Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
3

Το Μουντιάλ 2026 της FIFA έχει μακράν το υψηλότερο ποσοστό παικτών που εκπροσωπούν χώρες στις οποίες δεν γεννήθηκαν – σχεδόν το ένα τέταρτο του συνόλου των συμμετεχόντων ποδοσφαιριστών.

Ήδη στο τουρνουά ένας παίκτης σκόραρε εναντίον της χώρας γέννησής του, όταν ο γεννημένος στη Γαλλία Ιμπραχίμ Μπαγιέ σκόραρε για τη Σενεγάλη στην ήττα της με 3-1 από τους «Μπλε» στις 16 Ιουνίου.

Αυτό ακολουθεί την αμήχανη στιγμή του 2022, όταν ο επιθετικός της Ελβετίας Μπριλ Εμπολό, γεννημένος στο Καμερούν, έγινε ο πρώτος παίκτης στην ιστορία των 90 και πλέον ετών του θεσμού που σκόραρε εναντίον της χώρας στην οποία γεννήθηκε.

Αντί να πηδήξει από θρίαμβο και χαρά, σήκωσε για λίγο τα χέρια του σε μια σχεδόν απολογητική χειρονομία. «Ήξερα ότι αν σκόραρα δεν θα πανηγύριζα το γκολ, από σεβασμό. Αυτό δεν σήμαινε βέβαια ότι δεν ήμουν χαρούμενος γι’ αυτό», είχε δηλώσει τότε στους δημοσιογράφους ο Εμπολό.

Στο Μουντιάλ 2026, μόνο οκτώ από τις 48 ομάδες δεν έχουν κανέναν παίκτη γεννημένο στο εξωτερικό, σύμφωνα με τις επίσημες λίστες των ομάδων που υποβλήθηκαν στη FIFA, τη διοικούσα αρχή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Το Κουρασάο, που κάνει το ντεμπούτο του στο Μουντιάλ, περιλαμβάνει μόνο έναν παίκτη γεννημένο στο νησί της Καραϊβικής στην 26μελή αποστολή του. Η χώρα αποτελεί μέρος του Βασιλείου της Ολλανδίας και το μεγαλύτερο μέρος της ομάδας έχει γεννηθεί εκεί.

Την ίδια στιγμή, το Κατάρ έχει συμπεριλάβει παίκτες από 10 εθνικότητες, από Αφρικανούς μέχρι Ευρωπαίους και έναν Νοτιοαμερικανό.

Μια περίπτωση υψηλού προφίλ είναι ο Μάικλ Ολίσε. Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Λονδίνο, ο εξτρέμ της Μπάγερν Μονάχου επέλεξε να εκπροσωπήσει τη Γαλλία, τη χώρα γέννησης της μητέρας του.

Μεταξύ των γεννημένων στο εξωτερικό παικτών που εκπροσωπούν τη συνδιοργανώτρια των αγώνων του 2026, τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι ο Άντονι Ρόμπινσον, ο οποίος γεννήθηκε στο Μίλτον Κέινς της Αγγλίας αλλά απέκτησε δικαίωμα συμμετοχής στην ομάδα των ΗΠΑ μέσω του πατέρα του.

Τέτοιες αλλαγές, ωστόσο, έχουν δημιουργήσει και κάποιους οικογενειακούς διαχωρισμούς.

Τέσσερα ζευγάρια αδελφών εκπροσωπούν διαφορετικές ομάδες: Οι Ντεζιρέ και Γκουέλα Ντουέ (Γαλλία και Ακτή Ελεφαντοστού), ο Νίκο και ο Ινιάκι Ουίλιαμς (Ισπανία και Γκάνα), ο Χάρι και ο Τζον Σούταρ (Αυστραλία και Σκωτία) και οι ετεροθαλείς αδελφοί Ντέρικ Λουκάσεν και Μπράιαν Μπρόμπεϊ (Γκάνα και Ολλανδία).

Πριν από το 2026, αυτό είχε συμβεί μόνο δύο φορές – όταν τα ετεροθαλή αδέλφια Ζερόμ και Κέβιν-Πρινς Μπόατενγκ έπαιξαν σε δύο Μουντιάλ (2010 και 2014) εκπροσωπώντας τη Γερμανία και την Γκάνα. Μάλιστα, βρέθηκαν αντιμέτωποι στο γήπεδο και τις δύο φορές.

