Η είδηση ότι ορισμένα από τα κορυφαία hedge funds του κόσμου ετοιμάζονται να αποκτήσουν παρουσία στην Αθήνα προκάλεσε έκπληξη στις διεθνείς αγορές. Για την ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, η εξέλιξη δεν ήρθε ξαφνικά. Όπως αναφέρει το Bloomberg σε σημερινό του δημοσίευμα η εξέλιξη αυτή ήταν το αποτέλεσμα ενός σχεδίου που προετοιμαζόταν παρασκηνιακά εδώ και σχεδόν έναν χρόνο, με στόχο να τοποθετηθεί η ελληνική πρωτεύουσα στον διεθνή χάρτη της διαχείρισης κεφαλαίων.
Η βασική ιδέα ήταν σχετικά απλή: η Ελλάδα να προσελκύσει κορυφαία στελέχη του χρηματοπιστωτικού κλάδου, προβάλλοντας έναν συνδυασμό φορολογικής προβλεψιμότητας, πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, καλού κλίματος και υψηλής ποιότητας ζωής.
Για να αποκτήσει, όμως, το εγχείρημα διεθνή αξιοπιστία, οι αρμόδιοι γνώριζαν ότι χρειαζόταν ένα μεγάλο όνομα.
Το παρασκήνιο με τη Millennium
Η Millennium Management, ένα από τα μεγαλύτερα και αυστηρότερα εποπτευόμενα hedge funds διεθνώς, θεωρήθηκε ιδανική περίπτωση. Τον περασμένο Νοέμβριο, το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών ξεκίνησε συζητήσεις με την εταιρεία πολλαπλών στρατηγικών, διερευνώντας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να ανοίξει γραφείο στην Αθήνα.
Για όσους παρακολουθούσαν την Ελλάδα από το εξωτερικό, οι μνήμες της πολυετούς κρίσης χρέους καθιστούσαν την Αθήνα έναν μάλλον απροσδόκητο υποψήφιο για να εξελιχθεί σε χρηματοοικονομικό κόμβο. Στην κυβέρνηση, όμως, η ανάγνωση ήταν διαφορετική: τα μαθήματα της κρίσης μπορούσαν πλέον να μετατραπούν σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Την ώρα που στελέχη του City του Λονδίνου βλέπουν τη φορολογική τους επιβάρυνση να αυξάνεται, καθώς επιδεινώνονται τα δημοσιονομικά της Βρετανίας, η Ελλάδα μετά την κρίση επιχειρεί να προβάλει την εικόνα μιας χώρας που ακολουθεί συνετή δημοσιονομική πολιτική.
«Η Ελλάδα είναι δημοσιονομικά υγιής, παράγει σταθερά πλεονάσματα και, ως αποτέλεσμα, προσφέρει φορολογική προβλεψιμότητα και μακροοικονομική σταθερότητα», ανέφερε ο Βασίλης Καρατζάς, στενός σύμβουλος του υπουργού Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη και ένα από τα πρόσωπα που εργάστηκαν παρασκηνιακά για την προσέλκυση των hedge funds.
Το φορολογικό πλεονέκτημα της Ελλάδας
Η προβλεψιμότητα θεωρείται κρίσιμο στοιχείο για εύπορους επαγγελματίες που εξετάζουν το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης. Όσοι μεταφέρουν τη ζωή και τη φορολογική τους κατοικία σε άλλη χώρα θέλουν διαβεβαιώσεις ότι οι κανόνες δεν θα αλλάξουν λίγο μετά την άφιξή τους.
Το Μιλάνο έχει ήδη καταγράψει επιτυχίες στην προσπάθειά του να προσελκύσει εύπορους κατοίκους από το Λονδίνο. Ωστόσο, ο ενιαίος φόρος που επέβαλε η Ιταλία στα εισοδήματα εξωτερικού, ο οποίος ξεκίνησε από 100.000 ευρώ το 2017, έχει ήδη αυξηθεί δύο φορές και πλέον φτάνει τις 300.000 ευρώ ετησίως.
Αντίθετα, η Ελλάδα έχει διατηρήσει σταθερό το αντίστοιχο ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο θεσπίστηκε στα τέλη του 2019.
