Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Κατ’ αρχάς να ευχηθώ σε όλους μια καλή χρονιά, με υγεία και ό,τι επιθυμεί ο καθένας σε όλα τα επίπεδα. Το 2018 είναι μαζί μας εδώ και μερικές μέρες, κάτι που φυσικά και δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανένα ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται πραγματικά το όμορφο αυτό άθλημα.

Ο βασικός λόγος φυσικά και δεν είναι άλλος απ’ το Παγκόσμιο Κύπελλο Εθνικών ομάδων που θα διεξαχθεί στα γήπεδα της Ρωσίας σε -σχεδόν- 6 μήνες από σήμερα. Χωρίς την Ελλάδα -δυστυχώς- αλλά με όλες τις παραδοσιακές δυνάμεις του πλανήτη. Πολλές απ’ αυτές τις υποστηρίζει φανατικά  μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού και της δικής μας χώρας και γι’ αυτές θα τσακωνόμαστε καλοκαιριάτικα, ιδρωμένοι σε ξαπλώστρες παραλίας και ελαφρώς μεθυσμένοι σε κλαμπάκια και μπιτσόμπαρα.

Η εθνική ομάδα που εγώ λατρεύω, πάνω από μια εικοσαετία, και μου έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές πίκρας, δεν είναι άλλη απ’ την Αγγλία. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω γι’ αυτή, το πρώτο μου κείμενο για τη νέα σεζόν, και να προσπαθήσω να εξηγήσω πως θα φτάσει -επιτέλους- στην κορυφή του «ποδοσφαιρικού» Έβερεστ. Την κατάκτηση δηλαδή  του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μετά το Γουέμπλεϊ και το ιστορικό Έπος του ’66.

Image removed.

Τα δύο προηγούμενα Μουντιάλ κατέληξαν στην Γερμανία (το 2014) και στην Ισπανία (το 2010) και έχουν ένα κοινό εξωτερικό παράγοντα που έβαλε όμως το χεράκι του (χωρίς να βρίσκεται στον πάγκο κάποιας εξ αυτών) και βοήθησε υπερβολικά, ώστε να φτάσουν στην κορυφή.

Ο «παράγοντας» αυτός δεν είναι άλλος απ’τον Καταλανό προπονητή που ακούει στο όνομα Πεπ Γκουαρδιόλα και που εδώ και μια δεκαετία μας έχει χαρίσει μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις, ως ο άνθρωπος που έχει αλλάξει -και ομορφύνει- το ποδόσφαιρο, βάζοντάς το σε νέα μονοπάτια, που μπορεί να μην είναι εντελώς απάτητα αλλά τα είχαμε -δυστυχώς- ξεχάσει ανάμεσα σε αμυντικές και αντιεμπορικές τακτικές που μπορεί να έχουν φέρει μεγάλα αποτελέσματα αλλά -δυστυχώς- είχαν (και έχουν) κουράσει τόσο πολύ το μάτι του απλού θεατή. Για καλή μας τύχη, όλοι εμείς που ζούμε και αναπνέουμε για το Αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά για την Εθνική Αγγλίας, αυτό τον άνθρωπο τον έχουμε εδώ και δύο σεζόν στο Νησί.

Εννοείται πως με εκνευρίζει αρκετά, μιας και η δική του Σίτι φαντάζει ανίκητη και εγώ υποστηρίζω την Λίβερπουλ, αλλά χαίρομαι πραγματικά που βλέπω -επιτέλους- μεγάλα ταλέντα (αλλά και παίκτες σε μεγαλύτερη ηλικία) να μετατρέπονται, μέσα απ’ τα δικά του χέρια, σε κορυφαίους παίκτες σε Παγκόσμιο επίπεδο, με την δική του φιλοσοφία και την δική του σκληρή δουλειά. Το είδαμε να συμβαίνει και στην Μπαρτσελόνα του Πεπ. Μια ομάδα που πάνω στον δικό της κορμό παικτών και στο στυλ του προπονητή της πάτησε η Ισπανία το 2010 για να φτάσει εν τέλει στην κορυφή.

