Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
δδδ

Κεντρικό θέμα στον διεθνή Τύπο την προηγούμενη εβδομάδα υπήρξε η αναδιαμόρφωση της αμερικανικής στρατηγικής υπό τον Ντόναλντ Τραμπ και οι συνέπειές της από τη Βενεζουέλα μέχρι την Ουκρανία.

Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, σηματοδοτεί απομάκρυνση των ΗΠΑ από τη δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, μετατόπιση της προσοχής στην Κίνα και στο Δυτικό Ημισφαίριο και στροφή σε οικονομική πίεση αντί στρατιωτικών επεμβάσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο διεθνής Τύπος συζητά το αμερικανικό σχέδιο αλλαγής καθεστώτος στη Βενεζουέλα, χωρίς χερσαία εισβολή αλλά με στοχευμένα πλήγματα και ψυχολογικό πόλεμο. Την ίδια ώρα ο ρωσικός Τύπος «διαβάζει» την κρίση της ΕΕ ως ευκαιρία αποδυνάμωσης της Ένωσης, ενώ ο ουκρανικός Τύπος υπερασπίζεται τη δημοκρατική νομιμοποίηση του Κιέβου απέναντι στη ρητορική Τραμπ. Ο δε, γαλλικός και ιταλικός Τύπος εστιάζουν στο δίλημμα Ζελένσκι για το Ντονμπάς και στην τακτική του Πούτιν να κερδίζει χρόνο μέσα από τη διατήρηση τηε ειρηνευτικής διαδικασίας.

Τραμπ: «Θα ανταποδώσουμε» - Ανακοίνωσε αντίποινα κατά του Ισλαμικού Κράτους

Την προηγούμενη εβδομάδα στη Μέση Ανατολή, οι αναλυτές κατάγγειλαν φιλοϊσραηλινά think tanks στην Ουάσιγκτον ότι προετοιμάζουν νέο πόλεμο κατά του Ιράν, ενώ ο ισραηλινός Τύπος ασκεί κριτική στη διαχείριση του βόρειου μετώπου. Τέλος, ο ιαπωνικός και κινεζικός Τύπος προέβαλαν αντικρουόμενες αφηγήσεις σχετικά με το επικίνδυνο επεισόδιο ραντάρ μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας, αναδεικνύοντας την κλιμάκωση της έντασης στην Ασία.

Ο δυτικός Τύπος

Σε ανάλυση σχετικά με το ενδεχόμενο αλλαγής καθεστώτος στη Βενεζουέλα, η οποία δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Περί αλλαγής καθεστώτος στη Βενεζουέλα» στην ιστοσελίδα του Council on Foreign Relations (ημερομηνία πρόσβασης 11 Δεκεμβρίου), ο πρώην υψηλόβαθμος σύμβουλος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Βενεζουέλα, Elliott Abrams, επισημαίνει ότι η οικονομική και διπλωματική πίεση κατά της κυβέρνησης Μαδούρο κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ δεν ήταν αρκετή για να πετύχει την ανατροπή του. Ο Abrams υποστηρίζει ότι η αλλαγή καθεστώτος είναι ο μοναδικός δρόμος προς τα εμπρός, επισημαίνοντας ότι η Βενεζουέλα, σε αντίθεση με χώρες της Μέσης Ανατολής, έχει μακρά ιστορία δημοκρατίας αλλά και την υποστήριξη των γειτονικών της δημοκρατιών οι οποίες θα βοηθήσουν στην αποκατάστασή της. Προτείνει αεροπορικές επιδρομές για την καταστροφή της αεροπορίας και των υποδομών διακίνησης ναρκωτικών, συνδυασμένες με ψυχολογικό πόλεμο και προσφορά αμνηστίας σε στρατιωτικούς, ώστε να ασκηθεί πίεση που θα επιφέρει την πτώση του Μαδούρο χωρίς να χρειαστεί μια αμερικανική χερσαία εισβολή. Ο πρώην σύμβουλος τους Αμερικανού προέδρου θεωρεί ότι υπάρχει 75% πιθανότητα επιτυχίας σε περίπτωση σοβαρών επιθέσεων, ενώ προειδοποιεί ότι η αδράνεια θα διαιωνίσει τη μαζική μετανάστευση και την αστάθεια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Abrams ο Τραμπ θα προχωρήσει στην υλοποίηση της εν λόγω στρατηγικής  καθώς δεσμεύεται τόσο από την πρόσφατη ρητορική όσο και από την στρατιωτική κινητοποίηση.