Για να προσελκύσει, όμως, μεγάλα και αυστηρά εποπτευόμενα hedge funds, τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανατροπή παλαιότερων στερεοτύπων για την ελληνική οικονομία, η κυβέρνηση έκρινε ότι έπρεπε να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα.
Νέο πλαίσιο για τους διαχειριστές κεφαλαίων
Τους επόμενους μήνες καταρτίστηκε ένα νέο νομικό πλαίσιο για τη φορολόγηση των hedge funds, με στόχο να καταστεί ευκολότερη και ελκυστικότερη η εγκατάστασή τους στην Αθήνα.
Με βάση τους νέους κανόνες, οι διαχειριστές κεφαλαίων που μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα θα φορολογούνται με συντελεστή 5% για carried interest και bonus.
Το θέμα, πάντως, είναι πολιτικά ευαίσθητο, καθώς η χώρα απέχει λιγότερο από έναν χρόνο από τις εκλογές και μέρος της αντιπολίτευσης κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να δημιουργήσει έναν «φορολογικό παράδεισο».
«Για να είμαστε σαφείς, η Ελλάδα δεν θέλει να γίνει φορολογικός παράδεισος», απάντησε ο Καρατζάς, επισημαίνοντας ότι οι εταιρείες που θα εγκατασταθούν στην Αθήνα, όπως και οι εργαζόμενοί τους, θα φορολογούνται κανονικά.
Όπως εξήγησε, στόχος είναι να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας υψηλής ποιότητας, να προσελκυστούν εξειδικευμένα στελέχη, να επιστρέψουν Έλληνες του εξωτερικού και να διαμορφωθεί ένα νέο χρηματοοικονομικό οικοσύστημα.
Η συγκυρία στη Μέση Ανατολή
Παράλληλα με την προετοιμασία του φορολογικού πλαισίου από το υπουργείο Οικονομικών, το υπουργείο Μετανάστευσης εργάστηκε για την απλοποίηση των διαδικασιών που αφορούν το καθεστώς όσων θα μετακινηθούν στην Ελλάδα.
Την ίδια περίοδο, ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και τα αντίποινα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα άλλαξαν μέρος των δεδομένων για έναν από τους ισχυρότερους ανταγωνιστές των παραδοσιακών χρηματοοικονομικών κέντρων.
Τα προηγούμενα χρόνια, traders και οι οικογένειές τους είχαν μετακινηθεί μαζικά στη Μέση Ανατολή, προσελκυόμενοι από χαμηλούς φόρους, ασφάλεια, ήλιο και υψηλή ποιότητα ζωής, σύμφωνα με τον Τζέισον Κένεντι, επικεφαλής εταιρείας προσλήψεων με ειδίκευση στα hedge funds.
Όπως σημείωσε, από τη στιγμή που η ασφάλεια μετατράπηκε σε ζήτημα προβληματισμού, αρκετοί επαγγελματίες δεν επιθυμούν να επιστρέψουν ή εξετάζουν εναλλακτικούς προορισμούς.
Παρά τις εξελίξεις, τα χρηματοοικονομικά κέντρα του Άμπου Ντάμπι και του Ντουμπάι εξακολουθούν να αναπτύσσονται, ενώ τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια της περιοχής παραμένουν σημαντική πηγή χρηματοδότησης για τα hedge funds.
Millennium και Rokos βάζουν την Αθήνα στον χάρτη
Η Ελλάδα ψήφισε τελικά τις σχετικές νομοθετικές αλλαγές τον Ιούνιο και έναν μήνα αργότερα η Millennium καταχώρισε γραφείο στην Αθήνα.
Δεν ήταν, όμως, η μόνη μεγάλη εταιρεία που εξέταζε μια τέτοια κίνηση.
Τον Μάιο, το Abu Dhabi Global Market είχε ανακοινώσει ότι η Rokos Capital Management θα άνοιγε το πρώτο της γραφείο στο εμιράτο. Όταν, ωστόσο, έγινε γνωστή η απόφαση του ιδρυτή της, Κρις Ρόκος, να εγκαταλείψει τη Βρετανία, ο προορισμός που επέλεξε ήταν η Ελλάδα και όχι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η κίνηση αυτή έστρεψε την προσοχή του διεθνούς χρηματοοικονομικού κόσμου στην προσπάθεια της Αθήνας να προσελκύσει κορυφαίους traders και διαχειριστές κεφαλαίων.