Το είδαμε επίσης (σε μικρότερο βαθμό κατά την ταπεινή μου γνώμη) και στην Μπάγερν Μονάχου. Μια ομάδα που στα χρόνια του Πεπ άλλαξε κατά πολύ, παίρνοντας μαζί της και το Γερμανικό μοντέλο της Εθνικής και φτάνοντας στην κατάκτηση του Μουντιάλ μετά από 14 ολόκληρα χρόνια στα γήπεδα της Βραζιλίας. Αν το δούμε να συμβαίνει και στην Εθνική Αγγλίας, τότε θα μιλάμε για μοναδικό φαινόμενο στα ποδοσφαιρικά χρονικά. Μπορεί όμως να συμβεί; Αν πρέπει να το απαντήσω αυτό, θα κουνήσω συγκαταβατικά το κεφάλι έχοντας ένα ύπουλο μειδίαμα στα χείλη.

Πως να μην μπορεί, όταν ο κορυφαίος προπονητής εργάζεται στην Πρέμιερ Λιγκ, έχοντας φτιάξει μια εξαιρετική ομάδα με σημαντικότατα γρανάζια -εκτός των ξένων σούπερσταρ- και Άγγλους ποδοσφαιριστές; Αρκεί αυτό το «μοντέλο», να το ακολουθήσει ή έστω να προσπαθήσει να το ακολουθήσει και ο προπονητής της εθνικής, ο Γκάρεθ Σαουθγκέιτ, στον βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Τα πράγματα είναι απλά. Η Αγγλία το καλοκαίρι θα πρέπει να λειτουργήσει παράλληλα με το ποδόσφαιρο των «πολιτών» αν θέλει -επιτέλους- να κάνει κάτι καλό. Παίκτες για να κοπιάρουν τα χαρακτηριστικά των παικτών της Σίτι (και το μοντέλο του Πεπ) άλλωστε υπάρχουν. Και σε εξαιρετική ηλικία οι περισσότεροι εξ αυτών.

Image removed.

Για να τα δούμε όμως όλα αυτά. Η Αγγλία εδώ και αρκετά χρόνια έχει την τύχη να διαθέτει εξαιρετικούς τερματοφύλακες. Το μόνο που χρειάζονται για να δείξουν το ταλέντο τους είναι η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους, όπως φυσικά και η καλή αμυντική λειτουργία μπροστά τους. Όσο καλός κι αν είναι ένας τερματοφύλακας, θα δει την μπάλα να βρίσκει τα δίχτυα του, αν δέχεται συνεχώς σουτ υπό καλές προϋποθέσεις απ’τον αντίπαλο. Είτε βρεθεί στο νούμερο Ένα ο Χαρτ, είτε βρεθεί ο Μπάτλαντ της Στόουκ, η Αγγλία θα έχει κάτω απ’ τα δοκάρια της έναν πολύ καλό τερματοφύλακα. Πίσω τους υπάρχουν φυσικά κι άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο Νικ Πόουπ για παράδειγμα, της Μπέρνλι θα μας απασχολήσει ευχάριστα τα επόμενα χρόνια που έρχονται. Η χρονιά που διανύει άλλωστε είναι φανταστική. Και υπάρχουν κι άλλοι πολλοί.

Image removed.

Στην άμυνα η Αγγλία διαθέτει δύο παίκτες της Σίτι που στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχουν εξελιχθεί σε παίκτες παγκοσμίου επιπέδου. Απ’ τη μία υπάρχει ο δεξιός μπακ Κάιλ Γουόκερ και δίπλα του, ως κεντρικός αμυντικός, ο Τζον Στόουνς. Τα τεράστια ποσά που δαπάνησε άλλωστε η Σίτι για να τους φέρει στο Έτιχαντ δεν ήταν τυχαία. Ο Στόουνς μάλιστα μου θυμίζει κατά πολύ την περίπτωση του Ζεράρ Πικέ, μιας και διαθέτει παρόμοια χαρακτηριστικά και σωματοδομή για να ηγηθεί της άμυνας, τόσο στην καλύτερη ομάδα της Αγγλίας όσο φυσικά και στην εθνική, ως ο παίκτης που γνωρίζει πως να δημιουργεί ποδόσφαιρο από πίσω, να σκοράρει όταν θα του δοθεί η ευκαιρία και φυσικά να αναχαιτίζει τις επιθέσεις των αντιπάλων. Πολλοί ήταν αυτοί που δε τον πίστεψαν όταν άφησε το Γκούντισον Παρκ, όπως πολλοί ήταν αυτοί που είχαν χλευάσει τον Πεπ όταν έφερνε το καλοκαίρι του 2008, δέκα χρόνια πίσω δηλαδή, τον Πικέ στο Καμπ Νου, έχοντας στο μυαλό του να δημιουργήσει αυτό που είδαμε όλοι τα επόμενα χρόνια. Έναν εκ των πιο σύγχρονων στόπερ της εποχής μας.

