Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
γ

Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν παρέμεινε το κυρίαρχο θέμα του διεθνούς Τύπου αυτή την εβδομάδα. Τα διεθνή ΜΜΕ προσεγγίζουν το όλο ζήτημα από εντελώς διαφορετικές οπτικές. Ο αμερικανικός Τύπος εστιάζει στη συνταγματικότητα της εμπλοκής, προειδοποιώντας ότι η συνέχιση μετά τις 60 ημέρες καθίσταται κατάφωρα παράνομη, ενώ ο ισραηλινός Τύπος αναλύει το διπλωματικό αδιέξοδο όπου καμία πλευρά δεν αναγνωρίζει ήττα. Ο γερμανικός Τύπος καταγράφει τη νέα γερμανο-αμερικανική σύγκλιση εντός του ΝΑΤΟ, ο πακιστανικός σχολιάζει κριτικά τον ρόλο του Ισλαμπάντ ως διαμεσολαβητή, και ο ρωσικός αποδίδει στον πόλεμο την αποχώρηση των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ.

Πέραν από το ιρανικό μέτωπο, ο βρετανικός Τύπος εξετάζει την υποχώρηση της δυτικής ήπιας ισχύος στην Κίνα, ο γαλλικός την κατάρρευση της ρωσικής παρουσίας στο Μάλι, ο κουρδικός την έκκληση της Δαμασκού για συγκέντρωση της στρατιωτικής εξουσίας στα κράτη Ιράκ και Λιβάνου, ο κινεζικός την «αρπακτική ηγεμονία» των ΗΠΑ, και ο ουκρανικός τις στρατηγικές συνέπειες ενδεχόμενης παράδοσης του Ντονέτσκ.

LIVE/ To Ιράν δεν έχει πληρώσει ακόμη τίμημα, είπε ο Τραμπ - Εξετάζονται προτάσεις εκατέρωθεν

Ο δυτικός Τύπος

Στο άρθρο «Μέχρι το τέλος της εβδομάδας, ο πόλεμος του Τραμπ θα είναι κατάφωρα παράνομος», που δημοσιεύτηκε στους New York Times στις 27 Απριλίου, ο Erwin Chemerinsky υποστηρίζει ότι η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν παραβιάζει σοβαρά το αμερικανικό Σύνταγμα και τον Νόμο για τις Πολεμικές Εξουσίες του 1973. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, ο πρόεδρος υποχρεούται να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις μετά από 60 ημέρες χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση. Ο πόλεμος ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026 και το ρολόι άρχισε να μετρά επίσημα στις 2 Μαρτίου, όταν ο Τραμπ ειδοποίησε το Κογκρέσο. Χωρίς ψηφοφορία ή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο, η συνέχιση του πολέμου μετά την παρέλευση της 60ήμερης προθεσμίας καθίσταται παράνομη. Ο αρθρογράφος επικρίνει τα ομοσπονδιακά δικαστήρια για την ιστορική τους απροθυμία να επιβάλουν τον εν λόγω νόμο, επικαλούμενα το επιχείρημα της «πολιτικής ερώτησης», και τονίζει ότι αυτή η στάση αχρηστεύει τις συνταγματικές ρυθμίσεις για τη διάκριση των εξουσιών. Παραθέτει ιστορικά νομολογιακά παραδείγματα — από τον Οιονεί Πόλεμο με τη Γαλλία έως τις υποθέσεις του ναυτικού αποκλεισμού επί Λίνκολν (Prize Cases) — για να αποδείξει ότι τα δικαστήρια είχαν ανέκαθεν αρμοδιότητα να κρίνουν ζητήματα πολεμικών εξουσιών. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα δικαστήρια οφείλουν να υποχρεώσουν τον πρόεδρο να συμμορφωθεί με τον νόμο, ακόμη και αν ο Τραμπ επιλέξει να αγνοήσει τη δικαστική εντολή.