Οι κινήσεις της Rokos και της Millennium αποτελούν σημαντική επιτυχία για την Ελλάδα, την ίδια ώρα που προκαλούν προβληματισμό στο Λονδίνο. Συμβολίζουν επίσης την επιστροφή της χώρας στην οικονομική κανονικότητα μετά τη δεκαετή κρίση χρέους, η οποία εξαφάνισε περίπου το ένα τέταρτο του ελληνικού ΑΕΠ και έφερε τη χώρα κοντά στην έξοδο από την Ευρωζώνη.
Από την κρίση στην επενδυτική βαθμίδα
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Από το 2023, η Ελλάδα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα από όλους τους βασικούς οίκους αξιολόγησης, ενώ το ελληνικό χρηματιστήριο αναβαθμίστηκε πρόσφατα ξανά στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών.
Παράλληλα, η χώρα δανείζεται πλέον φθηνότερα από την Ιταλία, τη Γαλλία ή τις ΗΠΑ, μια εξέλιξη που ενισχύει το αφήγημα της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Ακόμη δεν έχει καταγραφεί ένα ευρύτερο κύμα μετακίνησης χρηματοοικονομικών στελεχών προς την Ελλάδα. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ωστόσο, επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τις κινήσεις της Millennium και της Rokos ως «μαγνήτη» για μικρότερους παίκτες.
Μεταξύ όσων εξετάζουν ήδη την εγκατάστασή τους στη χώρα βρίσκεται και η Elan Capital Management του Ρένου Δημητρίου.
«Η χώρα δεν θα γίνει wealth hub μέσα σε μία νύχτα. Θα χρειαστούν χρόνια», σημείωσε ο Καρατζάς. «Είμαστε εδώ για να βοηθήσουμε όσους έρθουν πρώτοι και στη συνέχεια η αγορά θα κάνει τη δουλειά της».
Η μεγάλη ευκαιρία – και τα εμπόδια για την Αθήνα
Για τον Δημήτρη Ανδριόπουλο, αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Dimand, η σημερινή συγκυρία δημιουργεί μια μοναδική ευκαιρία για την ελληνική πρωτεύουσα.
«Με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και μετά το Brexit, τα πράγματα έχουν αλλάξει», ανέφερε. «Το Μιλάνο έχει φτάσει στα όριά του και τώρα είναι η ευκαιρία της Αθήνας να εκμεταλλευτεί την κατάσταση».
Για να συμβεί αυτό, ωστόσο, η πόλη πρέπει να αναπτύξει γρήγορα τις υποδομές που απαιτεί ένα ανερχόμενο διεθνές κέντρο πλούτου και διαχείρισης κεφαλαίων.
Σύμφωνα με τον Ανδριόπουλο, η σημαντικότερη πρόκληση σήμερα είναι η εξεύρεση κατοικιών υψηλών προδιαγραφών και ιδιωτικών σχολείων σε μικρή απόσταση από αυτές, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των στελεχών και των οικογενειών τους.
Για τον Θανάση Δρόγοση, επικεφαλής επενδυτικής τραπεζικής στην Παντελάκης Χρηματιστηριακή, η πραγματική αξία από την εγκατάσταση hedge funds στην Αθήνα βρίσκεται στη δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, στον επαναπατρισμό ελληνικού ταλέντου και στη συσσώρευση τεχνογνωσίας στους τομείς των επενδύσεων, της τεχνολογίας, της διαχείρισης κινδύνου και των επαγγελματικών υπηρεσιών.
Μακροπρόθεσμα, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί στην Αθήνα ένα αυτοτροφοδοτούμενο οικοσύστημα διαχείρισης κεφαλαίων, από το οποίο θα μπορούσαν να προκύψουν νέα funds με έδρα την Ελλάδα, προσελκύοντας περισσότερο διεθνές κεφάλαιο και μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Πηγή: Πρώτο Θέμα