Είναι κάποιες συναυλίες που δεν είναι μόνο τραγούδια. Είναι βάλσαμο στις «καρδούλες» μας. Ζούμε τις δυσκολίες μας μαζί τους και χαιρόμαστε τις χαρές μας. Συμβαίνει κάποιου είδους μυστήριο καμιά φορά όταν βγαίνει μια φωνή να μας τραγουδήσει. Και νομίζω αρκετοί ταυτιστήκαμε με το συναίσθημα που μας έδινε αυτός ο άνθρωπος. Μας έκανε «αγέλη», ένα, ένας παλμός ένα τραγούδι.
Σχετικά:
- Σοκ στο πανελλήνιο: Πέθανε ο Γιώργος Μαζωνάκης από ανακοπή
- Γιώργος Μαζωνάκης: Η τελευταία ανάρτησή του για την επετειακή συναυλία που δεν έγινε ποτέ - «Γιώργοοο βγαίνεις…», έγραφε
Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένας άνθρωπος που ερχόταν δίπλα σου. Δεν έμενε πάνω στη σκηνή, ακίνητος και απρόσιτος, να τραγουδάει από ψηλά σε πρόσωπα που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει. Κατέβαινε. Πλησίαζε. Έμπαινε μέσα στον κόσμο σαν να μην υπήρχε τίποτα να τον χωρίζει από αυτόν.
Δεν τραγουδούσε απέναντί σου. Τραγουδούσε μαζί σου.
Και όταν σε κοιτούσε, έστω για μερικά δευτερόλεπτα, είχες την παράλογη αίσθηση ότι ήξερε. Ότι ήξερε ακριβώς ποιον άνθρωπο έχασες, ποιον αγάπησες περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, πόσες φορές είπες πως είσαι καλά ενώ δεν ήσουν. Ήξερε όλα εκείνα που δεν θα μπορούσε φυσικά να γνωρίζει, επειδή τα είχε νιώσει κι εκείνος με τον δικό του τρόπο.
Μόνο μαζί του συνέβαινε αυτή η μέθεξη. Δεν παρακολουθούσες απλώς μία συναυλία. Παρέδιδες για λίγο κάτι από τον εαυτό σου και έπαιρνες πίσω κάτι που έμοιαζε με λύτρωση. Μέσα στο πλήθος έχανες τα όριά σου. Ο πόνος του ενός γινόταν στίχος, ο στίχος γινόταν φωνή και η φωνή περνούσε μέσα από όλους. Δεν ήμασταν πια εκατοντάδες άνθρωποι με διαφορετικές ζωές. Ήμασταν αγέλη. Ένα. Ένας παλμός, ένα τραγούδι.
Ο Μαζωνάκης δεν ανέβαινε στη σκηνή για να υποδυθεί τον αψεγάδιαστο σταρ. Ανέβαινε κουβαλώντας ολόκληρο τον εαυτό του. Την τρέλα, την τρυφερότητα, το σκοτάδι, την υπερβολή, το χιούμορ, την ανάγκη του να αγαπηθεί και την ίδια στιγμή να μη φυλακιστεί από κανέναν. Δεν προσπαθούσε να κρύψει τις ρωγμές του. Έβγαζε φως μέσα από αυτές.
Διαβάστε επίσης:
- Πλασμαφαίρεση: Η Νεφρολογική Εταιρεία Κύπρου προειδοποιεί για τους κινδύνους χωρίς ιατρική ένδειξη
- Γιώργος Μαζωνάκης: «Δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας» λέει ο δικηγόρος του – Στο μικροσκόπιο οι συνθήκες για τον θάνατό του
- Τι συνέβη πριν την ανακοπή του Μαζωνάκη - Όσα κατέθεσε η γιατρός στις Αρχές
Ίσως γι’ αυτό αισθανόμασταν τόσο κοντά του. Επειδή δεν ήταν τέλειος. Ήταν αληθινός. Και η αλήθεια, όταν δεν είναι γυαλισμένη και τακτοποιημένη για να αρέσει, τρομάζει. Εκείνος όμως δεν φοβήθηκε να μας τη δείξει.