Στο άρθρο «Γιατί η έλξη της Δύσης φθίνει στην Κίνα», που δημοσιεύτηκε στο The Times στις 27 Απριλίου, η Cindy Yu εξετάζει την αξιοσημείωτη μείωση του αριθμού των Κινέζων φοιτητών που επιλέγουν να σπουδάσουν στη Δύση, ερμηνεύοντάς την ως ένδειξη εξασθένησης της δυτικής ήπιας ισχύος. Σύμφωνα με στοιχεία του κινεζικού Υπουργείου Παιδείας, το 2024 σπούδασαν στο εξωτερικό 570.600 Κινέζοι φοιτητές, αριθμός μειωμένος κατά 20% σε σχέση με το 2019, με τις αγγλόφωνες χώρες να καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες. Η αρθρογράφος αποδίδει αυτή την τάση σε δύο συνδυαστικούς παράγοντες: αφενός στην απογοήτευση που προκάλεσαν το υψηλό κόστος ζωής, η αντίληψη για αυξημένη εγκληματικότητα και η πολιτική αστάθεια στη Δύση, αφετέρου στην αυξανόμενη αυτοπεποίθηση της Κίνας, της οποίας τα πανεπιστήμια και οι εγχώριοι εργοδότες αξιολογούν πλέον τα δυτικά πτυχία λιγότερο θετικά. Η Yu επισημαίνει ότι επί δεκαετίες η Δύση αποτελούσε πρότυπο εκσυγχρονισμού και κοινωνικής ανέλιξης για την κινεζική μεσαία τάξη, ενώ σήμερα αυτή η αύρα έχει αρχίσει να σβήνει. Καταλήγει με μια προειδοποίηση: η απώλεια αυτής της άυλης αλλά ανεκτίμητης ήπιας ισχύος θα αποβεί εξαιρετικά δαπανηρή για τη Βρετανία και τη Δύση γενικότερα, όταν και εφόσον την αντιληφθούν πλήρως.

Στο άρθρο «Η Ρωσία, ένας αναξιόπιστος σύμμαχος για την αποδεκατισμένη χούντα του Μάλι», που δημοσιεύτηκε στο Le Monde στις 28 Απριλίου, οι Marie Jégo και Morgane Le Cam αναλύουν την κατάρρευση της ρωσο-μαλιανής στρατιωτικής εταιρικής σχέσης εν μέσω σφοδρής τζιχαντιστικής επίθεσης. Στις 26 Απριλίου, οι αντάρτες του Μετώπου Απελευθέρωσης του Αζαουάντ (ΜΑΑ) ανακατέλαβαν το φρούριο του Κιντάλ, από το οποίο οι μισθοφόροι της Wagner είχαν υψώσει τη σημαία τους δυόμισι χρόνια νωρίτερα. Τουλάχιστον 400 παραστρατιωτικοί του Africa Corps εκκενώθηκαν υπό ένοπλη συνοδεία από ΜΑΑ μαχητές, ενώ οι μαλιανοί στρατιώτες παρέμειναν αιχμάλωτοι. Παράλληλα, η τζιχαντιστική οργάνωση Νουσράτ αλ-Ισλάμ (JNIM, θυγατρική της Αλ-Κάιντα) απηύθυνε πρωτοφανή πρόταση στη Ρωσία για «απόσυρση της ρωσικής πλευράς (από το Μαλί)» σε αντάλλαγμα κοινής συνεργασίας, αποκαλύπτοντας τη στρατηγική μεταστροφή του οργανισμού προς νομιμοποίηση. Καθοριστική πληγή για τη χούντα αποτέλεσε η δολοφονία του αρχηγού της ρωσικής επέκτασης στο Μάλι, του Υπουργού Άμυνας, Σαντιό Καμάρα, σε βομβιστική επίθεση στην Κατί. Οι αρθρογράφοι επισημαίνουν ότι η αδυναμία της Ρωσίας να σώσει τον σύμμαχό της θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το ρωσικό επεκτατικό εγχείρημα στο Σαχέλ, που περιλαμβάνει τη Συμμαχία των Κρατών του Σαχέλ (Νίγηρας, Μάλι, Μπουρκίνα Φάσο).