Ο καθηγητής Γκίσμπερτ Όονκ, Ολλανδός ιστορικός και ειδικός σε θέματα μετανάστευσης και ταυτότητας στο Πανεπιστήμιο Erasmus της Ολλανδίας, αναφέρει σε δηλώσεις του στο BBC ότι αυτή η τάση αντικατοπτρίζει έναν κόσμο που αλλάζει.

«Σχεδόν το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε μια χώρα στην οποία δεν γεννήθηκε. Το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο στους εργαζόμενους υψηλής εξειδίκευσης και στους αθλητές ελίτ», εξηγεί. «Είναι μια αντανάκλαση των μεταναστευτικών προτύπων».

Μια (σχετικά) σύντομη ιστορία της αλλαγής σημαίας

Το ποσοστό των γεννημένων στο εξωτερικό παικτών στις ομάδες του Μουντιάλ παρουσίαζε σκαμπανεβάσματα κατά τη διάρκεια των δεκαετιών, μέχρι πρόσφατα.

Σύμφωνα με έρευνα από το Κέντρο Μετανάστευσης, Πολιτικής και Κοινωνίας (COMPAS) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, κυμαινόταν μεταξύ 2% και 14% μέχρι τις δύο τελευταίες διοργανώσεις, όπου σημείωσε κατακόρυφη άνοδο, φτάνοντας το 16,5% στο Κατάρ το 2022.

Το ποσοστό ξεπέρασε το 23% το 2026 – με τον συνολικό αριθμό των γεννημένων στο εξωτερικό παικτών να φτάνει τους 289 από τους 1.248, καθώς ο αριθμός των συμμετεχουσών ομάδων αυξήθηκε από 32 σε 48.

Η FIFA ιδρύθηκε το 1904, αλλά θέσπισε επίσημους κανόνες εθνικότητας μόλις τη δεκαετία του 1960. Μέχρι τότε, οι παίκτες μπορούσαν να αγωνιστούν για όποια χώρα επέλεγαν.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Λουίς Μόντι. Ο Αργεντινός μέσος εκπροσώπησε τη χώρα του στο Μουντιάλ του 1930, όπου η ομάδα της Νότιας Αμερικής τερμάτισε δεύτερη. Στη συνέχεια άλλαξε εθνική ομάδα και εντάχθηκε στην Ιταλία για τη διοργάνωση του 1934, κατακτώντας το τρόπαιο μαζί της.

Ο Μόντι παραμένει ο μόνος άνθρωπος που έχει αγωνιστεί σε τελικούς Μουντιάλ με δύο διαφορετικά έθνη.

Το 1962, η FIFA εξέδωσε κριτήρια επιλεξιμότητας, ορίζοντας ότι οι παίκτες πρέπει να έχουν την υπηκοότητα της χώρας για την οποία επιθυμούν να αγωνιστούν και δεν μπορούσαν πλέον να εκπροσωπήσουν περισσότερα από ένα έθνη κατά τη διάρκεια της καριέρας τους.

Εξαιρέσεις γίνονταν μόνο για παίκτες των οποίων η εθνικότητα άλλαξε ακούσια, όπως για παράδειγμα οι αθλητές από την πρώην ΕΣΣΔ και την Γιουγκοσλαβία.

Ένα άλλο παράδειγμα σημειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τη δεκαετία του ’90, όταν περισσότεροι από δώδεκα ποδοσφαιριστές γεννημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο κλήθηκαν να εκπροσωπήσουν τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας από τον προπονητή Τζακ Τσάρλτον. Είχαν δικαίωμα συμμετοχής μέσω Ιρλανδών συγγενών και συνέβαλαν σημαντικά στην επιτυχία εκείνης της ομάδας.

Περαιτέρω αλλαγές επήλθαν το 2004, όταν η FIFA άρχισε να επιτρέπει στους παίκτες να εκπροσωπούν μια χώρα σε επίπεδο νέων και να αλλάζουν σε μια άλλη σε επίπεδο ανδρών.