Στο άρθρο με τίτλο «Το νέο δόγμα του Τραμπ το επιβεβαιώνει: Έτοιμη ή όχι, η Ευρώπη είναι μόνη της» που δημοσιεύτηκε στην Guardian (ημερομηνία πρόσβασης 12 Δεκεμβρίου), αναφέρεται ότι η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας της κυβέρνησης Τραμπ κατηγορεί την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση για τα προβλήματα της ηπείρου και σηματοδοτεί την επιθυμία της Ουάσιγκτον να δει την Ευρώπη να αναλαμβάνει την πρωταρχική ευθύνη για την άμυνά της. Σύμφωνα με τους αρθρογράφους Georg Riekeles και Varg Folkman, στρατηγικοί σύμβουλοι του Αμερικανού προέδρου, όπως ο Elbridge Colby, υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διεξάγουν πολέμους ταυτόχρονα στην Ευρώπη και την Ασία. Επομένως, η Αμερική θα πρέπει να επικεντρωθεί στην Κίνα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ στρέφονται στο Δυτικό Ημισφαίριο, με τη μεγαλύτερη ναυτική ανάπτυξη δυνάμεων στην Καραϊβική εδώ και 30 χρόνια. Όμως, καθώς υποχωρούν στρατιωτικά, οι ΗΠΑ θα ασκούν μεγαλύτερη πίεση μέσω της λήψης οικονομικών και εμπορικών μέτρων. Έτσι η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια επικίνδυνη ασυμμετρία όπου θα απολαμβάνει λιγότερη προστασία και θα δέχεται μεγαλύτερη πίεση. Όπως αναφέρουν οι συγγραφείς του άρθρου, η Ευρώπη θα πρέπει να αντισταθεί στον εξαναγκασμό αποκηρύσσοντας την άνιση εμπορική συμφωνία που προώθησε η φον ντερ Λάιεν και να κάνουν ξεκάθαρο το ότι  οι ΗΠΑ θα χάσουν και την επιρροή τους στην περιοχή αν υποβαθμίσουν την ασφάλεια της Ευρώπης.

Η επιλογή «υποχώρηση ή αντοχή» στο Ντονμπάς αποτελεί το επίκεντρο του διλήμματος του Ζελένσκι, σύμφωνα με άρθρο της Catherine Guichard στη Le Monde με τίτλο «“Παραχωρώ ή αντιστέκομαι;” Το Ντονμπάς και η Ρωσία είναι η καρδιά του διλήμματος του Ζελένσκι» (ημερομηνία πρόσβασης 11 Δεκεμβρίου). Η ανάλυση εξετάζει το βασικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει ο Ουκρανός πρόεδρος, δηλαδή το αν και σε ποιο βαθμό θα πρέπει να δεχτεί εδαφικές παραχωρήσεις προς τη Μόσχα προκειμένου να τερματιστεί ο πόλεμος. Αυτή η επιλογή, αν και οδυνηρή, αναδεικνύεται ως κεντρικό ζήτημα για τυχόν μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Το κείμενο υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε απόφαση για υποχώρηση στο Ντονμπάς θα αντιμετωπίσει εσωτερική αντίσταση, τόσο από την κοινωνία όσο και από στρατιωτικούς κύκλους, καθώς θα θεωρηθεί προδοσία των θυσιών που έγιναν μέχρι σήμερα. Παράλληλα, επισημαίνεται πως μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να υπονομεύσει την πολιτική και στρατιωτική στήριξη από τους συμμάχους, δημιουργώντας ένα αδιέξοδο. Το δίλημμα του Ζελένσκι παραμένει τριγωνικό: μεταξύ της στρατηγικής πραγματικότητας στο μέτωπο, της εθνικής ηθικής και της ανάγκης διατήρησης της παγκόσμιας συμμαχικής ενότητας. Όπως αναφέρει το άρθρο, η απόφασή του θα επηρεάσει καθοριστικά το μέλλον της χώρας.