Στο άρθρο «Η Γερμανία έχει κατά κάποιο τρόπο διαβεί τον Ρουβικώνα», που δημοσιεύτηκε στο WELT στις 28 Απριλίου, η Stefanie Bolzen αναλύει τη νέα ισορροπία ισχύος που διαμορφώνεται εντός του ΝΑΤΟ εν μέσω του πολέμου στο Ιράν. Κεντρικός άξονας του άρθρου είναι η ανοιχτή επιδοκιμασία της Ουάσινγκτον προς τη Γερμανία ως πρότυπο συμμάχου, σε αντίθεση με τη Βρετανία και την Ισπανία, τις οποίες η κυβέρνηση Τραμπ απειλεί με συνέπειες. Ο λόγος: το Βερολίνο αύξησε σημαντικά τις αμυντικές του δαπάνες και παρουσίασε την πρώτη στρατιωτική στρατηγική στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, την οποία ο Αμερικανός υφυπουργός Άμυνας Elbridge Colby χαρακτήρισε «σαφή και αξιόπιστη πορεία προς το ΝΑΤΟ 3.0». Αντίθετα, η Ισπανία αρνήθηκε στις ΗΠΑ δικαιώματα χρήσης βάσεων για τον πόλεμο στο Ιράν, ενώ η Βρετανία υστερεί στις αμυντικές δαπάνες. Η Ουάσινγκτον εξετάζει ενδεχόμενη αναθεώρηση της στάσης της για τα Νησιά Φώκλαντ και αναστολή της ισπανικής ιδιότητας μέλους στο ΝΑΤΟ. Ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, παρά τις δημόσιες επικρίσεις του κατά της αμερικανικής στρατηγικής στο Ιράν, δεν έχει αντιμετωπίσει αντίποινα, γεγονός που υπογραμμίζει τη νέα γερμανο-αμερικανική σύγκλιση στο αμυντικό πεδίο.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Στο άρθρο «Η Συρία καλεί το Ιράκ να εμποδίσει την εξάπλωση παραστρατιωτικών ομάδων στα σύνορά της», που δημοσιεύτηκε στο Rudaw στις 29 Απριλίου, αναλύεται η έκκληση του μόνιμου αντιπροσώπου της Συρίας στα Ηνωμένα Έθνη, Ιμπραήμ Ολάμπι, προς τις κυβερνήσεις του Ιράκ και του Λιβάνου να αναπτύξουν επίσημες κρατικές δυνάμεις κατά μήκος των συνόρων τους με τη Συρία, ώστε να αποτραπεί η εξάπλωση παραστρατιωτικών ομάδων. Μιλώντας σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ο Ολάμπι εξέφρασε την υποστήριξη της Δαμασκού στην επέκταση της εκεχειρίας ΗΠΑ-Ιράν στον Λίβανο και τόνισε την ανάγκη ο οπλισμός να περιοριστεί αποκλειστικά στα χέρια των κρατικών δυνάμεων, τόσο στο Ιράκ όσο και στον Λίβανο. Υπενθυμίζεται ότι η Συρία μοιράζεται με το Ιράκ σύνορο περίπου 600 χιλιομέτρων, που διατρέχει απομακρυσμένες έρημες περιοχές, χρησιμοποιούμενες ανέκαθεν από ένοπλες ομάδες και λαθρεμπόρους. Από τον Δεκέμβριο του 2024, οπότε οι ιρακινές Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης (PMF) ανέπτυξαν στρατεύματα στα σύνορα μετά την πτώση του Άσαντ, οι σχέσεις Βαγδάτης-Δαμασκού παραμένουν εύθραυστες, με ορισμένες φιλοϊρανικές ομάδες να απειλούν τις νέες αρχές. Το άρθρο αναδεικνύει την ευρύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν Ιράκ και Λίβανος: τη συγκέντρωση της στρατιωτικής εξουσίας σε περιβάλλον όπου ισχυρές μη κρατικές ομάδες εξακολουθούν να δρουν παράλληλα με τις επίσημες δυνάμεις ασφαλείας.

Στο άρθρο «Το δίλημμα του Τραμπ για το Ιράν: Να διατηρήσει τον αποκλεισμό ή να ρισκάρει νέο πόλεμο», που δημοσιεύτηκε στο Israel Hayom στις 29 Απριλίου, ο Danny Citrinowicz αναλύει το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί μετά την Επιχείρηση «Epic Fury». Το θεμελιώδες πρόβλημα είναι ότι και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι νίκησαν, γεγονός που οδηγεί σε διπλωματικό αδιέξοδο και στη συνέχιση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού του Ιράν. Η Τεχεράνη δεν δείχνει κανένα σημάδι υποχώρησης: αν και ο αποκλεισμός είναι επώδυνος, το Ιράν, εξοικειωμένο με την οικονομική πίεση, έχει βρει τρόπους να τον παρακάμπτει. Στην Ουάσινγκτον αυξάνεται η απογοήτευση, καθώς η αρχική εκτίμηση ότι το Ιράν θα υποκύψει γρήγορα αποδεικνύεται λανθασμένη. Το Ιράν, από την πλευρά του, είναι δυσαρεστημένο με την κατάσταση «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη» και επιδίωξε να σπάσει το αδιέξοδο προτείνοντας να αρθεί ο αποκλεισμός με αντάλλαγμα το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ. Τώρα η μπάλα βρίσκεται στον Λευκό Οίκο: ο Τραμπ καλείται να επιλέξει μεταξύ άρσης του αποκλεισμού, κλιμάκωσης με νέα πλήγματα ή διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης υπό πίεση. Ο αρθρογράφος καταλήγει ότι, εφόσον καμία πλευρά δεν βιάζεται να υποχωρήσει και ο Τραμπ δεν θέλει να φανεί ότι ενδίδει στις ιρανικές απαιτήσεις, η πιθανότητα χρήσης βίας αυξάνεται — παρά τους σημαντικούς εσωτερικούς οικονομικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζει η αμερικανική κυβέρνηση.

