Είμαι ένας από αυτούς που δεν παρακολούθησε τη φετινή μαγική πορεία της Λέστερ από την αρχή. Δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω, είναι η αλήθεια και είμαι σίγουρος πως ισχύει για τους περισσότερους ποδοσφαιρόφιλους. Ακόμα κι όταν σκαρφάλωσε στην κορυφή, κάπου στο Δεκέμβρη, ήμουν πεπεισμένος – όπως όλοι – πως «κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσει», οπότε περιοριζόμουν στο να χαζεύω τα στιγμιότυπα από τα παιχνίδια της και να χαμογελάω με το μικρό παραμύθι το οποίο ζούσαν οι παίκτες και οι οπαδοί της. Όταν πλέον πείστηκα πως το «ξεφούσκωμα» που περίμενα μπορεί και να μην ερχόταν ποτέ, το πρωτάθλημα είχε ήδη μπει στην τελική ευθεία, οπότε όφειλα στον μελλοντικό εαυτό μου, που χρειάζεται συναρπαστικές ιστορίες και εμπειρίες για να αφηγείται στους νέους, μπας και κερδίσει λίγη από την προσοχή τους, να αρχίσω να βλέπω κάθε της παιχνίδι.
Κάπου εκεί στο Μάρτη, όταν η ομάδα του Ρανιέρι κέρδισε τέσσερις συνεχόμενες φορές με 1-0, ένιωσα ένα συναίσθημα που είχα να νιώσω πολλά χρόνια: Μια αίσθηση αδικαιολόγητης σιγουριάς. Χωρίς φυσικά να υπάρχει κανένας τρόπος απόδειξης της ύπαρξης του, πιστεύω πως υπάρχει ένα σημείο το οποίο όταν το ξεπερνάει κάποιος, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις ο “μικρός”, το αουτσάιντερ, ο αδύναμος που πλησιάζει από το πουθενά σε ένα στόχο στον οποίο κανένας δεν πίστευε πως θα προσεγγίσει κάποτε, τότε ξαφνικά το απίθανο δεν γίνεται απλά πιθανό, αλλά κάνει ένα τεράστιο νοητό άλμα και μετατρέπεται σε σίγουρο. Δεν υπάρχει καμία λογική εξήγηση, καθώς ο αδύναμος δεν έχει φτάσει ακόμα στον πολυπόθητο στόχο του και παρά την οποία πετυχημένη πορεία έχει διανύσει συνήθως παραμένει αδύναμος στα μάτια όλων, αλλά είναι τόσο έντονη η αίσθηση που σε διακατέχει που απλά την αποδέχεσαι.
Δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποιο ακριβώς ματς ένιωσα πως η Λέστερ έγινε στο μυαλό μου από «πυροτέχνημα, που είναι θέμα χρόνου να ξεφουσκώσει», «σίγουρη πρωταθλήτρια Αγγλίας». Πιθανόν να ήταν στο εκτός έδρας 0-1 με την Κρίσταλ Πάλας, όταν οι γηπεδούχοι είχαν δοκάρι στις καθυστερήσεις. Αλλά το ένιωσα. Και από εκείνη τη μέρα και μετά είχα αυτή την, σχεδόν αστεία και αδικαιολόγητη σιγουριά πως «ό,τι κι αν γίνει πλέον, η Λέστερ αυτόν τον τίτλο δεν τον χάνει».
Την προηγούμενη φορά που είχα νιώσει κάτι παρόμοιο το ημερολόγιο έδειχνε 1 Ιουλίου 2004. Βρισκόμουν σε ένα σαλόνι φίλου, το οποίο ήταν γεμάτο από άκρη σε άκρη, και καθόμουν (για δυο ώρες) πάνω στο μπράτσο ενός καναπέ. Η Τσεχία ήταν αναμφίβολα μικρότερο όνομα από τη Γαλλία αλλά εκείνη την περίοδο και καλύτερή ήταν αγωνιστικά (ήταν η μόνη ομάδα του τουρνουά που είχε μόνο νίκες, περνώντας μάλιστα πρώτη από όμιλο με Γερμανία και Ολλανδία) και πιο διψασμένη για μια μεγάλη επιτυχία. Δεν μπορώ να ανακαλέσω με ακρίβεια όλο το παιχνίδι αλλά θυμάμαι πως υπήρχαν τουλάχιστον τρεις φορές που βρεθήκαμε πολύ κοντά στο να μείνουμε πίσω στο σκορ και αρκετές άλλες μέχρι το τέλος της κανονικής διάρκειας του αγώνα που η πίεση των Τσέχων ήταν τόσο έντονη που είχαμε αρχίσει να σκεφτόμαστε πως κάπου εκεί θα τέλειωνε το όνειρο και προσπαθούσαμε να συμβιβαστούμε με την ιδέα.
