Η κοινή στρατιωτική επιχείρηση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ κατά του Ιράν, που οδήγησε στη δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, κυριάρχησε στο διεθνή Τύπο την εβδομάδα που πέρασε.
Αμερικανικά ινστιτούτα πολιτικής αναλύουν τους κινδύνους κλιμάκωσης και προειδοποιούν ότι η αποκεφαλισμένη ηγεσία δεν εγγυάται αλλαγή καθεστώτος, καθώς οι δομές της Ισλαμικής Δημοκρατίας παραμένουν βαθιά ριζωμένες.
Ο γερμανικός Τύπος αποκαλύπτει τον στρατιωτικό εγκέφαλο της επιχείρησης «Επική Οργή», ενώ ο ιταλικός σχολιάζει την αμηχανία της Ευρώπης μπροστά στην επιστροφή της ωμής ισχύος στη διεθνή πολιτική.
Στη Μέση Ανατολή, αραβικές φωνές καταδικάζουν τις ιρανικές επιθέσεις κατά κρατών του Κόλπου, ενώ Ισραηλινοί αναλυτές εξετάζουν τον ρόλο του Αλί Λαριτζανί ως πιθανού διαδόχου του Χαμενεΐ και κλειδιού για μια «ονειρεμένη συμφωνία» με τον Τραμπ.
Στην Ασία, η Ινδία ανησυχεί για τις ενεργειακές και εμπορικές επιπτώσεις της κρίσης, ενώ η Κίνα τηρεί στρατηγική αναμονή, αποφεύγοντας να δεσμευτεί υπέρ της Τεχεράνης.
Τέλος, ο ρωσικός Τύπος εστιάζει στην εσωτερική πολιτική κρίση των ΗΠΑ και τα ζητήματα συνταγματικότητας, ενώ η ουκρανική οπτική συνδέει τον πόλεμο στο Ιράν με την ανάγκη αντιμετώπισης του ρωσοϊρανικού άξονα.
Ο Τύπος της Δύσης
Στο άρθρο «Μετά το χτύπημα: Ο κίνδυνος πολέμου στο Ιράν», που δημοσιεύτηκε στο Brookings (ημερομηνία πρόσβασης 6 Μαρτίου) από τους Suzanne Maloney, Mara Karlin, Vanda Felbab-Brown κ.ά., αναλύονται οι επιπτώσεις της κοινής στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, η οποία οδήγησε στον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η αποκεφαλισμένη ηγεσία δεν εγγυάται αλλαγή καθεστώτος, καθώς οι δομές της Ισλαμικής Δημοκρατίας παραμένουν βαθιά ριζωμένες. Το Ιράν αντεπιτέθηκε με πυραύλους και drones σε εννέα χώρες, κλιμακώνοντας την κρίση. Η Τουρκία ανησυχεί για προσφυγικές ροές και αποσταθεροποίηση, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει δίλημμα μεταξύ ανακούφισης και ανησυχίας. Η Ρωσία καταδίκασε τα πλήγματα χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής αντίδρασης, ενώ η Κίνα επιδιώκει τη σταθεροποίηση των ενεργειακών ροών. Η Ινδία ανησυχεί για τους εκατομμύρια πολίτες της στον Κόλπο. Οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν συγκρατημένα, αλλά ο κίνδυνος αποκλεισμού του Στενού του Χορμούζ παραμένει. Τέλος, εγείρονται σοβαρά συνταγματικά ζητήματα, καθώς ο Τραμπ ξεκίνησε πόλεμο χωρίς έγκριση του Κογκρέσου.