Ο Τύπος της Ασίας

Στο άρθρο «Μια μακρά εβδομάδα», που δημοσιεύτηκε στην πακιστανική ενημερωτική ιστοσελίδα Dawn στις 28 Απριλίου, η Arifa Noor σχολιάζει με κριτικό βλέμμα τον ρόλο που ανέλαβε το Πακιστάν ως διαμεσολαβητής στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν, αναδεικνύοντας την αντίφαση μεταξύ της διεθνούς αναγνώρισης της χώρας και της εσωτερικής καταπίεσης των πολιτών της. Ιρανοί αξιωματούχοι επισκέφθηκαν το Ισλαμπάντ επανειλημμένα, ενώ οι Αμερικανοί ανέβαλαν την άφιξή τους, αφήνοντας σε αδιέξοδο τις διαπραγματεύσεις. Παρά ταύτα, ο διεθνής Τύπος και τα εγχώρια μέσα κατακλύστηκαν από αναφορές στο Πακιστάν ως «μεσαία δύναμη» και νέο πόλο γεωπολιτικής επιρροής. Η αρθρογράφος υπενθυμίζει ότι η χώρα έχει βρεθεί σε παρόμοιους γεωστρατηγικούς ρόλους στο παρελθόν — από την εποχή του στρατηγού Ζιά ως εκείνη του Μουσάραφ — χωρίς μόνιμα οφέλη. Ταυτόχρονα, κατά τη διάρκεια των επισκέψεων επιβλήθηκε εξουθενωτικό lockdown στην πρωτεύουσα, δημοσιογράφος συνελήφθη, οι τιμές των καυσίμων αυξήθηκαν και εκατοντάδες κάτοικοι εκδιώχθηκαν από τους οικισμούς τους. Η Noor προειδοποιεί ότι η προσδοκία «γεωστρατηγικών ενοικίων» — ευνοϊκότερων όρων ΔΝΤ ή σαουδαραβικών επενδύσεων — χωρίς δομικές μεταρρυθμίσεις θα αποδειχθεί, όπως πάντα, εφήμερη και επιζήμια.

Στο άρθρο «Ολισθαίνοντας προς την "αρπακτική ηγεμονία": οι ΗΠΑ "οπισθοδρομούν" προς το μέλλον», που δημοσιεύτηκε στο People's Daily στις 27 Απριλίου 2026, αναλύεται η εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον μέσα από την έννοια της «αρπακτικής ηγεμονίας», όπως αυτή διατυπώθηκε από τον καθηγητή διεθνών σχέσεων του Χάρβαρντ Stephen Walt. Το άρθρο περιγράφει τις ΗΠΑ ως χώρα που εκμεταλλεύεται τη δεσπόζουσα θέση της για να αποσπά παραχωρήσεις τόσο από αντιπάλους όσο και από συμμάχους, αντιμετωπίζοντας κάθε διμερή σχέση ως παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Το άρθρο εντοπίζει δύο επίπεδα παλινδρόμησης: αφενός, οι ΗΠΑ μετασχηματίζονται από «υπεύθυνο παράγοντα» που διαμόρφωνε διεθνείς κανόνες σε «διαρρήκτη» τους, αφετέρου η στρατηγική τους νοοτροπία υποχωρεί σε ένα «μόνο η Αμερική» μοντέλο, υποκινούμενο από το άγχος της σχετικής οικονομικής παρακμής — το μερίδιο των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε από περίπου 40% το 1960 σε 25% το 2023. Έρευνα της Gallup για το 2025 έδειξε πτώση της αποδοχής της αμερικανικής ηγεσίας άνω των 10 μονάδων σε 44 χώρες. Το άρθρο καταλήγει ότι η αρπακτική ηγεμονία «φέρει τα σπέρματα της ίδιας της καταστροφής της» και ότι η πολυπολικότητα του σύγχρονου κόσμου δεν μπορεί να ανακοπεί από τη βούληση καμίας μεμονωμένης δύναμης.

