Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Ένας αναγνώστης της σελίδας μας, και λάτρης του ποδοσφαίρου μας έστειλε το κείμενο που ακολουθεί..

Αναλυτικά το κείμενο του: 

Η πανδημία και τα μέτρα κατά της εξάπλωσής της, που περιλαμβάνουν την απαγόρευση προσέλευσης στα γήπεδα αναδεικνύουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τη γύμνια του ποδοσφαίρου όταν απουσιάζει ο μεγαλύτερος του αιμοδότης, το φίλαθλο κοινό. Αναμφίβολα η έλλειψη παλμού στις κερκίδες αφαιρεί σε μεγάλο βαθμό τα συστατικά που καθιστούν το ποδόσφαιρο τον βασιλιά των σπορ. 

Σε κάποια στιγμή όμως η πανδημία θα πάψει να υφίσταται, τα μέτρα θα αρθούν και θα έρθει η ώρα ο κόσμος να επιστρέψει στο θρόνο του βασιλιά, την εξέδρα. Κάθε κρίση λένε αποτελεί και ευκαιρία. Ας την εκμεταλλευτούμε στο χρόνο που έχουμε λοιπόν και ας διασφαλίσουμε ότι τα άδεια γήπεδα θα μπουν για τα καλά στο χρονοντούλαπο και ανεπιστρεπτί.

Ειδικά στην Κύπρο η απουσία φιλάθλων αποτελεί για τους πλείστους αγώνες «μάστιγα», και δε θα έπρεπε να περιμέναμε να ζήσουμε μεγάλα ντέρμπι με άδειες κερκίδες για να το καταλάβουμε. Παρόλα αυτά, για τις μεγάλες μας ομάδες διαχρονικά η πολυπληθής υποστήριξη του κόσμου τους ήταν ένα από τα «ατού» που είχαν να παρατάξουν έναντι ισχυρότερων Ευρωπαϊκών αντιπάλων. Ενίοτε αυτό συμβαίνει και στην Κύπρο. Αλίστου μνήμης είναι οι αγώνες όπου ομάδες όπως η Νέα Σαλαμίνα και η ΕΝΠ είχαν καυτές έδρες που σε συνδυασμό με ένα καλοδουλεμένο σύνολο μπορούσαν να χτυπήσουν κάθε αντίπαλο. Κοιτάζοντας στο χτες που ο κόσμος συνέρρεε στα γήπεδα,  υπάρχουν στοιχεία που αν τα αντλήσουμε σήμερα θα είναι πιο ελπιδοφόρο το αύριο. 

Ένα από αυτα τα στοιχεία ήταν ανέκαθεν η σύνδεση των οπαδών με τους αθλητές της ομάδας τους. Κάτι που εν πολλοίς έχει χαθεί στη σύγχρονη εποχή του νόμου του Μπόσμαν και των κοινοτικών. Η ΟΥΕΦΑ δείχνει το δρόμο σε αυτό τον τομέα. Οι ομάδες που συμμετέχουν στους Ευρωπαϊκούς ομίλους είναι απόλυτα υποχρεωμένες να δηλώνουν στο ρόστερ τους ένα ελάχιστο αριθμό ποδοσφαιριστών που ανδρώθηκαν σε αυτές, καθώς και ένα ελάχιστο αριθμό ποδοσφαιριστών που ανδρώθηκαν στη χώρα. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην Κύπρο, ούτως ώστε οι ραχοκοκαλιές των ομάδων να αποτελούνται από ποιοτικούς ντόπιους ποδοσφαιριστές. Κάτι τέτοιο θα βοηθούσε τόσο στη σύνδεση οπαδών και ομάδας όσο και στην ενσωμάτωση των ξένων ποδοσφαιριστών. 

Κατά δεύτερο, στην εποχή των πολλών συνδρομητικών καναλιών, πολλοι αγώνες διεξάγονται σε ώρες και μέρες που δε συμβάλλουν στην προσέλευση. Άλλο είναι να διεξάγεται αγώνας εργάσιμη μέρα και άλλο το Σαββατοκύριακο. Άποψη μου είναι οι αγώνες που ελκύουν τους πλείστους φιλάθλους θα πρέπει να διεξάγονται απλοκλειστικά τα Σαββατοκύριακα. Τα λιγότερο εμπορικά παιχνίδια θα μπορούσαν να διεξάγονται ως «ορεκτικό» για το κυρίως πιάτο του Σαββατοκύριακου, όπου οι αγώνες να μοιράζονται μεταξύ Σαββάτου και Κυριακής, ο καθένας σε διαφορετική ώρα από το απόγευμα και μετά. Με την απόκτηση ενός ακόμη βαν για το VAR και την αύξηση τους σε τρία, θα μπορούσε να λυθεί και αυτό το ζήτημα και τα απογεύματα των φιλάθλων να γέμιζαν με ποδόσφαιρο σε ώρες που θα μπορουσαν να πάνε στο γήπεδο να απολαύσουν την ομάδα τους και να παρακολουθήσουν τους υπόλοιπους αγώνες από την τηλεόραση. 

Επιπρόσθετα επιβάλλεται μείωση στις τιμές εισητηρίων και εισητηρίων διαρκείας. Σε εποχές μάλιστα που οι «παχυές αγελάδες» έχουν πεθάνει, οι μισθοί μειώθηκαν και η μεσαία τάξη έχει συρρικνωθεί, όπως και να το κάνουμε 20 ευρώ για να πρακολουθήσεις ένα αγώνα Κυπριακού πρωταθλήματος «τσιμπάνε». Όπως και τα 180 ευρώ ακατέβατα για εισητήριο διαρκείας. Οι τιμές των εισητηρίων θα πρέπει να γίνουν πιο ελκυστικές για τη μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα της κοινωνίας που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των φιλάθλων. Η μείωση της τιμής του εισητηρίου από 20 ευρώ στα 10 θα καθιστούσε πολύ ευκολότερο για παράδειγμα για ένα βιοπαλεστή οικογενειάρχη να παρακολουθήσει στο γήπεδο την αγαπημένη του ομάδα μαζί με την οικογένειά του.

Η τέταρτη μου πρόταση αφορά στην ανάγκη για κατάργηση της κάρτας φιλάθλου. Γιατί την αποστρέφονται πολλοί περισσότεροι από τους οργανωμένους οπαδούς. Που εν πάση περιπτώση οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το κενό που άφησαν με την απουσία τους είναι τεράστιο. Οι τρόποι να παρακολουθούμε αγώνες σε συνθήκες ασφάλειας υπάρχουν, χωρίς κατ’ ανάγκη να εφαρμόζεται ένα μέτρο με το οποίο διαφωνούν χιλιάδες νομοταγείς φίλαθλοι, κρατώντας τους μακρυά από τα γήπεδα. Θεωρώ πως η πολιτεία, οι ομοσπονδίες, τα σωματεία και τα οργανωμένα οπαδικά σύνολα οφείλουν να ξανακαθίσουν σε ένα τραπέζι να βρουν μια συνεναιτική λύση για εξάληψη της βίας από τα γήπεδα.