Ωστόσο, όρισε επίσης ότι ένας παίκτης πρέπει να έχει μια «σαφή σύνδεση» με τη χώρα – είτε τουλάχιστον έναν γονέα ή παππού/γιαγιά που γεννήθηκε στη χώρα, είτε να έχει διαμείνει σε αυτήν για τουλάχιστον δύο χρόνια.

Έκτοτε, η απαίτηση διαμονής αυξήθηκε στα πέντε χρόνια, ενώ πλέον επιτρέπεται στους παίκτες να αλλάξουν εθνικότητα εάν έχουν αγωνιστεί σε τρεις ή λιγότερους διεθνείς αγώνες ανδρών πριν από την ηλικία των 21 ετών για την ομάδα από την οποία αποχωρούν.

Η είσοδος των «Λεόντων του Άτλαντα»


Αυτές οι αλλαγές στους κανόνες ήταν ευχάριστα νέα για τα λεγόμενα έθνη της διασποράς, όπου ένα σημαντικό μέρος των πολιτών τους με δικαίωμα συμμετοχής είναι διάσπαρτο σε όλο τον κόσμο – όπως το Μαρόκο.

Στη δεκαετία του 2010, σε μια προσπάθεια να βελτιώσει την ποιότητα του ποδοσφαίρου του, το κράτος τοποθέτησε σκάουτερ σε ευρωπαϊκές χώρες με μεγάλες μαροκινές κοινότητες, όπως η Γαλλία, η Ολλανδία και το Βέλγιο.

Η επακόλουθη εισροή ταλέντων από παίκτες της διασποράς ήταν ένας από τους παράγοντες πίσω από την κορυφαία στιγμή του μαροκινού ποδοσφαίρου: Το να γίνει η πρώτη αφρικανική χώρα που έφτασε σε ημιτελικούς Μουντιάλ, στο Κατάρ το 2022.

Δύο από τους τρεις παίκτες του Μαρόκου που σκόραραν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των πέναλτι στα προημιτελικά δεν είχαν γεννηθεί στο Μαρόκο – ο γεννημένος στην Ολλανδία Χακίμ Ζιγές και ο Ασράφ Χακίμι, ο οποίος εξασφάλισε τη νίκη απέναντι στην ίδια τη χώρα γέννησής του, την Ισπανία.

«Αυτή είναι η ιστορία μιας χώρας που έμαθε να αντιμετωπίζει τη διασπορά της ως ένα κρίσιμο κομμάτι του εθνικού της ποδοσφαιρικού συστήματος», αναφέρει η Δρ Μίριαμ Τσέρτι, ανώτερη ερευνήτρια στο COMPAS.

Απόφαση «μέσα από την καρδιά»

Η Δρ Τσέρτι σημειώνει ότι οι επιλογές των ποδοσφαιριστών μπορούν να διαμορφωθούν από «επαγγελματικά, συναισθηματικά και πολιτικά κριτήρια», συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών προσδοκιών ή των διεθνών ευκαιριών που διαφορετικά μπορεί να μην είχαν.

Για παράδειγμα, ο Ιμπραχίμ Μπαγιέ είχε αγωνιστεί με τη Γαλλία σε όλα τα νεανικά επίπεδα, αλλά πέρυσι, σε ηλικία 17 ετών, έκανε την έκπληξη ανακοινώνοντας ότι θα αγωνιστεί για τη Σενεγάλη, τη χώρα γέννησης της μητέρας του.

«Δεν θα μετανιώσω ποτέ που επέλεξα να παίξω για τη Σενεγάλη, γιατί ήταν μια απόφαση μέσα από την καρδιά», δήλωσε τότε στον σενεγαλέζικο τηλεοπτικό σταθμό RTS. Άλλοι, όπως ο πρώην αμυντικός της Ρεάλ Μαδρίτης Πέπε, επιλέγουν να εκπροσωπήσουν τη χώρα στην οποία έχουν πολιτογραφηθεί.

Σύμφωνα με τα βραζιλιάνικα μέσα ενημέρωσης που επικαλούνται τον πατέρα του, ο Πέπε απέρριψε μια προσέγγιση για να εκπροσωπήσει τη Βραζιλία το 2006 και αντ’ αυτού επέλεξε την Πορτογαλία, όπου ζούσε και αγωνιζόταν από το 2001.