Το άρθρο με τίτλο «Όσο περισσότερο διαρκεί η ειρηνευτική διαδικασία, τόσο περισσότερο μπορεί να προελαύνει ο στρατός: έτσι ο Πούτιν εκμεταλλεύεται τη συγκυρία», που δημοσιεύθηκε στην Corriere della Sera (ημερομηνία πρόσβασης 11 Δεκεμβρίου) από τον Marco Imarisio, εξετάζει πώς η Ρωσία αξιοποιεί την τρέχουσα γεωπολιτική ρευστότητα. Σύμφωνα με το άρθρο, οι επαναλαμβανόμενες «κατακτήσεις» στο Ντονμπάς επιτρέπουν στον Πούτιν να καλλιεργεί την εικόνα μιας αναπόφευκτης νίκης, ιδίως στα μάτια του Ντόναλντ Τραμπ. Την ίδια στιγμή, η πολύωρη συνάντηση με τους Steve Witkoff και Jared Kushner δεν παρήγαγε ούτε τελεσίγραφα ούτε συμφωνία ειρήνης, ακριβώς όπως επιθυμούσε το Κρεμλίνο. Επίσης, το ταξίδι στην Ινδία και οι παράλληλες επαφές με την Κίνα προβάλλονται ως απόδειξη ότι η Ρωσία δεν είναι απομονωμένη. Παράλληλα, οι αλλαγές του Τραμπ στη στρατηγική εθνικής ασφάλειας και η σκλήρυνση της στάσης τους απέναντι στην Ευρώπη, χαρακτηρίζονται ως «συνεπείς» με τη ρωσική οπτική. Έτσι, σκληραίνει και η ρητορική του Πούτιν ο οποίος απαιτεί τον πλήρη έλεγχο των τεσσάρων ουκρανικών περιοχών και δηλώνει έτοιμος να αντιμετωπίσει άμεσα την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Το εν λόγω μήνυμα έχει αποδέκτες τόσο στο εσωτερικό όσο και στις Βρυξέλλες, ιδίως όσον αφορά τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γιούρι Ουσάκοφ ζητά «ριζικές» αλλαγές στο αμερικανικό σχέδιο ειρήνης, κάτι που δείχνει ότι η Μόσχα δεν αισθάνεται πίεση για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και θεωρεί πως ο χρόνος ευνοεί την προέλασή της.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής  

Το άρθρο του Robert Inlakesh με τίτλο «Τα φιλοϊσραηλινά think tanks της Ουάσιγκτον κατασκευάζουν προσχήματα για έναν νέο πόλεμο με το Ιράν», που ήταν δημοσιευμένο στο Al Mayadeen English στις 11 Νοεμβρίου 2025, αναλύει πώς αμερικανικά κέντρα στρατηγικής προετοιμάζουν ιδεολογικά και πολιτικά μια νέα επίθεση κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Μετά τον τερματισμό του ιρανοϊσραηλινού πολέμου τον Ιούνιο, δεξαμενές σκέψης όπως το Foundation for Defense of Democracies (FDD) και το Washington Institute for Near East Policy (WINEP) υποστηρίζουν ότι η καταστροφή των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν δεν ήταν πλήρης και ότι θα απαιτηθεί δεύτερος γύρος σύγκρουσης. Αντί για εισβολή τύπου Ιράκ, εισηγούνται μια στρατηγική αποδυνάμωσης και απομόνωσης της Τεχεράνης που θα περιλαμβάνει τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, την στοχοποίηση των Hashd al-Shaabi στο Ιράκ και την βαθιά ανάμιξη στις επερχόμενες ιρακινές εκλογές. Ο Gerecht παραδέχεται ότι το ιρανικό καθεστώς είναι ανθεκτικό, απορρίπτοντας ως αναξιόπιστη την εξόριστη αντιπολίτευση και τον «Baby Shah» Ρεζά Παχλαβί. Παράλληλα, ανάλυση του WINEP υποστηρίζει ότι η αυξημένη αυτοπεποίθηση του Ιράν βασίζεται στο βαλλιστικό του οπλοστάσιο και υπονοεί την ανάγκη νέας τιμωρητικής επέμβασης, παρότι αναγνωρίζει τα σοβαρά πλήγματα κατά του Ισραήλ. Τελειώνοντας, το άρθρο αναφέρει ότι τα αμερικανικά think tanks κατασκευάζουν επιχειρήματα υπέρ άμεσης εμπλοκής των ΗΠΑ σε έναν μελλοντικό πόλεμο, με επιπτώσεις στην περιοχή και πέρα από αυτήν.

