Μεγάλωσε μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια το ένα από τα εγγόνια της, τον Βασίλη. Η εγγονή της, η Χρύσω, ο μοναχογιός της, ο Οδυσσέας, και η νύφη της, η Ξένια, χάθηκαν μαζί με άλλους 118 ανθρώπους στο τραγικό αεροπορικό δυστύχημα της Ηλιος. Από τα χρήματα που δόθηκαν ως αποζημίωση στον εγγονό της, το 2013 έγινε «κούρεμα». Ό,τι και να πούμε, δεν υπάρχει απάντηση να δώσεις σε μία μάνα και γιαγιά που λέει: “Δεν μπορώ να το χωνέψω. Κλείνω τα μάτια και βλέπω όλα εκείνα τα φέρετρα”».
Στο ρεπορτάζ της Μαίρης Αυξεντίου, που θα προβληθεί απόψε στα Νέα του ΑΝΤ1, η κ. Χρυσούλα θυμάται και στα μάτια της ο πόνος είναι ακόμα νωπός.
«Σήμερα κλείνουν 20 χρόνια… Σκοτώθηκαν τα μωρά μου. Σαν ψέμα μας φαίνεται, αλλά είναι και σαν ένα λαμπρό που άναψε και δεν σβήνει. Είναι η χειρότερη μέρα σήμερα. Μακάρι να ήταν ψέμα».
Διαβάστε ακόμα >> Το συγκλονιστικό μοιρολόι της Χριστίνας Ισαάκ, που έχασε παιδιά και εγγόνια στην αεροπορική τραγωδία της Helios
Η κ. Χρυσούλα ήταν στην Κεφαλονιά εκείνη τη μέρα: «Μπήκαμε στην εκκλησία της Παναγιάς της Φιδούσας να προσκυνήσουμε. Εκείνη τη μέρα βγήκαν τρία φίδια. Το ένα το κρατούσε ο κύριος, το άλλο ήταν πάνω στην Αγία Τράπεζα και το τρίτο πάνω στην εικόνα. Προσκυνήσαμε και ρωτήσαμε γιατί δεν βγήκαν πολλά φίδια. Μας είπαν ότι όταν συμβεί κάτι κακό, δεν εμφανίζονται».
Μετά την επίσκεψη, μπήκαν στο λεωφορείο. Η κ. Χρυσούλα μονολόγησε: «Πολύ περίεργο που ο γιος μου δεν μου απαντά στο τηλέφωνο». Ο κουνιάδος της την πείραξε: «Ο Οδυσσέας είναι τώρα με την παρέα του, θα σε θυμηθεί εσένα». Και εκείνη του απάντησε: «Ο γιος μου μόνο νεκρός δεν θα μου απαντούσε το τηλέφωνο».
«Και έτσι και έγινε», λέει η ίδια.
Στην αρχή, οι πληροφορίες έλεγαν για αεροπλάνο που δεν ήταν κυπριακό. Η ίδια συνέχιζε να καλεί τον γιο της. Κάποια στιγμή, την πήρε ο αδελφός της και της είπε: «Καλύτερα ελάτε στην Κύπρο». Τότε βεβαιώθηκε για το κακό που κανείς δεν της μαρτυρούσε.
«Βλέπαμε τα πλάνα από την τηλεόραση και έπρεπε να πάω στο Γουδί για την αναγνώριση. Δεν θα το ξεχάσω όσο ζω… Ήταν πεταμένοι, νεκροί. Άλλοι καμένοι, άλλοι πρησμένοι, τα μαλλιά τους σαν κούκλα πεταμένη στο χώμα, τα πρόσωπα παραμορφωμένα. Υπήρχαν 15-18 άτομα κατακομμένα, που δεν αναγνώριζες κανέναν. Όλα τα έκανα μηχανικά. Κάναμε το DNA και ξεκίνησε η διαδικασία».
