Καταδίκη της Κύπρου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τον χειρισμό καταγγελίας ομαδικού βιασμού από Βρετανίδα.
Η νεαρή είχε καταγγείλει πως είχε πέσει θύμα βιασμού τον Ιούλιο του 2019, όταν ήταν 18 ετών. Συγκεκριμένα είχε αναφέρει στους ανακριτές πως είχε πέσει θύμα βιασμού από 12 άνδρες ισραηλινής καταγωγής. Ωστόσο απέσυρε την καταγγελία της μετά από δέκα ημέρες και μια μακρά περίοδο ανάκρισης που κράτησε μέχρι το βράδυ.
Ακολούθως της ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης, για το οποίο καταδικάστηκε, με ποινή τεσσάρων μηνών. Μια απόφαση η οποία ανατράπηκε από το Ανώτατο το 2022.
Η υπόθεση είχε προκαλέσει την οργή των προασπιστών των δικαιωμάτων των γυναικών, που «φώναζαν» πως η γυναίκα είχε αντιμετωπιστεί ως κατηγορούμενη και όχι ως θύμα.
Το ΕΔΑΔ διαπίστωσε όταν «οι κυπριακές αρχές απέτυχαν στην υποχρέωσή τους να διερευνήσουν αποτελεσματικά την καταγγελία της αιτήτριας για βιασμό και να υιοθετήσουν μια προσέγγιση ευαίσθητη ως προς το θύμα», επιδικάζοντας σε βάρος της ΚΔ 20.000 ευρώ αποζημίωση στην νεαρή και 5.000 ευρώ για έξοδα.
Συγκεκριμένα, η Κύπρος κρίνεται πως παραβίασε το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (έλλειψη αποτελεσματικής έρευνας) και το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής).
Η απόφαση του ΕΔΑΔ, επισημαίνει την «αποτυχία των αρχών», να εξετάσουν εάν υπηρξε συναίνεση, προσθέτοντας πως «ούτε ο επικεφαλής ανακριτής ούτε ο συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα…. συμμετείχαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν έλλειψη συναίνεσης».
«Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η παρούσα υπόθεση αποκαλύπτει ορισμένες προκαταλήψεις σχετικά με τις γυναίκες στην Κύπρο, οι οποίες εμπόδισαν την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας ως θύματος έμφυλης βίας», επισημαίνει το ΕΔΑΔ.