Έμοιαζε με εκείνα τα παλιά παιδιά από το χωριό που τα έβλεπες και τα χαιρόσουν. Εκείνα που μεγάλωσαν βυζαίνοντας το γάλα κατευθείαν από τα πρόβατα. Που έτρωγαν τους καρπούς κατευθείαν από τα δέντρα. Που το οξυγόνο από την φύση καθάριζε τα πνευμόνια τους και τους χάριζε λαμπερή επιδερμίδα. Έτσι κι εκείνος. Ροδομάγουλος. Καθαρό, αγνό πρόσωπο. Ευθυτενής. Μπρατσαράς. Δυο μέτρα παλικάρι. Τσολιάς στα ανάκτορα. Φτου σου λεβέντη μου.
Θαρρώ ότι πολλοί θα έκαναν την ίδια ερώτηση, βλέποντας έναν παντελώς άγνωστο για το ευρύ πλήθος 19χρονο πιτσιρικά να κάνει χατ-τρικ μέσα σε ένα ημίχρονο στο ντεμπούτο του στο Champions League: «Ρε, που τους βρίσκουν όλους αυτούς και εμείς δεν μπορούμε να βρούμε ούτε έναν»;
Καλά, η περίπτωση του δεν ήταν και κανένα επτασφράγιστο μυστικό. Ο πατέρας του έκανε μεγάλη καριέρα στην Αγγλία σε Λιντς και Μάντσεστερ Σίτι, το όνομα του θα μείνει για πάντα στην ιστορία από το δολοφονικό τάκλιν από τον Ρόι Κιν που του σμπαράλιασε γόνατο και καριέρα. Από τα 15 του έπαιζε ήδη στην πρώτη κατηγορία της Νορβηγίας. Συνδύασε το ντεμπούτο του με την Μόλντε -πριν καν κλείσει τα 17 του χρόνια- με γκολ και τον Ιούλιο του 2018 χρειάστηκε μόλις 21 λεπτά για να κάνε καρέ τερμάτων απέναντι στην Μπραν! Πως να κρύψεις ένα τέτοιο κομμάτι, που από τα 15 του είχε θηριώδη σωματική διάπλαση που θύμιζε Ρομέλου Λουκάκου και αίσθηση του γκολ παρόμοια με αυτή του προπονητή του στην Μόλντε, Όλε Γκούναρ Σόλσκιερ;
Για πάρτη του Έρλινγκ Μπράουτ Χάαλαντ κάθε εβδομάδα οι σκάουτ των κορυφαίων ευρωπαϊκών ομάδων έστηναν ουρά για να πιάσουν στασίδι στα παιχνίδια του νορβηγικού συλλόγου. Από την πρώτη ημέρα, ήξεραν τα πάντα για αυτόν. Τι ομάδα υποστηρίζει (Λιντς), τι τρώει, τι πίνει, πότε κοιμάται, πως μπορεί να μεταφραστεί το παιχνίδι του στο επόμενο επίπεδο, τι πρέπει να βελτιώσει, τα πάντα. Αυτό που δεν ήξεραν ήταν ποια ομάδα θα επέλεγε για το επόμενο βήμα της καριέρας του.
Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ πίστευε ότι είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο ένεκα του Όλε Γκούναρ Σόλσκιερ. Οι κόκκινοι διάβολοι κατέθεσαν την πρότασή τους, η οποία όμως κατέληξε στα σκουπίδια! Το ίδιο και αυτή της Λίβερπουλ, της Μάντσεστερ Σίτι, της Μπάγερν. Η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης ενημερώθηκαν ότι μικρός απλά… δεν ενδιαφέρεται. Τι φάση; Πως ήταν δυνατόν;
Πριν καν ενηλικιωθεί, ο θηριώδης (1,94) σέντερ-φορ είχε φτιάξει ένα πλάνο καριέρας και δεν ήθελε να ξεφύγει ούτε ρούπι από αυτό. Τι νόημα θα είχε να πάει στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μόνο και μόνο για να παίζει στην ομάδα νέων της; Τι νόημα θα είχε να πάει στην Ρεάλ Μαδρίτης μόνο για το ονόρε και να περιφέρεται ως άλλος (δανεικός) νομάς την Ευρώπη, όπως το προηγούμενο παιδί - θαύμα του νορβηγικού ποδοσφαίρου, ο Μάρτιν Όντενγκααρντ;
Όχι, ο Χάαλαντ δεν είχε καμία όρεξη να μπλέξει με κάτι τέτοιο. Έψαχνε μία ομάδα «σκαλοπάτι» για το επόμενο βήμα. Μία ομάδα που υπηρετεί πιστά την εξελικτική διαδικασία, μία ομάδα που φτιάχνει ποδοσφαιριστές, μία ομάδα που παράγει ποδόσφαιρο, μία ομάδα που θα του έδινε άμεσα χρόνο συμμετοχής και θα μπορούσε να τον διαφημίσει στο ευρωπαϊκό παλκοσένικο.