Image removed.

Για όσους δεν θυμούνται, ο Πικέ στα χρόνια που υπήρξε παίκτης της Γιουνάιτεντ γυάλιζε τον πάγκο και τα επίσημα του Όλντ Τράφορντ. Ο Στόουνς απ’ την άλλη είχε φτάσει να χαραμίζεται πολλές φορές ως δεξιός πλάγιος αμυντικός στην Έβερτον. «Άγγλος» Οταμέντι απ’ την άλλη δεν υπάρχει, υπάρχουν όμως εξαιρετικοί παίκτες που μπορούν να βρεθούν δίπλα στον Στόουνς, συμπληρώνοντας τον. Παίκτες με μεγάλη εμπειρία, όπως ο Κέιχιλ της Τσέλσι και ο Σμόλινγκ της Γιουνάιτεντ και φυσικά πιο νέοι και ταλαντούχοι ποδοσφαιριστές, όπως ο Μαγκουάιρ της Λέστερ και ο Κιν της Έβερτον. Στο αριστερό άκρο υπάρχει φυσικά η  επιλογή του Ρόουζ της Τότεναμ και αυτή του Μπέρτραντ της Σαουθάμπτον, παίκτες που μπορούν να «κλείνουν» στον άξονα μαζί με τον Γουόκερ όπως λειτουργούν δηλαδή τα πλάγια μπακ της Σίτι, και φυσικά ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο παίκτης δηλαδή που -αν και η φυσική του θέση είναι κεντρικός μέσος- μετατράπηκε σε έναν εξαιρετικό αριστερό μπακ απ’ τον Γκουαρδιόλα, λόγω του τραυματισμού του Μεντί στην αρχή της σεζόν. Ο Σαουθγκέιτ σίγουρα έχει στην άκρη του μυαλού του και αυτή την επιλογή. Έτσι τουλάχιστον θέλω εγώ να πιστεύω. Όλα τα παραπάνω είναι φυσικά με τετράδα στην άμυνα. Στο μυαλό του Άγγλου προπονητή υπάρχει και η επιλογή της τριάδας στην άμυνα.

Κάτι που φυσικά έχουμε δει να κάνει ο Πεπ -με μεγάλη μάλιστα επιτυχία και με αυτούς τους παίκτες- και στην Σίτι, και φυσικά υπάρχουν παίκτες που μπορούν να το υποστηρίξουν στις κλήσεις του προπονητή. Η τριάδα στην άμυνα με δύο ουσιαστικά «δεκάρια» πίσω απ’ τον Κέιν ίσως είναι ακόμα μια δυνατή επιλογή για τον Σαουθγκέιτ, που δεν θα πρέπει να μας ξενίσει, αν φυσικά τη δούμε. Που θα τη δούμε (σας το είπα πρώτος, να το θυμάστε).

Στην επίθεση ο Άγγλος προπονητής έχει την τύχη να διαθέτει τον κορυφαίο επιθετικό της Ευρώπης για το 2017. Ο Χάρι Κέιν ξεπέρασε τους Μέσι και Ρονάλντο, όπως ξεπέρασε και το στοιχειωμένο ρεκόρ του Άλαν Σίρερ, και αυτή τη στιγμή -εκτός των γκολ που σκοράρει- κατέχει το καλύτερο ποσοστό τερμάτων στις ιδανικές συνθήκες για γκολ που του παρουσιάζονται, παίζοντας όχι στην Ρεάλ Μαδρίτης ή την Μπαρτσελόνα, αλλά σε μια ομάδα που παλεύει για να μπει στην τετράδα της Πρέμιερ Λιγκ. Κάτι που μεγαλώνει την αξία των ρεκόρ.