«Ανήκω σ’ εμένα και στα όνειρά μου, δεν θέλω κανέναν μες στη μοναχικότητά μου».
Όχι «μες στη μοναξιά μου». «Μες στη μοναχικότητά μου».
Γιατί η μοναξιά μοιάζει με εγκατάλειψη. Είναι ένα άδειο δωμάτιο στο οποίο σε άφησαν οι άλλοι. Η μοναχικότητα, όμως, μπορεί να είναι επιλογή. Είναι το δωμάτιο στο οποίο μπαίνεις μόνος σου για να σώσεις ό,τι απέμεινε από εσένα. Κλείνεις την πόρτα όχι επειδή δεν χρειάζεσαι την αγάπη, αλλά επειδή δεν αντέχεις άλλο την αγάπη που απαιτεί να πάψεις να είσαι αυτός που είσαι.
Ίσως αυτό να εννοούσε. Ότι δεν ήθελε να τον σώσει κανείς με το ζόρι. Ότι δεν ανήκε σε μία οικογένεια, σε μία βιομηχανία, σε ένα κοινό ή σε μία εικόνα που είχαν κατασκευάσει οι άλλοι γι’ αυτόν. Ανήκε στον εαυτό του. Και στα όνειρά του.
Όταν η οικογένειά του τον έκλεισε στο Δρομοκαΐτειο, εκείνος είπε πως ήταν «η χαρά του Δρομοκαΐτειου». Ακόμη και μέσα στον εγκλεισμό, βρήκε έναν τρόπο να δηλώσει παρών. Να μην παραδώσει στους άλλους ούτε την ταυτότητά του ούτε το φως του. Να πάρει κάτι που μπορούσε να τον συντρίψει και να το μετατρέψει σε μία φράση σχεδόν παιδική, αστεία και τραγική μαζί.
Ίσως αυτό να ήταν πάντοτε ο Γιώργος Μαζωνάκης. Ένα αιώνιο παιδί που έμαθε να φοράει την υπερβολή σαν πανοπλία, επειδή από μέσα του παρέμενε εκτεθειμένο. Ένας άνθρωπος που γινόταν η χαρά ενός ολόκληρου χώρου ακόμη και όταν ο ίδιος δεν ήταν καλά. Που έκανε τους άλλους να γελούν, να τραγουδούν και να λυτρώνονται, ίσως επειδή γνώριζε καλύτερα από πολλούς τι σημαίνει να χρειάζεσαι απεγνωσμένα λίγη λύτρωση.
Γι’ αυτό η απώλειά του δεν είναι μόνο η απώλεια ενός τραγουδιστή. Είναι σαν να χάνεται ένας άνθρωπος που βρισκόταν κάπου στο βάθος της ζωής μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Μέσα σε αυτοκίνητα, σε πρώτους έρωτες, σε χωρισμούς, σε νύχτες που δεν τελείωναν, σε ηλικίες κατά τις οποίες δεν είχαμε ακόμη λέξεις για όσα νιώθαμε.
Εμείς που κοντεύουμε τα 30 ζήσαμε εφηβεία, μετεφηβεία και με το ζόρι ενηλικίωση μαζί του. Μεγαλώσαμε, αλλά εκείνος έμεινε στα μάτια μας κάτι από εκείνο το αιώνιο παιδί. Και τώρα τα τραγούδια θα εξακολουθήσουν να παίζουν, μόνο που θα λείπει ο άνθρωπος που δεν έμενε μια ακόμα μαυροντυμένη φιγούρα στη σκηνή.
Ο άνθρωπος που ερχόταν δίπλα σου. Με παρδαλά ρούχα. Με εκκεντρικούς χορούς. Με αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Έκφραση και επικοινωνία.
Καλό παράδεισο, αιώνιο παιδί.
«Που λείπεις, μας έπεσε βαρύ».