Το άρθρο «Εκτίμηση του Αντίκτυπου των Μαζικών Αμερικανοϊσραηλινών Πληγμάτων στο Ιράν», που δημοσιεύθηκε στο Council on Foreign Relations (CFR) στις 5 Μαρτίου από τους Ray Takeyh, Elliott Abrams, Steven A. Cook, Linda Robinson, Max Boot και Elisa Ewers, αναλύει τις συνέπειες της κοινής στρατιωτικής επιχείρησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ κατά του Ιράν. Η επιχείρηση, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, στοχεύει στην ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης, την εξάλειψη του πυρηνικού και πυραυλικού της προγράμματος και την αποδυνάμωση του ναυτικού της. Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε τον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, γεγονός που οδήγησε σε ιρανικά αντίποινα με πυραυλικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ και αμερικανικών βάσεων στον Κόλπο. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η αλλαγή καθεστώτος μέσω αεροπορικών πληγμάτων είναι εξαιρετικά δύσκολη και ενέχει κινδύνους κλιμάκωσης. Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης παραμένει βασικός πυλώνας ισχύος, ενώ ενδεχόμενη χερσαία επέμβαση θα είχε υψηλό κόστος. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο στενός συντονισμός Ουάσιγκτον–Τελ Αβίβ και η ανησυχία των αραβικών κρατών για περιφερειακή αποσταθεροποίηση. Η Χεζμπολάχ εμφανίζεται επιφυλακτική, αποδυναμωμένη από προηγούμενα πλήγματα. Συνολικά, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι φιλόδοξοι στόχοι της επιχείρησης δύσκολα θα επιτευχθούν χωρίς παρατεταμένη και επικίνδυνη σύγκρουση.
Το δημοσίευμα «Ο Άνδρας Πίσω από την Επιχείρηση “Επική Οργή”», που δημοσιεύθηκε στη Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ) στις 3 Μαρτίου από τον Majid Sattar, παρουσιάζει τον ναύαρχο Μπραντ Κούπερ ως τον επιχειρησιακό εγκέφαλο του πολέμου κατά του Ιράν. Παρότι ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ εμφανίζεται ως το δημόσιο πρόσωπο της σύγκρουσης, την πραγματική καθοδήγηση της επιχείρησης «Επική Οργή» έχει ο διοικητής της Κεντρικής Διοίκησης των Ηνωμένων Πολιτειών (Centcom), ναύαρχος Κούπερ. Μετά από άκαρπες διαπραγματεύσεις με το Ιράν στη Γενεύη, ο Κούπερ ενημέρωσε, μαζί με τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων Νταν Κέιν, τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για τις στρατιωτικές επιλογές. Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, αιφνιδιάζοντας την Τεχεράνη και επιτυγχάνοντας «αποκεφαλιστικό» πλήγμα. Υπό την ηγεσία του πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη κινητοποίηση αεροναυτικών δυνάμεων από τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003. Η Centcom, με έδρα την Τάμπα της Φλόριντα και προωθημένη βάση στο Κατάρ, αποτελεί διαχρονικά το πιο επιβαρυμένο περιφερειακό στρατηγείο του Πενταγώνου. Ο Κούπερ, βετεράνος του Πολέμου του Κόλπου και επιχειρήσεων μετά την 11η Σεπτεμβρίου, διαθέτει βαθιά γνώση της περιοχής. Περιγράφεται ως μετριοπαθής και χαμηλών τόνων, σε αντίθεση με τη ρητορική του Χέγκσεθ, ενώ την ουσιαστική στρατιωτική ευθύνη φέρουν ο ίδιος και ο Κέιν.
