Τηλεόραση Ραδιόφωνο
ξ

Επέστρεψε στη Μόσχα ο Ρώσος δημοσιογράφος ο οποίος με την άφιξη του προέβη σε δηλώσεις στα ρωσικά ΜΜΕ. Συγκεκριμένα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του αναφερόμενος στα όσα βίωσε κατά τη σύλληψη του στην Κύπρο. Σημειώνεται ότι σε χθεσινοβραδινό ρεπορτάζ του ΑΝΤ1 αναφέρθηκε ότι, πηγές της Λευκωσίας έκαναν λόγο για υπόθεση κατασκοπίας. Σε δηλώσεις του ο Εκπρόσωπος Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών, Θεόδωρος Γκότσης, ανέφερε ότι υπάρχει ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με την Ρωσική Ομοσπονδία μέσω της διπλωματικής οδού με στόχο την επίλυση του θέματος με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ο Ρώσος δημοσιογράφος, εξερχόμενος του αεροδρομίου, έδειξε στους δημοσιογράφους που τον προσέγγισαν το χέρι του το οποίο όπως δήλωσε «ακόμα πονάει, πονάει, αλλά είμαι σίγουρος ότι όλα θα βελτιωθούν γρήγορα στο σπίτι».

ηδ

Πρόσθεσε ότι, διαγνώστηκε με εξάρθρωμα και μώλωπα που όπως είπε ήταν συνέπειες των βάναυσων ενεργειών των Κύπριων αστυνομικών.

Σε αυτή την κατάσταση, όπως λέει ο δημοσιογράφος, έλαβε μεγάλη βοήθεια από τον Ρώσο Πρέσβη στην Κύπρο, Μουράτ Ζυαζίκοφ, ο οποίος έλεγχε προσωπικά τη διαδικασία παροχής βοήθειας και έδινε οδηγίες στους υφισταμένους του. «Προσέφεραν αποτελεσματική βοήθεια στην κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε εγώ και η οικογένειά μου, αφού όχι μόνο μου απαγόρευσαν σε εμένα να βρίσκομαι στην Κύπρο, αλλά και σε όλα τα μέλη της οικογένειάς μου», είπε.

Τόνισε πως επέστρεψε κανονικά τον Αύγουστο στην Κύπρο μετά τις διακοπές του χωρίς κανένα πρόβλημα συνεχίζοντας ήρεμα την δημοσιογραφική του δουλειά και έλαβε τον Σεπτέμβριο ειδοποίηση ότι ακυρώθηκαν οι άδειες προσωρινής παραμονής και εργασίας του στην Κύπρο για λόγους ασφαλείας.

«Μου ζητήθηκε να φύγω αμέσως από τη χώρα χωρίς να δώσω καμία εξήγηση», είπε ο Γκασιούκ.

Όπως είπε, είχε επικοινωνήσει επανειλημμένα με το Υπουργείο Εσωτερικών της Κύπρου και την Υπηρεσία Μετανάστευσης με αίτημα να διευκρινιστεί ποιες αξιώσεις είχαν οι κυπριακές αρχές εναντίον του. «Δεν έλαβα απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις, απευθύνθηκα για υποστήριξη στη Ρωσική Πρεσβεία, η οποία έστειλε αρκετές επιστολές στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου και στο Υπουργείο Εσωτερικών της Κύπρου οι οποίες αγνοήθηκαν», είπε.

«Δέχθηκα επίθεση, κυριολεκτικά, κοντά στο σπίτι μου από μέλη της ειδικής μονάδας της κυπριακής αστυνομίας. Ήταν με πολιτικά ρούχα, δεν παρουσιάστηκαν και αμέσως χρησιμοποίησαν βία εναντίον μου. Δεν ντρέπονταν καν από το γεγονός ότι ήταν ένα παιδί στο αυτοκίνητο μαζί μου», ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων για την σύλληψη του.

Όσον αφορά την κατάσταση στο τμήμα είπε ότι τον κράτησαν με χειροπέδες και υποβλήθηκε σε μια εξευτελιστική όπως την χαρακτήρισε έρευνα χωρίς μάρτυρες, χωρίς να εξηγήσει τίποτε και χωρίς να του απαγγείλουν κατηγορίες.

Φαίνεται πως ο ίδιος κατέγραφε με το κινητό του τις ενέργειες που ανέφερε καθώς κατασχέθηκε.

Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι αργότερα κάποιοι αστυνομικοί του παραδέχθηκαν όπως είπε σε προσωπική τους συνομιλία ότι είχαν λάβει οδηγίες άνωθεν να κανονίσουν μια τέτοια πρόκληση. Και πρότειναν ότι, πιθανότατα, δόθηκε από την Πρεσβεία των ΗΠΑ.

Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι, κατά την μεταφορά του στο Αεροδρόμιο, τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο και περικυκλώθηκε από άτομα με αλεξίσφαιρα γιλέκα με πολυβόλα και παρατήρησε ότι στην πτήση για το Ντουμπάι, τον συνόδευαν αρκετοί Κύπριοι αξιωματούχοι ασφαλείας που έβγαλαν κρυφά φωτογραφίες και βίντεο.

Αναφερόμενος ξανά σε ιδιωτικές συνομιλίες που είχε με κύπριους Αστυνομικούς δήλωσε πως του επιβεβαίωσαν ότι αναγκάζονται να εκτελέσουν αυτές τις εντολές, τη λογική της οποίας οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουν και ότι μετανιώνουν πολύ για αυτό που κάνουν.

«Θα ήθελα να εκφράσω τη βαθιά μου ευγνωμοσύνη για άλλη μια φορά στο προσωπικό της ρωσικής πρεσβείας και Το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών που ανταποκρίθηκε άμεσα σε αυτό το εξωφρενικό περιστατικό, πρωτοφανές στην ιστορία των διμερών σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου», ανέφερε  και ζήτησε κατηγορηματικά από τη Λευκωσία μια ολοκληρωμένη εξήγηση για το τι συνέβη.

«Θα ήθελα πολύ να δω αυτές τις εξηγήσεις από τους Κύπριους», είπε χαρακτηριστικά.