Ο Τύπος της Ρωσίας και Ουκρανίας

Στο άρθρο «Ο ΟΠΕΚ υφίσταται απώλειες: τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από το καρτέλ», που δημοσιεύτηκε στο Izvestia (ημερομηνία πρόσβασης 30 Απριλίου), οι Dmitry Migunov, Albert Kalashyan και Alexey Petrov αναλύουν την απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+ από την 1η Μαΐου. Η αποχώρηση αφαιρεί από τον ΟΠΕΚ περίπου το 15% των παραγωγικών του δυνατοτήτων και από τον ΟΠΕΚ+ περίπου το 10%. Παρά τον αιφνιδιαστικό χαρακτήρα της ανακοίνωσης, οι συντάκτες την αποδίδουν σε μια μακροχρόνια ρήξη: η ένταση μεταξύ Αμπού Ντάμπι και Ριάντ εντεινόταν ήδη από το 2021, με τα ΗΑΕ να έχουν επενδύσει πάνω από 150 δισεκατομμύρια δολάρια στην επέκταση της εθνικής τους εταιρείας ADNOC, φτάνοντας σε παραγωγική ικανότητα 4,8 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως — εκ των οποίων σχεδόν ένα εκατομμύριο βαρέλια παρέμεναν «παγωμένα» λόγω των ποσοστώσεων ΟΠΕΚ+. Ο πόλεμος στο Ιράν λειτούργησε ως αφορμή και όχι ως αιτία. Το Αμπού Ντάμπι τόνισε ότι η αποχώρηση έγινε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής σύγκρουσης για να ελαχιστοποιηθεί η αναστάτωση στην αγορά, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του αραβικού πετρελαίου δεν μεταφέρεται ούτως ή άλλως λόγω του κλειστού Στενού του Ορμούζ. Οι συντάκτες εκτιμούν ότι οι πραγματικές συνέπειες θα γίνουν αισθητές μόνο πολλούς μήνες μετά το τέλος του πολέμου, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το μέλλον τόσο του καρτέλ όσο και της ευρύτερης ρύθμισης της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.

Στο άρθρο «Γιατί η μονομερής παράδοση της περιφέρειας Ντονέτσκ ισοδυναμεί με στρατηγική και στρατιωτική αυτοκτονία για την Ουκρανία», που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Kyiv Independent (ημερομηνία πρόσβασης: 30 Απριλίου), ο Mykola Bielieskov, ερευνητής στο Εθνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, αναλύει γιατί η αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από το βορειοδυτικό τμήμα της περιφέρειας Ντονέτσκ — που η Μόσχα παρουσιάζει ως προϋπόθεση εκεχειρίας — θα αποτελούσε καταστροφικό λάθος. Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει ότι ο Τραμπ ενστερνίστηκε σε μεγάλο βαθμό αυτή τη ρωσική διπλωματική παγίδα, παρουσιάζοντας τον Ζελένσκι ως εμπόδιο στην ειρήνη. Στρατιωτικά, το οχυρωμένο σύμπλεγμα Σλοβιάνσκ-Κραματόρσκ αποτελεί τον πυρήνα της ουκρανικής άμυνας: πέντε σώματα στρατού προστατεύουν ένα μέτωπο που εκτείνεται από τα περίχωρα του Λύμαν έως τα περίχωρα του Ποκρόφσκ. Η αποχώρηση θα άφηνε εκτεθειμένες τις περιφέρειες Χαρκόβου και Ντνιπροπετρόφσκ, ενώ το ανοικτό έδαφος θα ευνοούσε τις ρωσικές τακτικές διείσδυσης. Αντίθετα, η διατήρηση των θέσεων αναγκάζει τη Ρωσία σε δαπανηρό πόλεμο φθοράς — περίπου 30.000 νεκροί ή βαριά τραυματίες ανά μήνα. Ο Bielieskov παραλληλίζει με τη Φινλανδία του 1939: η αντίσταση χωρίς παράδοση, ακόμη και με εδαφικές απώλειες, είναι στρατηγικά ανώτερη από την υποτακτική ενδοτικότητα. Καταλήγει ότι η ενεργός άμυνα του Ντονέτσκ, μαζί με βαθιά πλήγματα στη ρωσική βιομηχανία και τον «σκιώδη στόλο», αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ουκρανικής στρατηγικής για διαρκή ειρήνη.