Το άρθρο «Το Ισραήλ χειρίστηκε εντελώς λάθος το βόρειο μέτωπό του», που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Israel Hayom (ημερομηνία πρόσβασης 12 Δεκεμβρίου) από τον καθηγητή Eyal Zisser, υποστηρίζει ότι το Ισραήλ σπατάλησε μια στρατηγική ευκαιρία μετά τον πόλεμο στον Λίβανο και την ανατροπή του Άσαντ στη Συρία. Παρότι η Χεζμπολάχ υπέστη βαρύ πλήγμα, η αποδοχή κατάπαυσης του πυρός της επέτρεψε να διατηρήσει και να ανασυγκροτήσει τη δύναμή της. Ταυτόχρονα, η ταχεία επικράτηση των ανταρτών του Ahmad al-Sharaa στη Συρία αποδυνάμωσε δραματικά το Ιράν και άνοιξε παράθυρο για τη σύναψη συμφωνιών που θα διασφάλιζαν ηρεμία στα Υψίπεδα του Γκολάν. Αντί να εκμεταλλευτεί αυτή τη συγκυρία, το Ισραήλ άφησε τη Χεζμπολάχ να ανακάμψει, καθώς οι επιδρομές στον Λίβανο δεν στόχευσαν στην στρατηγική εξουδετέρωσή της. Στη Συρία, το Ισραήλ υιοθέτησε αλαζονική στάση προς το νέο καθεστώς, κατέλαβε τη μεθόριο και απέκλεισε τον συριακό στρατό, δημιουργώντας κενό εξουσίας το οποίο γέμισαν ένοπλες ομάδες, όπως φάνηκε στο επεισόδιο στο Μπέιτ Τζαν. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, πάνω απ’ όλα πλανάται η σκιά του Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος ουσιαστικά καθορίζει την ισραηλινή πολιτική καθώς δίνει το πράσινο φως για δράση στον Λίβανο, ενώ στη Συρία επιβάλλει αποκλιμάκωση και συνεννόηση με τη Δαμασκό, γεγονός που είναι προτιμότερο από την περαιτέρω βύθιση στο συριακό τέλμα.