Κατέληξε να αντιμετωπίσει τη χώρα γέννησής του σε έναν έντονο αγώνα στη φάση των ομίλων στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010. «Δεν μετάνιωσα ποτέ για την απόφασή μου να γίνω Πορτογάλος», είχε πει σε συνέντευξη Τύπου εκείνη την εποχή. «Βλέπω την αναμέτρηση με τη Βραζιλία όπως κάθε άλλο παιχνίδι: Θα τιμώ πάντα τα χρώματα της Πορτογαλίας».

Μερικές φορές, η στρατολόγηση παικτών μπορεί να είναι αναπάντεχη. Το 2018, ο γεννημένος στο Δουβλίνο Ρομπέρτο Λόπες, του οποίου ο πατέρας είναι από το Πράσινο Ακρωτήριο, έλαβε ένα μήνυμα από τον προπονητή της χώρας Ρουί Άγκουας μέσω του LinkedIn, που τον ρωτούσε αν θα ενδιαφερόταν να παίξει για την εθνική ομάδα.

Ο Λόπες, ο οποίος αγωνίζεται στην ιρλανδική ομάδα Σάμροκ Ρόβερς, αγνόησε το μήνυμα για μήνες νομίζοντας ότι ήταν ανεπιθύμητη αλληλογραφία, προτού συνειδητοποιήσει το λάθος του. «Ένιωσα τόσο αγενής», δήλωσε ο Λόπες στο BBC Sport.

Ο αμυντικός εξελίχθηκε σε έναν από τους ήρωες της λευκής ισοπαλίας του Πράσινου Ακρωτηρίου εναντίον της πρωταθλήτριας Ευρώπης Ισπανίας στις 15 Ιουνίου.

Ένα ζήτημα που διχάζει

Η λεγόμενη «επιλογή σημαίας» δεν στερείται, πάντως, αντιπαραθέσεων. Ο Σεπ Μπλάτερ, πρόεδρος της FIFA από το 1998 έως το 2015, ήταν επικριτικός κατά τη διάρκεια της θητείας του για την αυξανόμενη τάση των χωρών εκείνη την εποχή να επισπεύδουν τις πολιτογραφήσεις παικτών – ιδιαίτερα Βραζιλιάνων.

Είχε προειδοποιήσει το 2007 ότι ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που θα κυριαρχείται από ομάδες «γεμάτες Βραζιλιάνους παίκτες» αποτελεί «πραγματικό κίνδυνο».

Η κριτική του κοινού μπορεί επίσης να είναι σκληρή: Ο γεννημένος στη Βραζιλία επιθετικός της Ισπανίας Ντιέγκο Κόστα αποδοκιμαζόταν ανελέητα από τους ντόπιους φιλάθλους κατά τη διάρκεια της σύντομης συμμετοχής της θετής του πατρίδας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 –το οποίο διεξήχθη στη Βραζιλία– επειδή επέλεξε να εκπροσωπήσει τους Ευρωπαίους.

Ο καθηγητής Γκίσμπερτ Όονκ, ο οποίος διδάσκει φοιτητές διαφόρων εθνικοτήτων, αναφέρει ότι το ζήτημα αποδεικνύεται διχαστικό κάθε φορά που θίγεται στις διαλέξεις του.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι φίλαθλοι «δεν μπορούν πλέον να ταυτιστούν με μια χώρα» εάν η ομάδα της βασίζεται σε παίκτες γεννημένους στο εξωτερικό, λέει. «Άλλοι όμως υιοθετούν μια προσέγγιση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και λένε “αφήστε τους, είναι η δουλειά τους, το εισόδημά τους”», προσθέτει.

Για τη Δρ Τσέρτι, το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστο από τις κοινωνικές αλλαγές: «Η εθνική ομάδα δεν αποτελεί πλέον μόνο αντανάκλαση του πληθυσμού εντός των συνόρων. Είναι όλο και περισσότερο αντανάκλαση της μετανάστευσης, της ιστορίας και της παγκόσμιας κινητικότητας».

Πηγή: Eleftherostypos.gr