Αντισυνταγματικό έκρινε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στο σύνολό του, τον νόμο που ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων το 2024, με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας και της δημόσιας λογοδοσίας όσον αφορά τον Ανεξάρτητο Φορέα Κοινωνικής Στήριξης, ο οποίος προεδρεύεται από την εκάστοτε Πρώτη Κυρία και τώρα από τη Φιλίππα Καρσερά Χριστοδουλίδη.
Ο εν λόγω νόμος, που είχε ψηφιστεί τον Σεπτέμβριο του 2024, προέβλεπε τη δημοσιοποίηση των ονομάτων όλων των φυσικών και νομικών προσώπων που προσέφεραν χορηγίες άνω των €5.000 προς τον Φορέα, με σχετική ανάρτηση καταλόγου στην επίσημη ιστοσελίδα του. Ο Φορέας, που λειτουργεί υπό τη μορφή Ειδικού Ταμείου και χρηματοδοτείται αποκλειστικά από ιδιωτικές εισφορές, παρέχει οικονομική στήριξη σε φοιτητές που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και αδυνατούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους για την απόκτηση πρώτου πτυχίου ή διπλώματος.
Ο Νόμος οδηγήθηκε στο Ανώτατο από τον ίδιο τον πρόεδρο Χριστοδουλίδη τον Οκτώβριο του 2024, στο πλαίσιο της συνταγματικής του αρμοδιότητας να υποβάλλει αναφορές για έλεγχο συνταγματικότητας.
Σύμφωνα με το Σημείωμα που συνόδευε την Αναφορά, οι βασικοί λόγοι της αντισυνταγματικότητας σχετίζονται με την παραβίαση των Άρθρων 7 και 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR).
Ειδικότερα, υπογραμμίζεται ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται μόνο όταν εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρότι η δημοσιοποίηση των χορηγιών μπορεί να παρουσιάζει δημόσιο ενδιαφέρον, δεν ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, όπως απαιτείται από το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, δεν πληρούνταν η προϋπόθεση της αναγκαιότητας, αφού, όπως αναφέρεται, "ο επιδιωκόμενος σκοπός γενικού συμφέροντος θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα, λιγότερο παρεμβατικά μέσα", τα οποία δεν θα παραβίαζαν τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων.
Το Δικαστήριο αποδέχθηκε επίσης το επιχείρημα πως η διαφάνεια και η λογοδοσία του Φορέα διασφαλίζονται ήδη επαρκώς μέσω του ιδρυτικού του Νόμου. Οι εισφορές κατατίθενται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία έχει την αρμοδιότητα να ελέγχει τόσο την προέλευσή τους όσο και τη διαχείριση των κονδυλίων.
Τέλος, το Ανώτατο έκρινε ότι η Βουλή δεν παρείχε επαρκή αιτιολόγηση για την ανάγκη έκθεσης των προσωπικών δεδομένων χορηγών, φυσικών και νομικών προσώπων, γεγονός που συνιστά παρέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συνθήκες.
Η απόφαση του Ανώτατου θεωρείται καθοριστική, όχι μόνο για την τύχη του επίμαχου νόμου, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία θα προσεγγίζει στο εξής το ζήτημα της διαφάνειας έναντι της προστασίας προσωπικών δεδομένων.