Σουτάρει πολύ περισσότερο από άλλους μεγάλους γκολτζήδες της εποχής (και από όπου βρει πολλές φορές), ρίχνοντας το συνολικό του ποσοστό, αλλά στις ιδανικές περιπτώσεις που του παρουσιάζονται για γκολ, ο Κέιν είναι ο μεγαλύτερος «φονιάς» στα Ευρωπαϊκά γήπεδα αυτή τη στιγμή. Αυτό φυσικά το λένε οι αριθμοί και όχι εγώ. Όταν μάλιστα θα έχει στα άκρα της επίθεσης των αναγεννημένο Στέρλινγκ της Σίτι (ένα παίκτη που ο Πεπ ουσιαστικά τον μαθαίνει ποδόσφαιρο απ’ την αρχή) και τον φοβερό και τρομερό Ράσφορντ της Γιουνάιτεντ, που μπορεί να κάνει αυτά που κάνει ο Σανέ παρέα με τον Στέρλινγκ στους «πολίτες», έχοντας πίσω του πραγματικά καλούς πλάγιους μπακ, εντελώς έξω απ’ το συντηρητικό ποδόσφαιρο της Γιουνάιτεντ, ίσως δούμε σπουδαίες ποδοσφαιρικές ομορφιές.

Image removed.

Για το τέλος (και όχι τυχαία) άφησα τον άξονα των Άγγλων. Εννοείται πως όσο κι αν ο Σαουθγκέιτ θέλει (αν θέλει) να πατήσει πάνω στο στυλ της Σίτι (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) δεν διαθέτει με τίποτα την ποιότητα του κέντρου των «πολιτών». Ας μην γελιόμαστε. Δεν υπάρχει Φερναντίνιο για να παίξει τόσο τέλεια τον ρόλο του παίκτη μπροστά απ’ τους κεντρικούς αμυντικούς ως ένας υπερσύγχρονος box to box, δεν υπάρχει το σπάνιο ποδοσφαιρικό DNA του Ισπανού μάγου, Νταβίντ Σίλβα και φυσικά όσο κι αν ψάξουμε, και όσο και αν παρερμηνεύσουμε πράγματα και καταστάσεις (αν και θα το κάνω παρακάτω αυτό), δεν μπορώ να βρω παίκτη που να πλησιάζει το μεγαλείο του κορυφαίου μέσου αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη, του Κέβιν Ντε Μπρούινε. Ο Χέντερσον της Λίβερπουλ δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να πλησιάσει αυτά που κάνει ο Βραζιλιάνος, θα είναι αστείο μάλιστα να μπούμε στη διαδικασία να συζητήσουμε κάτι τέτοιο.

Ο βελτιωμένος Ντελφ της Σίτι (και όχι της Άστον Βίλα – εκεί που τον μάθαμε δηλαδή) μπορεί να προσφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ τον αρχηγό της Λίβερπουλ σε αυτό τον ρόλο, και υπάρχει φυσικά και ο Έρικ Ντάιερ της Τότεναμ. Ένας παίκτης με ξεκάθαρες αμυντικές αρετές και σοβαρό πρόβλημα στο επιθετικό και περισσότερο δημιουργικό κομμάτι. Με λίγα λόγια εδώ συναντάμε ένα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για τα «λιοντάρια». Όχι βέβαια πως δεν μπορεί να λυθεί.

Στους δύο εσωτερικούς μέσους, μπροστά απ’ το «εξάρι», υπάρχουν παίκτες που μπορούν να πλησιάσουν αυτά που κάνει ο Σίλβα. Πρώτος και καλύτερος ο Ντέλε Άλι της Τότεναμ. Δυνατός, γρήγορος, με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση αλλά και την απαιτούμενη οξυδέρκεια ώστε να κινηθεί ως «κρυφός» επιθετικός πίσω απ’ τον Κέιν, να πατήσει περιοχή και φυσικά να σκοράρει. Συνεργάζονται άλλωστε τέλεια στα «Σπιρούνια» οι δυο τους. Ο Λαλάνα της Λίβερπουλ είναι ακόμα μία τέτοια περίπτωση, συν το γεγονός πως διαθέτει εξαιρετική κάθετη πάσα για όλους τους ταχύτατους ακραίους παίκτες της Αγγλίας και φυσικά για τον Κέιν (ή τον Βάρντι των «ειδικών αποστολών») στην επίθεση. Αυτοί οι δύο μπορούν να βρεθούν μαζί μπροστά απ’ τον καθαρό αμυντικό μέσο της ομάδας και να συνθέσουν ένα αρκετά ποιοτικό δίδυμο.