Ο Τύπος της Ασίας  

«Η Ιαπωνία αντικρούει τους κινεζικούς ισχυρισμούς για κλείδωμα ραντάρ εν μέσω εντάσεων», ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος της Asahi Shimbun στις 8 Δεκεμβρίου. Το δημοσίευμα εξετάζει το σοβαρό επεισόδιο χρήσης ραντάρ μεταξύ μαχητικών Ιαπωνίας–Κίνας και τον ευρύτερο αντίκτυπό του. Ένα κινεζικό J-15 κλείδωσε επανειλημμένα, σε λειτουργία ελέγχου πυρός, με το ραντάρ του ένα ιαπωνικό F-15 που απογειώθηκε εσπευσμένα πάνω από τα διεθνή ύδατα νοτιοανατολικά της Οκινάουα, πράξη που το Τόκιο χαρακτηρίζει επικίνδυνη και σκόπιμη. Η Ιαπωνία απορρίπτει τους κινεζικούς ισχυρισμούς ότι τα αεροσκάφη των Δυνάμεων Αυτοάμυνας παρεμπόδισαν την ασφαλή πτήση, τονίζοντας ότι διατήρησαν ασφαλή απόσταση και επιτέλεσαν καθήκοντα αεράμυνας. Το πρώτο επεισόδιο τέτοιας φύσης μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας, το οποίο βλέπει το φως της δημοσιότητας, εντάσσεται στο κλίμα αυξανόμενης έντασης μετά τις δηλώσεις της πρωθυπουργού Sanae Takaichi για το ενδεχόμενο σύγκρουσης στην Ταϊβάν και τις προηγούμενες κινεζικές παραβιάσεις του ιαπωνικού εναέριου χώρου. Παρά την ύπαρξη απευθείας στρατιωτικής «κόκκινης γραμμής» από το 2023, αυτή δεν ενεργοποιήθηκε, εντείνοντας τους φόβους για τυχαία κλιμάκωση. Το Τόκιο επιδιώκει να διαμορφώσει το διεθνές αφήγημα, καθώς δημοσιοποίησε γρήγορα το συμβάν ώστε να αυξήσει το διπλωματικό κόστος για το Πεκίνο, ενώ ταυτόχρονα διακήρυξε ότι θα αντιδρά «νηφάλια αλλά αποφασιστικά» και ότι θα ενισχύσει την επιτήρηση γύρω από την Ιαπωνία.

Το κύριο άρθρο «Η Ιαπωνία “εγκλωβισμένη” στην ιστορική της αμνησία», που δημοσιεύθηκε στην China Daily στις 9 Δεκεμβρίου, υποστηρίζει ότι το Τόκιο κατασκευάζει ψευδείς κατηγορίες εναντίον της Κίνας για να ενισχύσει το αφήγημα της «κινεζικής απειλής». Η Ιαπωνία κατηγόρησε την κινεζική αεροπορία ότι με ραντάρ ελέγχου πυρός κλείδωσε ιαπωνικά μαχητικά κοντά στην Οκινάουα, όμως το Πεκίνο απαντά ότι τα ιαπωνικά αεροσκάφη ήταν αυτά που «κακόβουλα παρακολούθησαν και παρενόχλησαν» την ομάδα κρούσης του αεροπλανοφόρου Liaoning, η οποία επιχειρούσε νόμιμα σε προαναγγελθείσες ζώνες άσκησης. Η Κίνα κατηγορεί την Ιαπωνία ότι παραποιεί σκόπιμα πληροφορίες στον τομέα της ασφάλειας για να κλιμακώσει την ένταση και να αποσπάσει την προσοχή από τη δική της προβληματική στάση, ιδίως μετά τις «λανθασμένες και επικίνδυνες» δηλώσεις της πρωθυπουργού Sanae Takaichi περί ιαπωνικής στρατιωτικής εμπλοκής στα στενά της Ταϊβάν. Το άρθρο συνδέει τη ρητορική της απειλής με την επιτάχυνση του επανεξοπλισμού της Ιαπωνίας που περιλαμβάνει την ανάπτυξη πυραύλων κοντά στην Ταϊβάν, τις σχεδιαζόμενες εξαγωγές πυραυλικών συστημάτων στις Φιλιππίνες και την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Η διεθνής κοινότητα, τονίζει το κείμενο, πρέπει να παραμείνει σε εγρήγορση και να μην επιτρέψει στην Ιαπωνία να παραβιάσει τους μεταπολεμικούς περιορισμούς που της είχαν επιβληθεί.

