετάζεται η ταχεία εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στο πλαίσιο του πολέμου με το Ιράν. Ως κομβικό γεγονός παρουσιάζεται η επιχειρησιακή ανάπτυξη ισραηλινής αντιπυραυλικής συστοιχίας Iron Dome, με ισραηλινό προσωπικό, σε εμιρατινό έδαφος, έπειτα από αίτημα του προέδρου Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ, για την αναχαίτιση ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ήταν η πρώτη φορά που ισραηλινό οπλικό σύστημα αναπτύχθηκε επιχειρησιακά σε ξένο έδαφος, ενώ παράλληλα η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία έπληξε ιρανικές εγκαταστάσεις που θεωρούνταν απειλή για τα Εμιράτα. Το δημοσίευμα ανατρέχει στη διαδρομή της αμυντικής συνεργασίας από τις Συμφωνίες του Αβραάμ το 2020, με αναφορές στην προμήθεια συστημάτων Barak και Spyder, σε κοινές ναυτικές ασκήσεις και στην από κοινού ανάπτυξη μη επανδρωμένου σκάφους. Αν και η σχέση δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε επίσημη αμυντική συνθήκη, εξαιτίας της αραβικής κοινής γνώμης και των περιφερειακών ισορροπιών, ο Teller εκτιμά ότι πλησιάζει πλέον σε πραγματική «αδελφότητα εν όπλοις». Επιπλέον, επισημαίνεται ότι νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Γερουσία τον Μάρτιο του 2026 προβλέπει τη θεσμοθέτηση αμυντικής συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ και χωρών των Συμφωνιών του Αβραάμ, με στόχο την αποτροπή του Ιράν.
Ο Τύπος της Ασίας
Στο κεντρικό άρθρο με τίτλο «Η Ιαπωνία πρέπει να χαράξει πορεία για να ξεπαγώσει τις ψυχρές σχέσεις με την Κίνα», που δημοσιεύθηκε στην Asahi Shimbun στις 11 Μαΐου, η ιαπωνική εφημερίδα εκφράζει ανησυχία για τη συνεχιζόμενη ψυχρή αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ιαπωνία και την Κίνα. Όπως σημειώνεται, η επιδείνωση των σχέσεων επιταχύνθηκε μετά τη δήλωση της πρωθυπουργού Σαναέ Τακαΐτσι τον Νοέμβριο περί πιθανής στρατιωτικής σύγκρουσης γύρω από την Ταϊβάν. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Πεκίνο αντέδρασε αναστέλλοντας τις εισαγωγές ιαπωνικών θαλασσινών, επιβάλλοντας αυστηρότερους ελέγχους στις εξαγωγές προϊόντων διπλής χρήσης και αποτρέποντας τους πολίτες του από ταξίδια στην Ιαπωνία. Το άρθρο χαρακτηρίζει τη δήλωση της Τακαΐτσι «απερίσκεπτη» και διερωτάται γιατί το υπουργείο Εξωτερικών υποβάθμισε, στο Διπλωματικό Βιβλίο Γαλάζιου Χρώματος, την Κίνα σε απλό «σημαντικό γείτονα», αποσιωπώντας τη στρατηγική σημασία της σχέσης. Την ίδια στιγμή, εκφράζεται ανησυχία για στρατιωτικά επεισόδια στα Στενά της Ταϊβάν και κοντά στο νησί Αμάμι-Οσίμα, καθώς και για την επιβράδυνση των εισαγωγών κινεζικών σπάνιων γαιών. Η εφημερίδα καταλήγει εκφράζοντας την ελπίδα ότι η επικείμενη επίσκεψη αντιπροσωπείας στο Πεκίνο, υπό τον Γιόχεϊ Κόνο, θα λειτουργήσει ως αφετηρία για μια πιο ήρεμη και εποικοδομητική προσέγγιση και από τις δύο πλευρές.
Στο κεντρικό άρθρο με τίτλο «Η Ιαπωνία διαγράφει τη δέσμευσή της για ειρήνη», που δημοσιεύθηκε στο People’s Daily Online στις 12 Μαΐου, το κινεζικό δημοσίευμα εστιάζει στη διάβρωση της ειρηνιστικής παράδοσης της Ιαπωνίας. Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί η Ημέρα Μνήμης του Συντάγματος, στις 3 Μαΐου, η οποία σηματοδοτεί την έναρξη ισχύος του ιαπωνικού Συντάγματος του 1947, το οποίο στο Άρθρο 9 αποκηρύσσει τον πόλεμο ως κυριαρχικό δικαίωμα και την απειλή ή χρήση βίας ως μέσο επίλυσης διεθνών διαφορών.