Το άρθρο «Ένας εξαγριωμένος κόσμος», που δημοσιεύθηκε στην Corriere della Sera στις 5 Μαρτίου από τον Antonio Polito, αναλύει τη νέα σύγκρουση με το Ιράν και την αδυναμία της Ευρώπης μπροστά στην επιστροφή της ωμής ισχύος στη διεθνή πολιτική. Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι η Ευρώπη εμφανίζεται αμήχανη και περιθωριοποιημένη, καθώς το διεθνές σύστημα καθορίζεται πλέον από τη στρατιωτική ισχύ, την τεχνολογική υπεροχή και τη βούληση ισχύος — στοιχεία στα οποία υστερεί. Η «ήπια ισχύς» του ευρωπαϊκού εγχειρήματος δεν επαρκεί σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το «hard power». Ο Polito περιγράφει έναν «νέο τύπο πολέμου», με χειρουργικά πλήγματα και χρήση τεχνητής νοημοσύνης, που καθιστούν τη σύγκρουση πιο συχνή και «αποδεκτή». Αν και δεν εκφράζει λύπη για τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και στελεχών του καθεστώτος, προειδοποιεί για τους κινδύνους αποσταθεροποίησης. Υποστηρίζει ότι ο βασικός στόχος Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ δεν είναι η εξαγωγή δημοκρατίας, αλλά η αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν, διατηρώντας το πυρηνικό μονοπώλιο του Ισραήλ στην περιοχή. Το μέλλον παραμένει αβέβαιο: ενδεχόμενη κατάρρευση του καθεστώτος μπορεί να οδηγήσει είτε σε σταθεροποίηση είτε σε χάος, με επιπτώσεις όπως ενεργειακή κρίση και περιφερειακή ανάφλεξη. Η έκβαση θα κρίνει αν ο πόλεμος είχε ιστορικό νόημα ή αν απλώς πολιτική σκοπιμότητα.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
«Ως πολίτης του Κόλπου, απορρίπτω τις αδικαιολόγητες επιθέσεις του Ιράν στους GCC» ήταν ο τίτλος της παρέμβασης που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα New Arab στις 4 Μαρτίου από τον Mohammed Saleh Al-Mesfer. Ο συγγραφέας καταγγέλλει τις επιθέσεις του Ιράν προς τα κράτη της Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), οι οποίες παραβιάζουν την εθνική κυριαρχία και κλιμακώνουν τις περιφερειακές εντάσεις. Αναφέρει ότι, παρά την επιθετικότητα του Ιράν, ορισμένα κράτη δεν καταδίκασαν τη στρατιωτική επίθεση του Ισραήλ ως αιτία των γεγονότων. Η χρήση διαφορετικών όρων από τις χώρες του GCC για να περιγράψουν την ιρανική δράση αποκαλύπτει πολιτικές διαφορές, με τον συγγραφέα να υποστηρίζει ότι ο όρος «επίθεση» είναι πιο κατάλληλος. Παρά το γεγονός ότι οι χώρες του GCC έχουν την ικανότητα να αναλάβουν στρατηγικές ενέργειες κατά του Ιράν, προτιμούν μια πιο ορθολογική προσέγγιση. Τονίζεται ότι οι επιθέσεις του Ιράν, ακόμη και σε κράτη που προσπαθούν για διαμεσολάβηση, απειλούν τη σταθερότητα της περιοχής. Τέλος, ο συγγραφέας προτείνει τα κράτη του GCC να επαναξιολογήσουν τις σχέσεις τους με το Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ανάλυση με τίτλο «Ο επιλεγμένος διάδοχος του Χαμενεΐ θα μπορούσε να προσφέρει στον Τραμπ μια "ονειρεμένη συμφωνία" για το τέλος του πολέμου με το Ιράν» δημοσιεύτηκε από τον Ζβί Μπαρέλ στην Haaretz (ημερομηνία πρόσβασης 6 Μαρτίου). Ο Αλί Λαριτζανί, που έχει οριστεί από τον Χαμενεΐ να αναλάβει την ηγεσία σε περίπτωση θανάτου του, θα μπορούσε να κάνει μια πρόταση στον Τραμπ που να επιτρέπει την επιβίωση του καθεστώτος στο Ιράν, ανταλλάσσοντας στρατηγικά πλεονεκτήματα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και ο Τραμπ δηλώνει ότι η καμπάνια κατά του Ιράν είναι «προ των πυλών», η αβεβαιότητα για τον χρόνο και τα αποτελέσματα της στρατιωτικής επιχείρησης καθιστά επιτακτική την ανάγκη για εξερεύνηση εναλλακτικών διαδρομών εξόδου. Ο Λαριτζανί, με ισχυρές γνώσεις σχετικά με την Ουάσιγκτον, μπορεί να προσφέρει οικονομικά κίνητρα και να πείσει ότι η αλλαγή καθεστώτος δεν είναι ρεαλιστική. Την ίδια στιγμή, πρέπει να ανακάμψει τη στήριξη των γειτόνων του Ιράν και να διαχειριστεί τις εσωτερικές πολιτικές αντιστάσεις, δημιουργώντας έναν πολύπλοκο ιστό συμφερόντων ανάμεσα σε Ιράν, ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις της περιοχής.