Επιστρέφοντας στο Παραλίμνι, περίμεναν 17 ημέρες για να τους φέρουν τους νεκρούς πίσω. «Είπα να φέρω τα ρούχα τους να τους τα φορέσουμε. “Ναι” μου είπαν αρχικά. Τα φέρετρα όμως ήταν σφραγισμένα. Πηγαίναμε πρωί, μεσημέρι και βράδυ στο κοιμητήριο. Νομίζαμε ότι κάναμε κάτι. Τη ζωή μας χάναμε και ακόμα τη χάνουμε», λέει η κ. Χρυσούλα, ευχόμενη «να μην συμβεί σε κανέναν άνθρωπο αυτό που μας συνέβη εμάς».
Μετά ξεκίνησαν τα δικαστήρια. «Τρία χρόνια δεν έχασα δίκη. Δεν μιλούσα, δεν έπινα νερό, δεν έχανα κουβέντα. Οι άλλοι κάθονταν εκεί με τα λάπτοπ και τα νερά τους, κύριοι. Δεν βγήκε τίποτα. Τελικά τα κανόνισαν και τα έκλεισαν όλα χωρίς να ξέρουμε. Άμα έχεις λεφτά και πληρώνεις, γλιτώνεις και τη ζωή σου και των παιδιών σου και όλα. Εμάς, τους φτωχούς… Τα μωρά δούλευαν έναν χρόνο για να πάνε ένα ταξίδι, θα πήγαιναν στην Παναγία τη Μαλεβή να προσκυνήσουν και δεν πήγαν πουθενά».
«Τι να πω άλλο;» αναρωτιέται. «Πόσο καιρό να σκέφτομαι γιατί έγινε αυτό; Η εγγονή μου η Χρύσω ήταν το πρώτο ταξίδι που πήγε με τη μάνα της. Άλλες φορές πήγαινε μαζί μου. Αν ήξερα, δεν θα τους άφηνα να πάνε. Δυστυχώς κάποιοι ανεγκέφαλοι, φιλάργυροι, τους πήραν στην κρεμάλα. Τα μωρά τα δικά μου και όλου του κόσμου. Δεν μπορώ να το πιστέψω».
«Όσο προχωρά ο χρόνος είναι χειρότερα. Κάθεσαι στο τραπέζι και σκέφτεσαι… Όπου κάθομαι, όπου είμαι, έχω τις φωτογραφίες τους και νομίζω ότι είναι μαζί μου και τρώμε και μιλάμε».
Αποζημιώσεις δόθηκαν στα παιδιά που έχασαν τους γονείς τους, αλλά το 2013 κουρεύτηκαν. «Ήταν ο Χάρης Γεωργιάδης υπουργός τότε και του είπα: “Καλά, κύριε Υπουργέ, δεν ήξεραν ότι αυτά τα λεφτά τα πήραν από τα κόκαλα των γονιών τους;” Και μου είπε: “Κυρία Χρυσούλα, η Τρόικα δεν έβλεπε ονόματα, έβλεπε αριθμούς”».
Ο Βασίλης ήταν μικρός τότε. Δεν μπορούσε να πει τίποτε. Ακόμα και σήμερα δεν μιλά για το συμβάν. «Τα βλέπει όλα, ξέρει τι έγινε. Δεν μου λέει γιατί δεν θέλει να με πληγώνει. Ούτε εγώ θέλω να τον πληγώνω. Μας έδωσε ο Πλάστης πολλή δύναμη να μεγαλώσουμε το εγγόνι μας. Θέλω να είμαι καλά, να τελειώσει ο Βασίλης τις σπουδές του, να τον παντρέψω και ύστερα ας φύγω… να πω ότι τον αποκατέστησα. Και οι συμπεθέροι μας βοηθούν και όλοι προσπαθούμε για το μωρό να μη στερηθεί τίποτα. Αλλά και βασίλειο να του δώσεις, είναι στερημένο από γονείς».
«Σκέφτομαι τους ιθύνοντες… αν μπορούν να κοιμούνται και να τρώνε. Ούτε την εταιρεία έκλεισαν. Άμα συμβεί κάτι σε μια εταιρεία, δεν την κλείνεις για να βρεις τους ένοχους; Τίποτα. Ποιος έφταιγε; Τα δικά μας τα παιδιά ξεκίνησαν για ένα ταξίδι και μας τα έφεραν πίσω μέσα στην κάσα».
«Δεν μπορώ να το χωνέψω. Κλείνω τα μάτια και βλέπω όλα εκείνα τα φέρετρα».