Ο ρωσικός και ουκρανικός Τύπος  

Το άρθρο «Απατηλές προσδοκίες» του Gevorg Mirzayan, που ήταν δημοσιευμένο στην Izvestia στις 9 Δεκεμβρίου, εξετάζει την κρίση των ευρωπαϊκών θεσμών και το αβέβαιο μέλλον της ΕΕ. Αφετηρία για το άρθρο αποτελεί το κάλεσμα του Elon Musk «να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση και να επιστραφεί η εξουσία στον λαό», κάτι αδιανόητο πριν από 20–25 χρόνια, όταν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θεωρούνταν υπόδειγμα ειρήνης, ευημερίας και υπέρβασης του εθνικισμού. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ανέλεγκτη διεύρυνση προς Ανατολάς εισήγαγε χώρες «μη ώριμες» για ενοποίηση, οξύνοντας εσωτερικές συγκρούσεις και προκαλώντας μια κρίση ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η ενισχυμένη «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» φέρεται να επέβαλε σε όλα τα κράτη πολιτικές που τροφοδοτούν αντιδράσεις, όπως η διάσωση της Ελλάδας και η αποδοχή της μαζικής μετανάστευσης. Όπως αναφέρει ο Mirzayan, με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν η γραφειοκρατική κακοδιαχείριση μετατράπηκε σε «ουσιαστικό σφετερισμό»: συγκέντρωση εξουσιών στις Βρυξέλλες, προώθηση σύγκρουσης με τη Ρωσία, μεταφορά τεράστιων πόρων στην Ουκρανία και επιβολή «ιμπεριαλιστικής ατζέντας» σε ζητήματα ταυτότητας, αξιών και μεταναστευτικής πολιτικής, με παράδειγμα το οικονομικό «τιμωρητήριο» της Ουγγαρίας. Ως εκ τούτων,  υποστηρίζει ο αρθρογράφος, η ΕΕ είναι αναποτελεσματική, οικονομικά αποδυναμωμένη, αποκομμένη από τη Ρωσία και περιθωριοποιημένη διεθνώς. Η κριτική του Βίκτορ Όρμπαν και η νέα αμερικανική στρατηγική ασφάλειας που περιγράφει την ΕΕ ως απειλή για τις ελευθερίες και την εθνική κυριαρχία αποτελούν αποδείξεις αυτής της νέας κατάστασης σύμφωνα με τον  Mirzayan ο οποίος προειδοποιεί ότι η Ευρώπη ίσως διαλυθεί ή αλλάξει ριζικά μέσα στα επόμενα 20 χρόνια.

Στο άρθρο γνώμης «Γιατί οι χλευασμοί του Τραμπ κατά του Ζελένσκι είναι κούφιοι» στην εφημερίδα Kyiv Post (10 Δεκεμβρίου), του Bohdan Nahaylo, ο συγγραφέας αντικρούει τις κατηγορίες του Ντόναλντ Τραμπ ότι η Ουκρανία «δεν είναι πια δημοκρατία» επειδή δεν διεξάγει εκλογές εν καιρώ πολέμου και εξηγεί ότι το ουκρανικό σύνταγμα απαγορεύει ρητά τις εκλογές όταν η χώρα βρίσκεται υπό στρατιωτικό νόμο. Αντίθετα, ο Τραμπ παρουσίασε πραγματικές αντιδημοκρατικές τάσεις καθώς επιχείρησε να ανατρέψει νόμιμα εκλογικά αποτελέσματα, πίεσε αξιωματούχους να «βρουν» ψήφους και υποκίνησε το πλήθος της 6ης Ιανουαρίου να εισβάλει στο Καπιτώλιο. Επιπλέον, δείχνει περιφρόνηση για τον διαχωρισμό των εξουσιών, το κράτος δικαίου και την ανεξαρτησία των ΜΜΕ, ενώ η ρητορική του ευθυγραμμίζεται με αυταρχικούς ηγέτες. Ο Nahaylo υποστηρίζει ότι οι πιέσεις του Τραμπ για εκλογές στην Ουκρανία εξυπηρετούν τη Μόσχα, δημιουργώντας διχασμό και αδυναμία. Επίσης, υπενθυμίζει τη διαχρονική απροθυμία του Τραμπ  να επικρίνει τον Πούτιν, την αποδοχή των ρωσικών διαψεύσεων για εκλογική ανάμειξη και τις απειλές διακοπής στήριξης προς το Κίεβο. Το άρθρο θέτει ερωτήματα για τα κίνητρα αυτής της στάσης, υπονοώντας πιθανές οικονομικές ή άλλες εξαρτήσεις, και τονίζει ότι η ευθυγράμμισή του Αμερικανού προέδρου με αντιδημοκρατικούς ηγέτες απειλεί τη διεθνή τάξη, τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τη δημοκρατία παγκοσμίως.

Πηγή: KYΠΕ