Ο Τύπος της Ασίας
Το άρθρο «Από το αργό πετρέλαιο στο μπασμάτι: Ο πόλεμος με το Ιράν απειλεί την ενεργειακή και εμπορική σταθερότητα της Ινδίας», που δημοσιεύθηκε στην ινδική ιστοσελίδα Down To Earth στις 2 Μαρτίου από την Puja Das, εξετάζει τις επιπτώσεις της σύγκρουσης Ηνωμένων Πολιτειών–Ισραήλ με το Ιράν στην ινδική οικονομία. Η Ινδία εισάγει σχεδόν το 90% του αργού πετρελαίου της, μεγάλο μέρος του οποίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, ένα κρίσιμο ενεργειακό πέρασμα. Ενδεχόμενη διαταραχή θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τις τιμές πετρελαίου, να διευρύνει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, να αποδυναμώσει τη ρουπία και να ενισχύσει τον πληθωρισμό. Πέρα από το αργό, κινδύνους αντιμετωπίζουν και οι εισαγωγές υγραερίου, λόγω αυξημένων ναύλων και ασφαλίστρων. Η κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι εξετάζει εναλλακτικές προμήθειες και τη χρήση στρατηγικών αποθεμάτων, ενώ ανησυχεί και για τα εκατομμύρια Ινδών πολιτών στη Δυτική Ασία. Οι επιπτώσεις επεκτείνονται και στις εξαγωγές, ιδίως στο ρύζι μπασμάτι και το τσάι, καθώς το Ιράν αποτελεί βασική αγορά. Πιθανές κυρώσεις ή προβλήματα πληρωμών θα μπορούσαν να πλήξουν το εμπόριο. Αναλυτές τονίζουν ότι η κρίση αναδεικνύει τη διαρθρωτική εξάρτηση της Ινδίας από τα ορυκτά καύσιμα και την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης.
Το άρθρο «Γιατί η Κίνα τηρεί μετριοπαθή στάση απέναντι στα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν», που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα ThinkChina στις 2 Μαρτίου από τον Yu Zeyuan, αναλύει την επιφυλακτική αντίδραση του Πεκίνου μετά την κοινή επίθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ που οδήγησε στον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Η Κίνα εξέφρασε ανησυχία και κάλεσε σε σεβασμό της ιρανικής κυριαρχίας και σε άμεση αποκλιμάκωση, αποφεύγοντας όμως να καταδικάσει ρητά την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ. Η στάση αυτή αντανακλά στρατηγική «αναμονής», ώστε να μη δεσμευθεί υπέρ της Τεχεράνης σε περίπτωση αλλαγής καθεστώτος. Το άρθρο επισημαίνει ότι, αν και η Κίνα αποτελεί σημαντικό εμπορικό εταίρο του Ιράν και μεγάλο αγοραστή πετρελαίου, το Ιράν αντιστοιχεί σε μικρό ποσοστό του συνολικού κινεζικού εμπορίου. Τα ευρύτερα συμφέροντα της Κίνας στον Κόλπο υπερβαίνουν εκείνα στο Ιράν. Η σύγκρουση αυξάνει τις τιμές ενέργειας και τους κινδύνους κυρώσεων, αλλά ενδέχεται να δημιουργήσει και ευκαιρίες, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσπαστούν από την Ασία. Συνολικά, το Πεκίνο επιδιώκει να προστατεύσει τα οικονομικά του συμφέροντα, διατηρώντας ευελιξία απέναντι σε ενδεχόμενες πολιτικές εξελίξεις στην Τεχεράνη.
