Η σχέση του πρώην Επιτρόπου Δημήτρη Αβραμόπουλου με ΜΚΟ που είχε ιδρύσει ο πρώην Ευρωβουλευτής Αντόνιο Παντσέρι, κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης διαφθοράς Qatargate βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο, μετά την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σε βάρος του από τις βελγικές αρχές.
Το ένταλμα είχε φτάσει το πρωί της Τρίτης στο υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας και μεταβιβάζεται στη Βουλή των Ελλήνων, ώστε να κινηθούν οι διαδικασίες άρσης ασυλίας όπως προβλέπονται από τον Κανονισμό της Βουλής στις οποίες ο ίδιος ο πρώην Επίτροπος θα τοποθετηθεί και θα απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα, όπως εξήγησε στο ΚΥΠΕ. Η διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός της Βουλής, επιτρέπει την τοποθέτηση του βουλευτή τον οποίο αφορά το αίτημα τόσο στην οικεία Επιτροπή, όσο και στην Ολομέλεια.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στον πρώην Επίτροπο αποδίδεται η κατηγορία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, με τις βελγικές αρχές να συνδέουν την υπόθεση με οικονομικό όφελος ύψους περίπου 73.000 ευρώ. Επίσης, ενώ φέρεται να λάμβανε αμοιβή 5.000 ευρώ μηνιαίως από τον οργανισμό, σε συνομιλία που είχε το ΚΥΠΕ με τον ίδιο, τοποθέτησε το ποσό στα 3.000 ευρώ μηνιαίως.
Ο κ. Αβραμόπουλος αναμένεται να καταθέσει ο ίδιος στην Επιτροπή και να απαντήσει σε όλες στις ερωτήσεις, ενώ ανοιχτό άφησε και το ενδεχόμενο κατάθεσης υπομνήματος. Ξεκαθάρισε ότι θα ζητήσει την άρση της ασυλίας του, ωστόσο τόνισε ότι όποιες εξηγήσεις χρειαστεί να δώσει στη συνέχεια, θα τις δώσει σε Έλληνα δικαστή.
Όσον αφορά την κλήση προ εξαμήνου που είχε δεχτεί από την Βελγική δικαιοσύνη για να καταθέσει, ο πρώην Επίτροπος σημείωσε ότι κατέχει το βουλευτικό αξίωμα στην Ελλάδα και ότι την εκπροσώπησή του στις Βελγικές αρχές θα έπρεπε να έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μέχρι τη σύνταξη του ρεπορτάζ δεν υπήρχε σχετικό σχόλιο από την πλευρά της Κομισιόν.
Διαβάστε ακόμη: Qatargate: Ένταλμα σύλληψης για τον Δημήτρη Αβραμόπουλο από τις εισαγγελικές αρχές των Βρυξελλών
Η εμπλοκή του κ. Αβραμόπουλου με τον οργανισμό, την «Ένωση κατά της Ατιμωρησίας και υπέρ της Μεταβατικής Δικαιοσύνης», γνωστή και ως «Fight Impunity», είχε προηγουμένως εξεταστεί από την Ανεξάρτητη Επιτροπή Δεοντολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία γνωμοδότησε σχετικά στις 10 Δεκεμβρίου 2020.
Σύμφωνα με τη Γνωμοδότηση, η διαδικασία είχε ξεκινήσει στις 4 Σεπτεμβρίου 2020, όταν ο Γενικός Γραμματέας της Κομισιόν ζήτησε από την Επιτροπή Δεοντολογίας να εξετάσει τη συμβατότητα της σχεδιαζόμενης δραστηριότητας του πρώην Επιτρόπου με το άρθρο 245 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).
Ο κ. Αβραμόπουλος είχε γνωστοποιήσει στις 9 Οκτωβρίου 2020 πρόσθετα στοιχεία για τη θέση και την αμοιβή του, ενώ στις 18 Νοεμβρίου απάντησε σε διευκρινιστικά ερωτήματα της Γραμματείας σχετικά με τα καθήκοντα που θα είχε ως μέλος του τιμητικού συμβουλίου.
Η Γνωμοδότηση περιγράφει τον ρόλο αυτό ως συμμετοχή σε ένα μη καταστατικά κατοχυρωμένο τιμητικό συμβούλιο που επικουρεί τη Διοίκηση της οργάνωσης, με καθήκοντα να περιλαμβάνουν, όπως αναφέρεται, την «προβολή εντός και εκτός Ε.Ε.» των στόχων της οργάνωσης, τη συμμετοχή σε εκστρατείες, συνέδρια, δικτύωση και τις ετήσιες συνεδριάσεις του οργάνου, καθώς και τη δημοσίευση άρθρων.
Η θέση, σύμφωνα με το έγγραφο, θα ήταν αμειβόμενη για ένα έτος από την 1η Οκτωβρίου, ακριβώς επειδή συνεπαγόταν, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, «ενεργό προώθηση των δραστηριοτήτων της οργάνωσης σε διεθνές επίπεδο», που αφορά εντονότερη εμπλοκή σε σχέση με τα υπόλοιπα τιμητικά μέλη του συμβουλίου.