Όμως οι φάσεις των Τσέχων δεν “έγραψαν” και στην παράταση η εθνική βρήκε τρόπο να κερδίσει μέτρα στο γήπεδο και να κάνει ευκαιρίες. Κάπου εκεί λοιπόν, που όλα έδειχναν λίγο πιο αισιόδοξα από πριν, στο 104ο λεπτό συγκεκριμένα, ο Τσιάρτας εκτέλεσε ένα κόρνερ, ο Δέλλας πήρε μια κεφαλιά και τα επόμενα δυο λεπτά είναι στο μυαλό μου μια τεράστια καυλωτική θολούρα. Ποτήρια πετάχτηκαν, μπύρες χύθηκαν, καρέκλες γύρισαν ανάποδα, κάποιος βρέθηκε κρεμασμένος μισός μέσα και μισός έξω στα κάγκελα του μπαλκονιού – το οποίο εντελώς πληροφοριακά βρισκόταν δυο ορόφους πάνω από το έδαφος -, κάποιος χοροπηδούσε όρθιος πάνω στο καημένο τραπεζάκι, κάποιοι άλλοι μαντράχαλοι τσίριζαν ασταμάτητα μπροστά στην τηλεόραση, σαν κοριτσάκια που βλέπουν μπροστά τους τον Σάκη Ρουβά ημίγυμνο.
Πάρα πολλά λεπτά μετά, όταν ηρεμήσαμε όλοι και ξεκίνησε το μυαλό να αξιολογεί την κατάσταση, η αίσθηση της αδικαιολόγητης σιγουριάς έκανε την εμφάνιση της: «Αυτό το κύπελλο δεν το χάνουμε με τίποτα». Το σημείο που το απίθανο έγινε ξαφνικά σίγουρο βρισκόταν πλέον πίσω μας και τα δεδομένα στο μυαλό μου είχαν αλλάξει, παρ” όλο που είχαμε μπροστά μας έναν τελικό με αντίπαλο τη διοργανώτρια. Αυτή η αίσθηση δεν έφυγε ούτε το επόμενο πρωί, ούτε τις μέρες που μεσολάβησαν μέχρι τον τελικό, ούτε κατά τη διάρκεια του ματς με τους Πορτογάλους. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν την είχα μόνο εγώ, την είχαν κι άλλοι, δεν ξέρω πόσοι αλλά σίγουρα όχι λίγοι. Το συζήτησα με αρκετούς τις μέρες πριν τον τελικό, το κουβέντιασα με κάμποσους και στα πανηγύρια μετά τον τελικό. Το γκολ του Χαριστέα δεν το πανηγύρισα καν έξαλλα. Το περίμενα, ένιωθα πως ήταν θέμα χρόνου να έρθει, ήταν απλά μια επιβεβαίωση αυτής της σιγουριάς.
Η Ιστορία μπορεί να έγραψε πως η Ελλάδα σήκωσε την κούπα στην Πορτογαλία στις 4 Ιουλίου αλλά στο μυαλό μου το Euro το κερδίσαμε εκείνο το δευτερόλεπτο της παράτασης που ο Τραϊανός Δέλλας έπαιρνε την κεφαλιά μέσα στη μικρή περιοχή των Τσέχων. Απλά οι Πορτογάλοι και όλοι οι υπόλοιποι το έμαθαν με καθυστέρηση τριών ημερών.
www.sombrero.gr