Κλείνοντας λέω να παρερμηνεύσουμε λίγο πράγματα και καταστάσεις (σας το είπα πως θα το κάνω) και να ψάξουμε να βρούμε ποιος Άγγλος ποδοσφαιριστής θα μπορούσε να κάνει όλα αυτά που κάνει ο Βέλγος της Σίτι, στην 11αδα της Αγγλίας, σε πανομοιότυπο σύστημα με αυτό του Πεπ στους «πολίτες». Παίκτης με παρόμοια χαρακτηριστικά, εξαιρετικό σωματότυπο και σε φοβερή ηλικία δηλαδή. Υπάρχει κάτι τέτοιο; Μάλιστα υπάρχει. Δεν ξέρω βέβαια αν έχει τη διάθεση ο ίδιος να μπει και πάλι δυνατά στον «χάρτη».

Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως ποτέ κάποιος σοβαρός προπονητής δεν δούλεψε πραγματικά μαζί του. Να του βρει την σωστή θέση και φυσικά, το σημαντικότερο απ’ όλα, να τον συνετίσει. Βάζοντάς του μυαλό και παίρνοντάς τον από την Έβερτον με προορισμό μια ομάδα που να πρωταγωνιστεί, δίνοντάς του έτσι σοβαρό κίνητρο για την καριέρα του. Τον παίκτη αυτόν -τονίζω- πως έχουμε να τον δούμε να παίζει ποδόσφαιρο από πέρσι μιας και φέτος,  και λόγω τραυματισμού, δεν έχει αγωνιστεί καθόλου στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. Φυσικά και μιλάω για τον Ρος Μπάρκλεϊ. Τον θυμάστε;

Ο παίκτης που το καλοκαίρι άφησε την Τσέλσι στα κρύα του λουτρού, (επιλέγοντας να παραμείνει στην Έβερτον) κυριολεκτικά -με τις δύο ομάδες να τα έχουν βρει σε όλα- την ώρα των ιατρικών εξετάσεων και φέτος δεν έχει αγωνιστεί λεπτό, πριν μερικά χρόνια έκανε ολόκληρη την Ευρώπη να παραμιλά με τα κατορθώματά του εντός των τεσσάρων γραμμών και είχε φτάσει να θεωρείται -καθόλου άδικα- ως το νέο παιδί θαύμα του αγγλικού ποδοσφαίρου. Την ίδια περίοδο ο Κέβιν Ντε Μπρούινε γυάλιζε τον πάγκο της Τσέλσι, για να πωληθεί με ένα πολύ μικρό ποσό -για την πραγματική του αξία- στη Βόλφσμπουργκ. Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Άγγλος βρίσκεται στα αζήτητα και ο Βέλγος θεωρείται ο κορυφαίος μέσος της Ευρώπης.

Αν μπορεί ο Μπάρκλεϊ να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να γίνει; Αν ρωτάτε εμένα, η απάντηση είναι ναι. Το υπογράφω κιόλας. Αρκεί να φύγει απ’ την Έβερτον και να αρχίσει να αγωνίζεται στην θέση που παίζει και ο Βέλγος ηγέτης της Σίτι. Ούτε έξω αριστερά, ούτε πίσω απ’ τον επιθετικό ως ελεύθερος, αλλά ως κεντρικός εσωτερικός μέσος. Κάτι που μπορεί να γίνει δηλαδή και με τριάδα αλλά και τετράδα στην άμυνα. Μακάρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάποια εκ των Τσέλσι ή Τότεναμ (που έχουν δηλώσει ανοικτά το ενδιαφέρον τους για τον παίκτη) να τον υπογράψουν, δίνοντάς του τον χώρο και το χρόνο να ξεδιπλώσει το σπάνιο ταλέντο του. Για το καλό του ποδοσφαίρου δηλαδή και της εθνικής Αγγλίας που θα τον χρειαστεί -σε νέο ρόλο- στο Μουντιάλ.

www.sombrero.gr