Σύμφωνα με το άρθρο, η δέσμευση αυτή βρίσκεται πλέον υπό πίεση, καθώς η πρωθυπουργός Σαναέ Τακαΐτσι επιταχύνει τις προσπάθειες συνταγματικής αναθεώρησης, ενώ η Ιαπωνία έχει ήδη διευρύνει το στρατιωτικό της αποτύπωμα στο εξωτερικό. Ειδικότερα, αναφέρεται η συμμετοχή της στην κοινή άσκηση ΗΠΑ-Φιλιππίνων Balikatan 2026 και η εκτόξευση, για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιθετικών πυραύλων Type 88 εδάφους-πλοίου σε ξένο έδαφος. Το δημοσίευμα, που προέρχεται από το επίσημο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, παρουσιάζει αυτές τις εξελίξεις ως ένδειξη στρατιωτιστικής παλινδρόμησης και ως σαφή απομάκρυνση της Ιαπωνίας από τις μεταπολεμικές ειρηνιστικές αρχές της.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Ο ρόλος του διαμεσολαβητή», που δημοσιεύθηκε στην Izvestia από τον Marat Zembatov, με ημερομηνία πρόσβασης 12 Μαΐου, ο Ρώσος διεθνολόγος αναλύει τις προσπάθειες τρίτων χωρών να αποτρέψουν την πλήρη κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ. Αφορμή για την παρέμβασή του αποτελεί το επεισόδιο στα Στενά του Ορμούζ στις 8 Μαΐου, όταν αμερικανικά αντιτορπιλικά και ιρανικά ταχύπλοα ήρθαν σε αντιπαράθεση, με τις δύο πλευρές να διαφωνούν ως προς το ποια προκάλεσε το συμβάν. Ο Zembatov εκτιμά ότι, παρά τις εντάσεις, παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο σύναψης αμερικανοϊρανικού μνημονίου, το οποίο θα αποτυπώνει τη βούληση και των δύο πλευρών για αποκλιμάκωση. Ως βασικός διαμεσολαβητής προβάλλεται το Πακιστάν, το οποίο, κατά τον συγγραφέα, προωθεί πρωτοβουλία προσωρινής συμφωνίας, ενώ σημαντικό ρόλο αποδίδεται επίσης στο Ομάν, στη Ρωσία και στην Κίνα. Παράλληλα, αναφέρεται και η Βραζιλία, με τον Λούλα να μεταφέρει σήματα από τον Τραμπ, ως φωνή του Παγκόσμιου Νότου. Ο συγγραφέας καταλήγει ότι το βέλτιστο σενάριο είναι η διατήρηση της εκεχειρίας με «διαχειρίσιμες παραβιάσεις», την ώρα που η στάση του Ισραήλ, το οποίο ενδέχεται να μην επιθυμεί αποκλιμάκωση, παραμένει κρίσιμος αστάθμητος παράγοντας.
Στο άρθρο με τίτλο «Η Δύση έχει τη δύναμη να τερματίσει τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας — επιλέγει να μην το κάνει», που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Ukraine Maidan από την Olena Mukhina στις 11 Μαΐου, παρουσιάζεται συνέντευξη με τον δικηγόρο ανθρωπίνων δικαιωμάτων Simon Papuashvili, διευθυντή προγράμματος της Διεθνούς Εταιρικής Σχέσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (IPHR), με έδρα τις Βρυξέλλες.
Ο Papuashvili υποστηρίζει ότι η αποτελεσματικότερη κύρωση κατά της Ρωσίας θα ήταν η πλήρης διακοπή των αγορών ρωσικών ορυκτών καυσίμων, καθώς αυτά αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 30% των κρατικών εσόδων, τα οποία χρηματοδοτούν άμεσα τον πόλεμο. Στη συνέντευξη επισημαίνεται ότι, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου πλήρους κλίμακας, ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και αέριο, ενώ η εφαρμογή των υφιστάμενων κυρώσεων παραμένει ελλιπής εξαιτίας της απουσίας εξειδικευμένων θεσμικών μηχανισμών εποπτείας. Ως θετικό παράδειγμα αναφέρεται η Φινλανδία, η οποία συνδυάζει αποφασιστικές πολιτικές με εκτεταμένη κοινωνική ενημέρωση, ενώ για την Ουγγαρία εκφράζεται η ελπίδα ότι η νέα κυβέρνηση θα αλλάξει πορεία. Κεντρικό συμπέρασμα της συνέντευξης είναι ότι οι δυτικές κυβερνήσεις δεν διαθέτουν συνεκτική στρατηγική για τον τερματισμό του πολέμου και ότι, αν πραγματικά το επιθυμούσαν, θα είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν πιο αποφασιστικά, αντί να συμβιβάζονται με μια κατάσταση στην οποία η Ουκρανία συνεχίζει να αγωνίζεται χωρίς η Ρωσία να ηττάται.