Η Red Bull Salzburg έχει τόσα διαθέσιμα λεφτά που θα μπορούσε να αγοράζει όποιον θέλει σε ότι τιμή θέλει. Ωστόσο, η αγωνιστική της φιλοσοφία είναι απαρέγκλιτη. Νέοι, εξελίξιμοι, άφθαρτοι, αθλητές, επενδύσεις. Τα λεφτά που έδωσε στους Νορβηγούς (4,5 εκατομμύρια ευρώ) για να κλείσει από πέρσι τον Αύγουστο τον Νορβηγό πιτσιρικά δεν ήταν τα περισσότερα που έδωσε σύλλογος. Ήταν όμως το τέλειο πακέτο για όλες τις πλευρές. Διότι, η Σάλτσμπουργκ έχει πια πρόσωπο σε όλο το σκανδιναβικό ποδόσφαιρο. Είναι τακτικός πελάτης, καλοπληρωτής, είναι πια ομάδα που την προτιμούν όλο και περισσότερα κλαμπ και ταλέντα. Μία δική της μικρή νίκη απέναντι σε όλα τα θηρία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Λίγο έως πολύ, σήμερα όλοι πια ξέρουν ότι μέσα σε δύο μήνες, ο Χάαλαντ μετρά 17 γκολ (και 5 ασίστ) στις πρώτες του 9 εμφανίσεις με τον αυστριακό σύλλογο και πως λογικά θα πουληθεί για ένα τσουβάλι γεμάτο με εκατομύρια ευρώ. Αυτό όμως είναι η τελευταία σελίδα του βιβλίου, έχει προηγηθεί ένας ολόκληρος τόμος πριν.
Η ενδεκάδα της Red Bull Salzburg που έριξε έξι γκολ στην πρεμιέρα του Champions League είχε μέσο όρο ηλικίας τα 23,6 χρόνια. Αυτή που έφαγε τα έξι, η Γκενκ, είχε ακόμα μικρότερο έφτανε τα 23,2. Την ίδια ακριβώς ώρα, η Ligue 1 έδινε το βραβείο του παίκτη του μήνα για τον Αύγουστο, όχι σε κάποιο από τα λαμπερά αστέρια, αλλά στον 16χρονο Εντουάρντο Καμαβινγκά της Ρεν. Κοτζάμ Μπαρτσελόνα δεν δίστασε να εμφανίσει τον επίσης 16χρονο Ανσού Φάτι, που απειλεί όλα τα ρεκόρ του Λιονέλ Μέσι. Στην Μπορούσια Ντόρτμουντ το πρώτο βιολί είναι (από πέρσι) ο 19χρονος Τζόντεον Σάντσο, ο Κιλιάν Μπαπέ στα 17 του είχε κατακτήσει τον κόσμο ολάκερο. Τα όρια ηλικίας ολοένα και κατεβαίνουν στην ποδοσφαιρική Ευρώπη, οι 20άρηδες μοιάζουν πια με παλιές καραβάνες.
Κι εμείς; Εμείς ακολουθούμε την ολοένα αυξανόμενη γήρανση του πληθυσμού στην Ελλάδα, που σε λίγα χρόνια θα είναι χώρα μεσήλικων και γερόντων. Ο μέσος όρος ηλικίας του πρωταθλητή ΠΑΟΚ στα πρώτα 7 επίσημα παιχνίδια της σεζόν είναι τα 26,6 χρόνια, του Ολυμπιακού είναι κατά τι μικρότερος (26,3). Φυσικά ούτε μία από αυτές δεν έχει χρησιμοποιήσει έναν παίκτη μικρότερο των 21 ετών.
Και τα «μωρά του Δώνη»; Ποιά μωρά; Ο μέσος όρος ηλικίας των παικτών που έχει χρησιμοποιήσει φέτος ο Παναθηναϊκός είναι τα 25,1 έτη, θα τα ακούσει καμιά ομάδα που όντως δίνει τόπο στα νιάτα και θα βάλει τα γέλια. Το υπέροχο πλάνο ανανέωσης που υιοθετήθηκε από πέρσι αποδείχθηκε ότι δεν ήταν συνειδητή, αλλά αναγκαστική επιλογή, όλοι αυτοί οι Μολό, Σένκεφελντ, Μπεχ, Ζαχίντ ήρθαν να αλλοιώσουν την εικόνα και να φράξουν τον δρόμο στους 2000αρους που ακολουθούσαν και έπρεπε να πάρουν σειρά.
Μία χώρα γερόντων που βιώνει στον ύψιστο βαθμό το φαινόμενο του brain drain (την μετανάστευση δηλαδή των πιο παραγωγικών μυαλών της χώρας) δεν θα μπορούσε παρά να είναι και μία ποδοσφαιρική χώρα γερόντων γεμάτη σκουριασμένα μυαλά, ιδέες, αντιλήψεις. Αντί να υιοθετήσουμε το μοντέλο μιας εξελικτικής ποδοσφαιρικά χώρας, μιας χώρας που θα λειτουργεί ως σκαλοπάτι, μιας χώρας που θα παράγει, παρασυρθήκαμε από τον μεγαλοϊδεατισμό. Μία χώρα που συνήθως ψωνίζει (συνήθως πανάκριβα) ποδοσφαιριστές μιας χρήσης, με μηδενική πωλητική αξία, παίκτες που δεν ενδιαφέρουν πια καμία προηγμένη χώρα στην Ευρώπη. Μία επιλογή που καταδικάζει μακροπρόθεσμα σε οικονομικό και αγωνιστικό μαρασμό.
Πιστέψτε με όλες οι ελληνικές ομάδες ήξεραν τον Χάαλαντ από πολύ νωρίς. Ακόμα κι ένα παιδάκι που ασχολείται στοιχειωδώς με το FM τον ήξερε. Τα 4,5 που έδωσε η Σάλτσμπουργκ για να τον αποκτήσει ήταν σε θέση να τα δώσει και ο ΠΑΟΚ και ο Ολυμπιακός. Ακόμα κι αν τα έδιναν όμως, θα ήταν η τελευταία επιλογή του Νορβηγού πιτσιρικά. Το γιατί, το καταλαβαίνουμε θαρρώ όλοι…
Πηγή: Sdna.gr