Ο Τύπος της Ρωσίας και Ουκρανίας
Το άρθρο με τίτλο «Ο Τραμπ επιτέθηκε στο Ιράν εξαιτίας λάθους άλλου — και αυτό είναι πλήρης καταστροφή», δημοσιεύτηκε στο RIA Novosti στις 4 Μαρτίου και φέρει την υπογραφή του Kirill Strelnikov. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η αμερικανική επίθεση στο Ιράν έχει πυροδοτήσει βαθιά πολιτική κρίση στις ΗΠΑ. Οι Δημοκρατικοί εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να παραβίασε το Σύνταγμα — μόνο το Κογκρέσο έχει εξουσία να κηρύσσει πόλεμο — και ήδη συζητείται διαδικασία παραπομπής (impeachment), με ορισμένους Ρεπουμπλικάνους να τάσσονται υπέρ. Οι επίσημες απώλειες ανέρχονται σε έξι νεκρούς και 18 τραυματίες Αμερικανούς στρατιώτες, αν και ο Τάκερ Κάρλσον και ιρανικές πηγές μιλούν για πολύ υψηλότερους αριθμούς. Ο Στρέλνικοφ αναπτύσσει την άποψη ότι πίσω από την απόφαση Τραμπ κρύβεται τεράστιο οικονομικό κίνητρο: ισραηλινές και κολπικές ευχές για το σχέδιο «Ριβιέρα Γάζας» — ένα γιγαντιαίο επενδυτικό έργο που θα διαχειριστεί το fund του γαμπρού του Τραμπ, Κούσνερ. Παράλληλα, επισημαίνεται η δραματική πτώση της αμερικανικής κοινής γνώμης υπέρ του Ισραήλ, με το 41% να συμπάσχει πλέον με τους Παλαιστίνιους έναντι 36% για το Ισραήλ. Το άρθρο καταλήγει με οξεία ηθική καταδίκη, αναφερόμενο στα αμάχα θύματα στο Ιράν και τη Γάζα.
Το άρθρο «Για να αντιμετωπίσει το Ιράν, οι ΗΠΑ πρέπει να αντιμετωπίσουν και τη Ρωσία», που δημοσιεύτηκε στο Kyiv Independent στις 3 Μαρτίου από τον Oleksandr Merezhko, υποστηρίζει ότι η αμερικανική στρατιωτική δράση κατά του Ιράν δεν μπορεί να θεωρηθεί συνεπής χωρίς παράλληλη αντιμετώπιση της Ρωσίας. Ο συγγραφέας, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής της Ουκρανίας, επισημαίνει ότι το νομικό επιχείρημα του Τραμπ για τη διάλυση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν είναι νομικά αδύναμο, καθώς ο Χάρτης του ΟΗΕ επιτρέπει τη χρήση βίας μόνο βάσει απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας ή δικαιώματος αυτοάμυνας. Ωστόσο, προτείνει ισχυρότερο νομικό θεμέλιο: το Ιράν είναι συνεργός στα διεθνή εγκλήματα της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας — επιθετικότητα και γενοκτονία — παρέχοντας πάνω από 50.000 drones, βαλλιστικούς πυραύλους και τεχνολογική υποστήριξη που χρησιμοποιούνται εναντίον αμάχων. Αυτό συνιστά παραβίαση υποχρεώσεων erga omnes, δηλαδή καθηκόντων έναντι ολόκληρης της διεθνούς κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. Ο Merezhko καταλήγει ότι η αξιοπιστία της αμερικανικής δράσης εξαρτάται από μια συνεκτική στρατηγική που αντιμετωπίζει και τους δύο πυλώνες του αυταρχικού άξονα. Εάν η διοίκηση Τραμπ χαλαρώσει την πίεση στη Μόσχα, θα υπονομεύσει τη νομιμότητα και την αξιοπιστία της αμερικανικής ισχύος.