Η Επιτροπή Δεοντολογίας έκρινε τότε ότι δεν υπήρχε νομικό ή άλλο κώλυμα για την ανάληψη της θέσης, υπό τον όρο τήρησης των υποχρεώσεων του άρθρου 245 ΣΛΕΕ και του Κώδικα Δεοντολογίας των Μελών της Επιτροπής.
Στη Γνωμοδότηση υπογραμμίζεται ιδιαίτερα η υποχρέωση του άρθρου 11 του Κώδικα Δεοντολογίας, σύμφωνα με την οποία πρώην Μέλη του Κολλεγίου των Επιτρόπων δεν επιτρέπεται να ασκούν πιέσεις (lobbying) σε βάρος τομέων αρμοδιότητας που είχαν στο χαρτοφυλάκιό τους για διάστημα δύο ετών, περιλαμβανομένης και της άσκησης πίεσης για άντληση κοινοτικών κονδυλίων. Σημειώνεται, πάντως, ότι σύμφωνα με το Σύστημα Χρηματοοικονομικής Διαφάνειας της Κομισιόν, η οργάνωση δεν είχε λάβει χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ενώ ως κύριος χορηγός της αναφέρεται το Ίδρυμα Ανάπτυξης Σεκουνζάλο (Sekunjalo Development Foundation).
Στο τιμητικό συμβούλιο της οργάνωσης, που είχε ιδρυθεί το 2019 με έδρα τις Βρυξέλλες, μετείχαν σύμφωνα με στοιχεία στον ιστότοπο της οργάνωσης όταν ξέσπασε το σκάνδαλο, η πρώην Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ, Φεντερίκα Μογκερίνι, ο πρώην Γάλλος Πρωθυπουργός Μπερνάρ Καζνέβ και η πρώην Ιταλίδα υπουργός Εξωτερικών Έμα Μπονίνο.
Το σκάνδαλο Qatargate ήρθε στο φως στις 9 Δεκεμβρίου 2022, όταν αστυνομικές έρευνες στις Βρυξέλλες οδήγησαν στη σύλληψη του συντρόφου της πρώην Ελληνίδας Ευρωβουλευτή και Αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Εύας Καϊλή, Φραντσέσκο Τζόρτζι, αλλά και της ίδιας. Το ζευγάρι προφυλακίστηκε για μήνες, μέχρι να αφεθεί ελέυθερο με υποχρέωση ενημέρωσης μετακινήσεων στις αρχές.
Ο Τζόρτζι εργαζόταν για τον πρώην Ιταλό Ευρωβουλευτή Παντσέρι που θεωρείται και ο «εγκέφαλος» της κατά το Βέλγιο εγκληματικής οργάνωσης. Συνελήφθη επίσης ο πατέρας της, Αλέξανδρος Καϊλής σε παρακείμενο ξενοδοχείο στην πλατεία Ζουρντάν των Βρυξελλών όπου είχε καταλύσει, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε μια βαλίτσα με μετρητά, τα οποία και κατασχέθηκαν από τη ομοσπονδιακή αστυνομία του Βελγίου.
Συνολικά, οι κατασχέσεις μετρητών ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο ευρώ, με τις συνολικές κατασχέσεις να ανέρχονται τελικά σε περίπου 1,5 εκατ. ευρώ σε ακίνητα. Η έρευνα των βελγικών εισαγγελικών αρχών αποκάλυψε σύστημα χρηματικών συναλλαγών που φέρεται να συνέδεε εν ενεργεία και πρώην Ευρωβουλευτές με συμφέροντα του Κατάρ και του Μαρόκου, προκαλώντας ισχυρό πολιτικό αντίκτυπο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Στην υπόθεση ενεπλάκησαν επιπλέον Ιταλοί και Βέλγοι Ευρωβουλευτές που ανήκαν στην τότε ευρωομάδας των σοσιαλιστών, καθώς ο Λούκα Βισεντίνι, Γενικός Γραμματέας της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Συνδικάτων, καθώς και μια ακόμη κοινοβουλευτική βοηθός της Ιταλίδας Ευρωβουλευτή Αλεσάντρα Μορέτι. Στην υπόθεση ενεπλάκησαν και οι Βέλγοι Ευρωβουλευτές - ιταλικής καταγωγής - Μαρκ Ταραμπέλα και Μαρί Αρενά, καθώς και ο Ιταλός συνάδελφός τους, Αντρέα Κοτσολίνο.
Το όνομα του κ. Αβραμόπουλου είχε προκύψει στην έρευνα ήδη από τον Δεκέμβριο του 2022, λόγω της προηγούμενης συνεργασίας του με την οργάνωση του Παντσέρι, με τον πρώην Επίτροπο να σημειώνει ότι η ο τιμητικός ρόλος που είχε ελεγχθεί από την Κομισιόν, είχε ολοκληρωθεί πριν από την έκρηξη του σκανδάλου.