Ανώτατος Ισραηλινός αξιωματούχος δήλωσε ότι η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία πραγματοποίησε πάνω από 6.000 χτυπήματα σε περισσότερους από 3.000 στόχους στην ιρανική επικράτεια από την έναρξη του πολέμου.
Ο αξιωματούχος ανέφερε ότι, από τη δεύτερη ημέρα του πολέμου, το σύνολο των επιθέσεων ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του πολέμου των Δώδεκα Ημερών σε όλη τη διάρκειά του.
Πάνω από το 60% των ιρανικών βαλλιστικών δυνατοτήτων έχει ήδη καταστραφεί, υποστήριξε ο αξιωματούχος μιλώντας στο ΚΥΠΕ, παρουσιάζοντάς το αυτό ως αποτέλεσμα «του συνεχούς κυνηγητού εκτοξευτών, των πληροφοριών και του αμερικανοϊσραηλινού συντονισμού», κατά την έκφρασή του. Υπέδειξε, παράλληλα, ότι το Ιράν δεν έχει ηττηθεί πλήρως και συνεχίζει να αποτελεί σοβαρή απειλή. Τονίζοντας ότι η ισραηλινή αεράμυνα δεν είναι αλάνθαστη, εξ ου και οι απώλειες αμάχων, κατηγόρησε το Ιράν ότι στοχεύει σκόπιμα γειτονιές και αστικές περιοχές.
Σε ερώτησή εάν οι βαθιά υπόγειες εγκαταστάσεις μπορούν να καταστραφούν εξ ολοκλήρου με βομβαρδισμούς ή εάν απαιτούνται άλλου είδους επιχειρήσεις, ο Ισραηλινός αξιωματούχος παραδέχθηκε ότι υπάρχουν στόχοι που είναι τόσο βαθιά ώστε δεν μπορούν να καταστραφούν από αέρος.
Παρ’ όλα αυτά, είπε ότι έχουν αναπτυχθεί νέες τεχνικές για να καταστούν τέτοιες εγκαταστάσεις μη επιχειρησιακές, χωρίς να γίνει πιο συγκεκριμένος, εξηγώντας ότι η λογική είναι πως, αν το προσωπικό αναγκαστεί να βγει ή να μετακινηθεί, τότε γίνεται ευάλωτο σε επόμενα χτυπήματα.
Αναφορικά με το χτύπημα στις δεξαμενές καυσίμων στην Τεχεράνη είπε ότι ήταν ισραηλινό πλήγμα σε στρατιωτικό στόχο που εξυπηρετούσε τους Φρουρούς της Επανάστασης. Υποστήριξε, όμως, ότι τέτοιες ενέργειες εντάσσονται στον κοινό σχεδιασμό και συντονισμό με τις ΗΠΑ, θέση η οποία συγκρούεται με μετέπειτα τοποθετήσεις Αμερικανών αξιωματούχων τις οποίες επικαλούνται μεγάλα αμερικανικά ΜΜΕ τα οποία και αναφέρουν ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν γνώση για αυτή την επιχείρηση.
Ερωτηθείς τι έχει απομείνει στο Ιράν, απάντησε ότι «εξακολουθούν να υπάρχουν πάνω από 100 εκτοξευτές, ίσως και περισσότεροι». Υποστήριξε, όμως, ότι ο αριθμός αυτός μειώνεται συνεχώς και ότι στόχος είναι να μειωθεί σε επίπεδο που να μην αποτελεί υπαρξιακή απειλή.